Στο παλιό αεροδρόμιο Tempelhof του Βερολίνου, εκεί όπου οι διάδρομοι μοιάζουν ακόμη να κρατούν κάτι από την ψυχροπολεμική τους ατμόσφαιρα, ο Ρενέ Αλόνζ δουλεύει ανάμεσα σε πίνακες που κάποτε παρουσιάστηκαν ως αληθινοί και αποδείχθηκαν πλαστοί. Είναι ο επικεφαλής της μονάδας κλοπών έργων τέχνης της αστυνομίας του Βερολίνου, ένας αστυνομικός με ήσυχη φωνή, επιμονή και μία από τις πιο παράξενες ανεξιχνίαστες υποθέσεις της ευρωπαϊκής τέχνης μπροστά του.
Η υπόθεση αφορά έναν πίνακα τόσο μικρό που θα μπορούσε σχεδόν να χωρέσει σε τσέπη και τόσο βαρύ σε μυθολογία που σήμερα μοιάζει μεγαλύτερος από πολλές τοιχογραφίες. Το Portrait of Francis Bacon, που ζωγράφισε ο Λούσιαν Φρόιντ το 1952 με λάδι πάνω σε χαλκό, κλάπηκε στις 27 Μαΐου 1988 από τη Neue Nationalgalerie του Βερολίνου. Από τότε δεν έχει βρεθεί ποτέ. Σήμερα η αξία του εκτιμάται γύρω στα 20 εκατ. λίρες. Αλλά το πραγματικό του βάρος δεν βρίσκεται μόνο στην τιμή. Βρίσκεται στο ότι έγινε το χαμένο πρόσωπο μιας σχέσης, μιας εποχής και μιας εμμονής.
Ο Αλόνζ πιστεύει ότι ξέρει ποιος το έκλεψε. Σύμφωνα με όσα λέει στον Observer, η αστυνομία έχει πλέον έναν βασικό ύποπτο: έναν άνδρα που είχε έρθει στο Βερολίνο από την παλιά Ανατολική Γερμανία, θεωρούσε τον εαυτό του καλλιτέχνη και, σύμφωνα με την έρευνα, είχε έντονο ενδιαφέρον για τον Φράνσις Μπέικον. Δεν έχει κατηγορηθεί ποτέ για την κλοπή και δεν κατονομάζεται για νομικούς λόγους. Είναι σήμερα στα 70 του, ζει σχεδόν χωρίς ψηφιακό ίχνος και μοιάζει, μέσα στην αφήγηση, λιγότερο με ύποπτο αστυνομικής ιστορίας και περισσότερο με άνθρωπο που έχει μετατραπεί ο ίδιος σε σιωπή γύρω από έναν χαμένο πίνακα.
Το έργο ήταν ένα από τα πιο φορτισμένα μικρά αντικείμενα της μεταπολεμικής βρετανικής τέχνης. Ο Φρόιντ ζωγράφισε τον Μπέικον όταν οι δύο άνδρες ήταν ακόμη φίλοι, πριν η σχέση τους σπάσει, πριν ο ένας γίνει για τον άλλον όχι μόνο συνάδελφος και συνομιλητής, αλλά και μνήμη. Ήταν μια μικρή προσωπογραφία, σχεδόν 18 επί 13 εκατοστά, φτιαγμένη το 1952, σε μια στιγμή όπου η μεταπολεμική βρετανική ζωγραφική δοκίμαζε ξανά το πρόσωπο, το σώμα, την παραμόρφωση, την οικειότητα και τη βία του βλέμματος.
