Έτος δυσβάσταχτων φορολογικών επιβαρύνσεων προβλέπεται το 2017 για τους ελεύθερους επαγγελματίες, αλλά και για τους μισθωτούς που διατηρούν μπλοκ παροχής υπηρεσιών. Από τη μια πλευρά η αύξηση των εισφορών και η άνοδος των τιμών και από την άλλη η συρρικνωμένη αγοραστική κίνηση και η συνεχής μείωση των μισθών δημιουργούν μια θολή κατάσταση στον επαγγελματικό τομέα. Διακοπή εργασιών, περιορισμένη επιχειρηματική δραστηριότητα, φόροι και εισφορές σε μηδενικά εισοδήματα κάθε άλλο παρά δίνουν κίνητρο για εργασία. Βάσει του καθαρού εισοδήματος, λοιπόν, οι ελεύθεροι επαγγελματίες θα καταβάλουν το 26,95% του εισοδήματός τους, σύμφωνα με τις νέες ρυθμίσεις. Το 20% θα αφορά τη σύνταξη και το υπόλοιπο τον τομέα της υγείας. Οι εξοντωτικές εισφορές δημιουργούν έντονες ανησυχίες και απαισιοδοξία για την επόμενη μέρα στον επιχειρηματικό κλάδο. Ήδη από το 2011 οι διακοπές εργασιών έχουν ξεπεράσει τις 250.000, ενώ το τελευταίο χρονικό διάστημα παρατηρείται αυξητική τάση.


«Δεν μπορείς να παίρνεις από τους λίγους τα πολλά και οι υπόλοιποι να μένουν στο απυρόβλητο επειδή θέλεις να κάνεις μια πιο λαϊκή πολιτική», λέει ο φοροτεχνικός Αντώνης Μουζάκης. «Φυσικά και να υπάρχει αναλογικότητα, αλλά το σωστό είναι να μην εξοντώνεις όσους δηλώνουν μεγαλύτερα εισοδήματα. Ειδικά σε μια περίοδο που το κράτος έχει ανάγκη να κρατήσει τον επιχειρηματία ζωντανό, να του δίνει κίνητρα να αναπτύσσεται ώστε να εξακολουθεί να προσφέρει θέσεις εργασίας. Με τις νέες ρυθμίσεις θα δημιουργηθεί απλώς μια κοινωνία ανέργων χωρίς κανένα μέλλον» προσθέτει.


Ποιοι είναι αυτοί που θα ευνοηθούν και ποιοι θα επιβαρυνθούν; «Τα εισοδήματα που θα δηλωθούν και θα κινούνται ανάμεσα στα 10.000 με 15.000 ευρώ είναι αυτά που ευνοούνται περισσότερο ως προς τις ασφαλιστικές εισφορές που πλήρωναν έως σήμερα. Αλλά υπάρχουν και πολλές περιπτώσεις που τα εισοδήματα θα είναι μεν μεγαλύτερα, αλλά η επιβάρυνση θα είναι πολλαπλάσια των εισφορών που κατέβαλλαν μέχρι σήμερα. Προβλέπεται ακόμη και πενταπλάσια αύξηση στα ποσά των ασφαλιστικών εισφορών. Σε συνδυασμό με τους φορολογικούς συντελεστές, είναι μια κατάσταση που θα οδηγήσει αρκετούς σε ασφυξία, αφού δεν θα μπορούν να επιβιώσουν ή να αντεπεξέλθουν, προχωρώντας σε παύση εργασιών. Έτσι, όμως, το μόνο που καταφέρνουμε είναι να χάνουμε είτε ασφαλιστικές εισφορές είτε φορολογικά έσοδα. Με τα δεδομένα αυτά λοιπόν, γνωρίζοντας κάποιος ότι η επιβάρυνση θα είναι μεγάλη, θα έχει στόχο να μην κάνει μεγάλο τζίρο. Αυτό το γεγονός θα οδηγήσει στη μείωση του κινήτρου για εργασία και στο να δηλώνει μικρότερα κέρδη για να μην πληρώνει περισσότερους φόρους. Άρα, πώς θα επιβιώσει το κράτος εισπράττοντας λιγότερους φόρους και πώς θα επιβιώσει το ασφαλιστικό σύστημα, όταν θα εισπράττει ελάχιστες εισφορές;» αναρωτιέται ο κ. Μουζάκης.

 

Αναμφισβήτητα, είμαστε μια στοχοποιημένη επαγγελματική κατηγορία. Κι εμείς, όμως, λέμε αντίστοιχα για τους δημόσιους υπαλλήλους. Καθένας έχει να λέει κάτι για τον άλλον, αλλά αυτό δεν λύνει τα προβλήματα.


Παράλληλα, στην εγκύκλιο του υπουργείου στην οποία πολλά σημεία της παραμένουν ακόμη ασαφή, προβλέπεται ότι όσοι εργαζόμενοι διατηρούν παράλληλη απασχόληση θα πληρώνουν για το «μπλοκάκι» το σύνολο της εισφοράς που αγγίζει το 26,95%, για σύνταξη και υγεία. Για παράδειγμα, ένας μισθωτός με μηνιαίο εισόδημα 500 ευρώ και εισόδημα από μπλοκάκι 300 ευρώ θα κληθεί να πληρώσει επιπλέον 970 ευρώ τον χρόνο, δηλαδή τρεις μισθούς για κάτι που έως το τέλος του 2016 δεν πλήρωνε, αφού καλυπτόταν από τις ασφαλιστικές εισφορές του ως μισθωτού. «Είναι παράλογο να έρχεσαι και να λες σε έναν μισθωτό που θέλει να αυξήσει το εισόδημά του ότι πρέπει να πληρώσει δύο ξεχωριστές ασφαλιστικές εισφορές, στο ΙΚΑ και στον ΟΑΕΕ. Ήδη ξεπέρασαν τους 100.000 οι φορολογούμενοι που προχώρησαν σε κλείσιμο του μπλοκ. Επίσης, είναι ξεκάθαρο ότι θα οδηγηθούμε σε άνοδο της μαύρης εργασίας. Επιπρόσθετα, με τις νέες ρυθμίσεις που ανακοίνωσε το υπουργείο Εργασίας, ένας ελεύθερος επαγγελματίας με μηδενικό εισόδημα θα κληθεί να πληρώσει εισφορές που ξεπερνούν τα 1.800 ευρώ, δηλαδή περίπου 150 ευρώ τον μήνα. «Με αυξημένο ύψος ασφαλιστικών εισφορών και φορολογικών συντελεστών δίνουμε ένα τεράστιο κίνητρο για φοροδιαφυγή και εισφοροδιαφυγή. Οδηγούμαστε στο ακριβώς αντίθετο αποτέλεσμα από αυτό που επιδιώκει η κυβέρνηση. Είναι ξεκάθαρο ότι το 2017 θα είναι πολύ πιο δύσκολη χρονιά σε σχέση με το 2016. Οι επιβαρύνσεις από τον προϋπολογισμό είναι μεγαλύτερες. Συγκεκριμένα, αν διαβάσετε προσεκτικά τον προϋπολογισμό, θα δείτε ότι θα έχουμε 2,5 δισεκατομμύρια ευρώ περισσότερους φόρους, εκ των οποίων το 1,5 δισ. θα προκύψει από την άμεση φορολογία και το 1,1 από την έμμεση, και 1,3 δισ. από το ασφαλιστικό σύστημα. Από πού θα βγουν αυτά τα χρήματα; Από την πραγματική οικονομία που ήδη πονάει βαριά» εξηγεί ο κ. Μουζάκης.

 

Η παρακράτηση του εισοδήματος ενός ελεύθερου επαγγελματία αγγίζει το 70% με αποτέλεσμα να αναζητά «λύσεις» για να αποφύγει τις τιμωρητέες επιβαρύνσεις. Μεταβιβάσεις επιχειρήσεων, αλλαγή έδρας, μετατροπές σπιτιών σε κομμωτήρια ή σε χώρους για ιδιωτικά φροντιστήρια. Η Δήμητρα Παππά διατηρεί οδοντιατρείο στα Πετράλωνα και ανήκει, όπως λέει, «στη στοχοποιημένη κατηγορία του ελεύθερου επαγγελματία». «Ως ελεύθερος επαγγελματίας που εργάζεται δεκαεννιά χρόνια, από την πρώτη μέρα που επέλεξα το ελεύθερο επάγγελμα του οδοντιάτρου αντιμετωπίζομαι ως "κλέφτης"», λέει η Δήμητρα και προσθέτει, «ειδικά από το κράτος που θεωρεί ότι εξ ορισμού κλέβεις, φοροδιαφεύγεις και αισχροκερδείς. Πληρώνεις τεράστια ποσά για να πάρεις πίσω ένα τίποτα. Δεν υπάρχει καμία απολύτως ανταποδοτικότητα. Και συνεισφέρουμε σε ένα κράτος το οποίο δεν μας σέβεται καθόλου. Άρα, γιατί εγώ να το σέβομαι; Έχουμε φτάσει σε κατάσταση να βγάζουμε όλοι τα ίδια, ανεξαρτήτως του πόσο δουλεύει καθένας. Οι νέες εισφορές δεν είναι τίποτε άλλο από έναν ακόμη φόρο. Να πληρώνεις εισφορές ανάλογα με το εισόδημά σου, αλλά η σύνταξη θα είναι ανάλογη των εισφορών που θα δώσεις; Αν προλάβουμε, δηλαδή, να πάρουμε σύνταξη ποτέ. Φτάσαμε στο σημείο οι ελεύθεροι επαγγελματίες να πληρώνουν όλα τα σπασμένα. Φυσικά, ο αδύναμος σε κάθε κοινωνία πρέπει να είναι προστατευμένος και από κει και πέρα καθένας να προσφέρει σύμφωνα με διαφορετικούς παράγοντες. Ήρθε ποτέ το κράτος να μου πει "πάρε ένα άτοκο δάνειο για να προχωρήσεις την επιχείρησή σου;"».