Όταν ο πίνακας έφτασε στο Βερολίνο το 1988, η πόλη βρισκόταν ακόμη πριν από την πτώση του Τείχους. Για τον Φρόιντ, η επιστροφή αυτή είχε και βιογραφικό βάρος. Είχε γεννηθεί στο Βερολίνο και είχε φύγει παιδί για τη Βρετανία, μαζί με την οικογένειά του, για να γλιτώσει από τους Ναζί. Η Neue Nationalgalerie στεκόταν σε μια περιοχή της πόλης όπου κάποτε είχε παίξει ως παιδί. Ένας πίνακας του Μπέικον από τον Φρόιντ, πίσω στο Βερολίνο, λίγο πριν τελειώσει ο Ψυχρός Πόλεμος: ακόμη και πριν κλαπεί, το έργο κουβαλούσε ήδη υπερβολικά πολλές σκιές.
Η κλοπή έγινε με τρόπο σχεδόν εξοργιστικά απλό. Εκείνο το πρωί, επτά φύλακες είχαν δηλώσει ασθένεια και άλλοι εννέα ήταν σε άδεια. Στην αίθουσα όπου εκτίθετο ο πίνακας βρισκόταν μόνο ένας υπάλληλος που κανονικά εργαζόταν στο βεστιάριο. Το έργο ήταν μικρό, στερεωμένο με βίδες που δεν θα καθυστερούσαν πολύ έναν αποφασισμένο κλέφτη. Το απόγευμα, ο υπάλληλος είδε ότι ο τοίχος ήταν άδειος. Οι πόρτες έκλεισαν, η αστυνομία κλήθηκε, αλλά ήταν ήδη αργά.
Από εκείνη τη στιγμή, το Portrait of Francis Bacon άρχισε να ζει τη δεύτερη ζωή του: όχι ως εικόνα πάνω σε τοίχο, αλλά ως απουσία. Κυκλοφόρησαν θεωρίες, φήμες, υποψίες. Κάποιοι αναρωτήθηκαν αν ο ίδιος ο Μπέικον είχε βάλει κάποιον να το κλέψει, ως εκδίκηση για τη ρήξη του με τον Φρόιντ. Άλλοι έψαξαν πιθανές διαδρομές προς τη Stasi και τη μαύρη αγορά έργων τέχνης της Ανατολικής Γερμανίας. Το πιο γοητευτικό με τις θεωρίες γύρω από χαμένα έργα είναι ότι όσο λιγότερα ξέρουμε, τόσο περισσότερο η φαντασία δουλεύει στη θέση της απόδειξης.
Ο Φρόιντ, σύμφωνα με τις μαρτυρίες, δεν το πήρε απλώς ως οικονομική απώλεια. Το πήρε σαν προσβολή. Όχι μόνο επειδή χάθηκε ένα σημαντικό πρώιμο έργο του, αλλά επειδή χάθηκε στο Βερολίνο, στην πόλη της παιδικής του ηλικίας και της εξορίας του. Όταν έμαθε για την κλοπή, φέρεται να είπε με τη δική του σκοτεινή ειρωνεία ότι οι Γερμανοί πάντα τα είχαν με τους Φρόιντ. Υπάρχει σε αυτή τη φράση κάτι περισσότερο από αστείο. Υπάρχει η πικρή συνείδηση ότι η Ιστορία μερικές φορές επιστρέφει όχι ως γεγονός, αλλά ως κακόγουστο προσωπικό σημάδι.
Ο ίδιος επέμενε, όταν αναπαραγόταν φωτογραφία του χαμένου έργου, να δημοσιεύεται ασπρόμαυρη. Το εξηγούσε εν μέρει πρακτικά, επειδή δεν υπήρχε καλή έγχρωμη αναπαραγωγή, αλλά και σαν μορφή πένθους, σαν μαύρο περιβραχιόνιο για έναν πίνακα που δεν μπορούσε πια να δει. Αργότερα τον ξανασχεδίασε από μνήμης, σε ένα εστιατόριο στο Λονδίνο. Το πρόσωπο του Μπέικον, όπως το θυμόταν πια, είχε γίνει πιο τραυματισμένο, πιο βαρύ, πιο σκοτεινό από το αρχικό.