Υπενθυμίζω στη Δήμητρα ότι οι περισσότεροι πολίτες κατηγορούν τους ελεύθερους επαγγελματίες ότι κρύβουν συνεχώς εισοδήματα. «Αναμφισβήτητα, είμαστε μια στοχοποιημένη επαγγελματική κατηγορία. Κι εμείς, όμως, λέμε αντίστοιχα για τους δημόσιους υπαλλήλους. Καθένας έχει να λέει κάτι για τον άλλον, αλλά αυτό δεν λύνει τα προβλήματα. Όπως ο δημόσιος υπάλληλος δεν θα πληρωθεί αν ο ελεύθερος επαγγελματίας δεν πληρώσει φόρους, έτσι κι εγώ με τη σειρά μου δεν θα πληρωθώ, αν δεν έρθει σ' εμένα ο δημόσιος υπάλληλος» υποστηρίζει.

 

Ελεύθερος επαγγελματίας με μπλοκάκι στην Ελλάδα του 2017- αυτός ο ευτελισμός
Δεν αρνείται κανείς να πληρώσει φόρους, αρκεί να υπάρχει η κοινή λογική και η βασική ανταποδοτικότητα.


Στη συνέχεια τη ρωτώ ποιες είναι οι βασικές επιβαρύνσεις για έναν ελεύθερο επαγγελματία. «Φόρος εισοδήματος, ασφαλιστικές εισφορές, προκαταβολές φόρου, ειδική εισφορά αλληλεγγύης και τέλος επιτηδεύματος. Το οξύμωρο της κατάστασης είναι ότι το μισό ιατρείο το έχω αγοράσει με στεγαστικό δάνειο, αφού συμπλήρωσα το ποσό που είχα αποταμιεύσει όσο ήμουν στο ενοίκιο. Σας πληροφορώ ότι κάποτε οι τόκοι του δανείου εξέπιπταν, αυτήν τη στιγμή όχι μόνο δεν συμβαίνει αυτό αλλά το δάνειο πλέον θεωρείται τεκμήριο. Γιατί το πληρώνω κι έτσι οι εγκέφαλοι της εφορίας σου λένε ότι αφού πληρώνεις τη δόση, το δάνειο θεωρείται τεκμήριο. Δεν αρνείται κανείς να πληρώσει φόρους, αρκεί να υπάρχει η κοινή λογική και η βασική ανταποδοτικότητα» επισημαίνει.


Η Δήμητρα Παππά υπάγεται στον ΟΑΕΕ και πλέον, με τις νέες ρυθμίσεις, για το εισόδημά της, που κυμαίνεται στα 30.000 ευρώ, βάσει του νέου συστήματος θα πληρώσει 7.000 ευρώ σε εισφορές, ενώ μέχρι σήμερα πλήρωνε 4.000. «Θα πληρώσω 3.000 ευρώ παραπάνω, αλλά μπορεί να μου πει κάποιος πού αντιστοιχούν; Την ίδια περίθαλψη και την ίδια συνταξιοδότηση με πριν δεν θα έχω; Αυτά τα χρήματα, λοιπόν, από πού θα τα βγάλω; Θα τολμήσει κανείς να ανεβάσει τις τιμές, όταν ήδη ο κόσμος δυσκολεύεται και μας κατηγορούν κιόλας ότι δεν τις έχουμε μειώσει;» αναρωτιέται. Τη ρωτώ πώς αντιδρούν οι πελάτες και αν της ζητούν απόδειξη. «Ο κόσμος προτιμά να μη ζητά απόδειξη. Παλιότερα ζητούσαν, αλλά το τελευταίο διάστημα αυτό έχει περιοριστεί αρκετά. Αυτό που οι πολίτες δεν γνωρίζουν είναι ότι η μείωση του κόστους μιας επίσκεψης από τα 50 ευρώ που είναι σήμερα δεν εξαρτάται μόνο από εμάς αλλά και από τα έξοδά μας. Μειώνει τις τιμές μόνο αυτός που αισχροκερδεί. Ανήκω σ' εκείνους που πιστεύουν ότι πρέπει να κόβεις απόδειξη. Αν θέλεις να είσαι τυπικός και να είναι και οι άλλοι εντάξει μαζί σου, είσαι υποχρεωμένος να το κάνεις» αναφέρει.

 

Το τρίπτυχο «υπερφορολόγηση - γραφειοκρατία - ανάπτυξη νέων μορφών εργασίας», με τη μισθωτή εργασία να έχει φθίνουσα πορεία, δημιουργεί ένα εκρηκτικό κοκτέιλ για όλους τους εργαζόμενους, σε ένα ευρύτερο πλαίσιο.


Πώς σχολιάζει τις συναλλαγές με τις κάρτες που θα βοηθούν στο χτίσιμο του αφορολόγητου και θα καταπολεμούν τη φοροδιαφυγή; «Είμαι υπέρ και αν αυτό βοηθήσει στην πάταξη της φοροδιαφυγής, ακόμη καλύτερα. Εκεί που διαφωνώ είναι στο ότι πρέπει να περιοριστεί η προμήθεια της τράπεζας − ανάλογα με τη σύμβαση που κάνεις ώστε να σου δώσει το λεγόμενο "POS", η τράπεζα λειτουργεί ως μεσάζων. Με αυτό τον τρόπο το μόνο που πετυχαίνουν είναι το δυσανάλογο κέρδος της τράπεζας και όχι η πάταξη της φοροδιαφυγής. Αν από τα 5.000 ευρώ, τα 1.000 πάνε στην τράπεζα, καταπολεμάς τη φοροδιαφυγή; Και είμαι μια επιχείρηση που δεν απασχολεί υπαλλήλους, φαντάσου να έχεις να πληρώσεις και ΙΚΑ και μισθούς των εργαζομένων. Επίσης, κανείς δεν λαμβάνει υπόψη ότι εμείς στηρίζουμε και τα εκατομμύρια των ανέργων. Όταν έχεις 30% ανεργία, σημαίνει ότι ένας στους τρεις έχει έναν άνεργο στο σπίτι του. Ποιος τον ζει, λοιπόν, αυτό τον άνεργο; Το πρόβλημα είναι ότι οικονομική δυνατότητα του κόσμου είναι περιορισμένη. Μπορείς ως ιατρείο να έχεις αρκετούς πελάτες, αλλά οι δουλειές που αναλαμβάνεις είναι μικρές. Ο κόσμος, ακόμη και σε θέματα υγείας, προνοεί μόνο για τα απαραίτητα: γι' αυτό που φαίνεται, γι' αυτό που έσπασε ή πονάει. Ό,τι μπορεί να περιμένει, το αφήνει γι' αργότερα, όταν και αν έχει χρήματα» καταλήγει.

 