Αυτό συμβαίνει με τα χαμένα έργα. Δεν παγώνουν στον χρόνο. Αλλάζουν επειδή αλλάζει η μνήμη τους. Ένα έργο που εξαφανίζεται γίνεται ταυτόχρονα αντικείμενο, φήμη, επιθυμία, απώλεια και προβολή. Το Portrait of Francis Bacon δεν είναι πια μόνο ένας μικρός πίνακας του Φρόιντ. Είναι η ιστορία του Φρόιντ που κοιτάζει τον Μπέικον, του Μπέικον ως προσώπου και εμμονής, του Βερολίνου που επιστρέφει σαν σκηνή κλοπής, των αστυνομικών που ψάχνουν χωρίς κάμερες, χωρίς μάρτυρες, χωρίς τεχνολογία, και ενός υπόπτου που μπορεί να κράτησε το μυστικό για σχεδόν τέσσερις δεκαετίες.
Ο βασικός ύποπτος είχε μπει στο ραντάρ της αστυνομίας από νωρίς. Ένας πληροφοριοδότης ισχυρίστηκε ότι είδε τον πίνακα στο σπίτι του την επόμενη μέρα της κλοπής. Όμως, με βάση τη γερμανική νομοθεσία, αυτή η μαρτυρία δεν αρκούσε τότε για να εκδοθεί ένταλμα έρευνας. Από εκεί και πέρα, η υπόθεση έμεινε σε εκείνη τη βασανιστική περιοχή όπου όλα μοιάζουν πιθανότατα και τίποτα δεν αρκεί. Πολλά ίχνη, καμία απόδειξη. Πολύς καπνός, κανένα έργο.
Ο Αλόνζ, που μεγάλωσε και ο ίδιος στην πρώην Ανατολική Γερμανία, άκουσε για την υπόθεση από παλαιότερο συνάδελφο και αποφάσισε να την ξανανοίξει. Από τότε μιλά με τον ύποπτο, τον συναντά, του τηλεφωνεί, τον αφήνει να τον εμπιστεύεται. Η σχέση τους έχει κάτι σχεδόν θεατρικό: ένας αστυνομικός που θέλει πίσω τον πίνακα και ένας άνθρωπος που αρνείται, θυμώνει, ξεφεύγει, αλλά συνεχίζει να βρίσκεται κοντά στην ιστορία. Ο Αλόνζ δεν ενδιαφέρεται τόσο να τιμωρήσει. Ξέρει ότι, λόγω χρόνου και παραγραφών, η δικαιοσύνη με την κλασική έννοια μπορεί να μην έρθει ποτέ. Θέλει να βρει το έργο.
Η σκιά του υπόπτου απλώνεται και σε άλλη υπόθεση κλοπής έργων τέχνης στο Βερολίνο, ανάμεσά τους και το The Poor Poet του Καρλ Σπίτσβεγκ, που χάθηκε έναν χρόνο μετά τον Φρόιντ. Για την αστυνομία, οι δύο υποθέσεις μπορεί να συνδέονται. Για τον αναγνώστη, αυτό προσθέτει άλλο ένα στρώμα μυθολογίας: ένας άνθρωπος, ή ένας κύκλος ανθρώπων, που κινείται ανάμεσα σε σύνορα, καθεστώτα, πίνακες, επιθυμίες, ψέματα και μαύρες αγορές, την ώρα που η Ευρώπη αλλάζει εποχή.
Το πιο παράξενο είναι ότι ο χαμένος Φρόιντ μπορεί να μην υπάρχει πια. Ο Αλόνζ αναγνωρίζει ότι ίσως έχει καταστραφεί. Ίσως ο ύποπτος να τον ενσωμάτωσε σε δικά του έργα. Ίσως να βρίσκεται ακόμη κάπου κρυμμένος, σε μια αποθήκη, σε ένα σπίτι, σε ένα μέρος που κανείς δεν σκέφτηκε να κοιτάξει. Αυτή είναι η σχεδόν μεταφυσική αγωνία της υπόθεσης: όλοι μιλούν για έναν πίνακα που ίσως δεν υπάρχει πλέον, αλλά η πιθανότητα ότι υπάρχει αρκεί για να κρατά ζωντανή ολόκληρη την ιστορία.