Στο ίδιο μήκος κύματος κινείται και η κ. Γεωργία Δηλάκη, κοινωνιολόγος και διδάκτωρ Ψυχολογίας. «Σε ένα πολιτικο-οικονομικό περιβάλλον που "κόπτεται" για την ιδιωτική πρωτοβουλία είναι οξύμωρο να βάλλεται ο ελεύθερος επαγγελματίας. Όλοι οι αυτοαπασχολούμενοι επιστήμονες και οι ελεύθεροι επαγγελματίες καλούμαστε να κατανοήσουμε καθημερινά νέους οικονομικούς όρους και νέα υπολογιστικά και φορολογικά δεδομένα, πέρα από τον φόρο εισοδήματος και τις εισφορές στο ασφαλιστικό ταμείο που γνωρίζαμε ως τώρα» λέει. «Το μεγαλύτερο ποσοστό των οικονομικών πόρων από την εργασία του ελεύθερου επαγγελματία καταλήγει σε φορολογικές υποχρεώσεις και ασφαλιστικές εισφορές, με το υπόλοιπο να μην επαρκεί για τον βιοπορισμό του ίδιου και της οικογένειάς του αλλά και την κάλυψη κι άλλων φορολογικών υποχρεώσεων, όπως ο φόρος ιδιοκτησίας ακινήτων, τα τέλη αυτοκινήτου. Έτσι, αυτονόητα πράγματα καταλήγουν σήμερα να θεωρούνται πολυτέλεια, αφού, για παράδειγμα, δεν περισσεύουν στον επιστήμονα κάθε ειδικότητας να αγοράσει τα βιβλία του, να εναρμονιστεί με τις εξελίξεις της τεχνολογίας, να παρακολουθήσει συνέδρια στο πλαίσιο της επιμόρφωσης ή στον τεχνίτη να ανανεώσει τον εξοπλισμό του ή στον συγγραφέα να τυπώσει το βιβλίο του ή στον θεατρικό παραγωγό να ανεβάσει το έργο του. Με τον τρόπο αυτό από τη μια υποβαθμίζονται οι παρεχόμενες στο κοινωνικό σύνολο υπηρεσίες, με την υπερ-φορολόγηση να αποτελεί τροχοπέδη στην πρόοδο και τον πολιτισμό, και από την άλλη ανατρέπεται η σχέση του ανθρώπου με την εργασία του, αφού, αντί να αντλεί ικανοποίηση από το επάγγελμά του, βιώνει άγχος, ανασφάλεια και απογοήτευση. Όταν επηρεάζεται αρνητικά η επαγγελματική εξέλιξη του ατόμου και η κοινωνική του καταξίωση μέσω των σπουδών και της εργασίας του, όταν το επάγγελμά του κινδυνεύει να πάψει να είναι μέσο έκφρασης και δημιουργίας, αναπόφευκτα πλήττεται και η αυτοπεποίθηση και η αίσθηση της αυταξίας του, με ερωτήσεις του τύπου: "Αφού δουλεύω εντατικά, τι φταίει και δεν τα βγάζω πέρα;"», επισημαίνει η κ. Δηλάκη.


«Πολλοί ελεύθεροι επαγγελματίες διακόπτουν το επάγγελμά τους, όχι από επαγγελματική ανεπάρκεια, αλλά από οικονομική αδυναμία, δηλαδή για να μη βρεθούν στο τέλος χρεωμένοι. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα αξιόλογοι, υγιείς άνθρωποι, με ιδέες, δυνατότητες και έμπνευση να αποκλείονται, εμμέσως πλην σαφώς, από το δικαίωμα στην εργασία στην πιο παραγωγική τους ηλικία και αυτό που είχαν να προσφέρουν στους συνανθρώπους τους να το "εισπράττει" το κοινωνικό σύνολο σε οπισθοδρόμηση. Και βέβαια, τα νέα αυτά δεδομένα της βαριάς φορολογίας που λυγίζει τους ελεύθερους επαγγελματίες δεν αποτελούν τη χρυσή τομή για την πάταξη της φοροδιαφυγής. Αντίθετα, μάλιστα, ελλοχεύει ο κίνδυνος οι υπερφορτωμένοι οικονομικά ελεύθεροι επαγγελματίες να αναζητήσουν άλλα μονοπάτια και να δραστηριοποιηθούν με άλλους τρόπους, όχι και τόσο θεμιτούς, οι οποίοι θα αποδυναμώσουν και τα φορολογικά έσοδα και τα ασφαλιστικά ταμεία. Καταλήγουμε, δηλαδή, ότι το τρίπτυχο «υπερφορολόγηση - γραφειοκρατία - ανάπτυξη νέων μορφών εργασίας», με τη μισθωτή εργασία να έχει φθίνουσα πορεία, δημιουργεί ένα εκρηκτικό κοκτέιλ για όλους τους εργαζόμενους, σε ένα ευρύτερο πλαίσιο».


Καταλήγοντας, η κ. Δηλάκη θέτει έναν προβληματισμό της: «Θα είχε ενδιαφέρον, μέσα από ένα μελλοντικό ρεπορτάζ σας, να αναδείξετε ποιος είναι πιο επιτυχημένος ελεύθερος επαγγελματίας: μόνο αυτός που καταφέρνει να είναι εντάξει στην υπερφορολόγησή του ή και εκείνος που, έχοντας πάθος για το επάγγελμά του, σημειώνει επιτυχίες, για παράδειγμα ένας γιατρός, φαρμακοποιός, βιολόγος ή χημικός που ανακάλυψε μια νέα δράση φαρμάκου για μια ανίατη ασθένεια, ένας τεχνίτης που ανακάλυψε μια νέα ωφέλιμη πηγή ενέργειας, ένας ηλεκτρονικός που εξέλιξε μια εφαρμογή που θα βοηθήσει ανθρώπους με ειδικές ανάγκες, αλλά χρωστάει το τέλος επιτηδεύματος ή την 100% προκαταβολή φόρου του επόμενου έτους; Μήπως η πολιτεία έχει υποχρέωση να βοηθήσει στη δεύτερη περίπτωση;».