Και ίσως ακριβώς γι’ αυτό η υπόθεση συνεχίζει να μαγνητίζει. Δεν είναι μόνο το χρήμα. Δεν είναι μόνο το όνομα του Φρόιντ ή του Μπέικον. Είναι η ιδέα ότι ένα αντικείμενο τέχνης μπορεί να χαθεί και, χάνοντας τη φυσική του παρουσία, να μεγαλώσει. Να γίνει πιο επιθυμητό, πιο σκοτεινό, πιο ανεξέλεγκτο. Να πάψει να είναι απλώς εικόνα και να γίνει θρύλος. Τα έργα τέχνης συνήθως μπαίνουν στα μουσεία για να προστατευθούν από τον χρόνο. Αυτό το έργο βγήκε από το μουσείο και μπήκε σε έναν άλλο χρόνο, πιο ύπουλο, πιο φαντασματικό.
Ο Φρόιντ και ο Μπέικον θα καταλάβαιναν ίσως αυτή την ειρωνεία. Και οι δύο ζωγράφισαν σώματα και πρόσωπα σαν να ήξεραν ότι η ανθρώπινη μορφή δεν είναι ποτέ σταθερή. Ότι κάτω από το δέρμα υπάρχει παραμόρφωση, επιθυμία, επιθετικότητα, φθορά. Το χαμένο πορτρέτο τους μοιάζει τώρα να κάνει το ίδιο στην ιστορία της τέχνης: παραμορφώνει τη βιογραφία, την αστυνομική έρευνα, την αγορά, τη μνήμη, τη φιλία τους. Ένα έργο που κάποτε τεκμηρίωνε την οικειότητά τους έγινε απόδειξη της απώλειας.
Ο Αλόνζ συνεχίζει να μιλά με τον ύποπτο γιατί πιστεύει ότι, αν σταματήσει, ίσως χαθεί και η τελευταία πιθανότητα να βρεθεί ο πίνακας μετά τον θάνατό του. Δεν ξέρει αν είναι ακόμη σε ένα κομμάτι. Δεν ξέρει αν θα επιστρέψει ποτέ στο Λονδίνο. Αλλά δεν έχει εγκαταλείψει την ελπίδα. Σε μια εποχή όπου όλα αφήνουν ίχνη, η υπόθεση του χαμένου Φρόιντ μοιάζει σχεδόν εξωπραγματική: ένας άνθρωπος χωρίς ψηφιακή παρουσία, ένας πίνακας χωρίς σώμα, μια αστυνομική σχέση χτισμένη πάνω στην υπομονή, ένα έργο που μπορεί να κρύβεται ακόμη μέσα σε μια σιωπή.
Το Portrait of Francis Bacon ήταν κάποτε ένας μικρός πίνακας πάνω σε χαλκό. Σήμερα είναι κάτι πιο ασταθές και πιο δυνατό: ένα φάντασμα της σύγχρονης τέχνης. Ένας Μπέικον που λείπει από το βλέμμα του Φρόιντ. Ένα έργο που όλοι περιγράφουν, αλλά κανείς δεν βλέπει. Μια εικόνα που χάθηκε τόσο ολοκληρωτικά ώστε απέκτησε τη δική της δεύτερη ζωή.
Και όσο ο Ρενέ Αλόνζ συνεχίζει να τηλεφωνεί σε έναν ηλικιωμένο ύποπτο στη βόρεια Γερμανία, η υπόθεση παραμένει ανοιχτή, όχι μόνο για την αστυνομία, αλλά και για την ίδια τη φαντασία της τέχνης.
Με στοιχεία από: The Observer, The Art Newspaper.