Μια νέα μεγάλη έκθεση στο Λονδίνο δίνει στον Ραμσή Β΄ την ευκαιρία να επιστρέψει στο επίκεντρο της ιστορίας, έξω από τη σκιά του Τουταγχαμών. Η έκθεση «Ramses and the Pharaohs’ Gold», που φιλοξενείται στο Battersea Power Station έως τις 31 Μαΐου, παρουσιάζει περισσότερα από 180 αντικείμενα από την εποχή του, αναδεικνύοντας έναν από τους πιο μακροβιότερους και φιλόδοξους ηγεμόνες της αρχαίας Αιγύπτου.
Ο Ραμσής Β΄ (1279–1213 π.Χ.) βασίλεψε για 66 χρόνια, έφτασε σε ηλικία περίπου 90 ετών και άφησε πίσω του τεράστιο οικοδομικό και πολιτικό αποτύπωμα. Σε αντίθεση με τον Τουταγχαμών, ο οποίος έγινε παγκοσμίως γνωστός χάρη στην ανέπαφη ανακάλυψη του τάφου του το 1922, ο Ραμσής δεν οφείλει τη φήμη του σε μια αρχαιολογική συγκυρία, αλλά σε μια συστηματική στρατηγική αυτοπροβολής.
Στην έκθεση δεν παρουσιάζεται η μούμια του —η οποία παραμένει στο Κάιρο—, αλλά εκτίθεται το φέρετρο στο οποίο είχε βρεθεί, μαζί με κοσμήματα, αγαλματίδια και αντικείμενα που συνδέονται με τη βασιλική αυλή της περιόδου. Το πρόσωπο του Ραμσή, όπως έχει διασωθεί από τη μούμια του, θεωρείται ένα από τα πιο εντυπωσιακά παραδείγματα αιγυπτιακής ταρίχευσης: τα χαρακτηριστικά του παραμένουν αναγνωρίσιμα έπειτα από τρεις χιλιετίες.
Η ιστορία του, ωστόσο, δεν περιορίζεται στη μεταθανάτια εικόνα του. Ο Ραμσής υπήρξε ηγεμόνας με έντονη στρατιωτική και διπλωματική δράση. Η Μάχη του Καντές, εναντίον των Χετταίων, αποτελεί ένα από τα πιο γνωστά επεισόδια της βασιλείας του. Αν και η σύγκρουση κατέληξε σε αμφίρροπο αποτέλεσμα, ο ίδιος φρόντισε να απαθανατίσει τη νίκη του σε ανάγλυφα και επιγραφές, όπου παρουσιάζεται να αντιμετωπίζει μόνος του τους εχθρούς.
Η πολιτική του δραστηριότητα συνοδεύτηκε από εκτεταμένα οικοδομικά έργα. Το πιο εμβληματικό από αυτά είναι ο Μεγάλος Ναός στο Αμπού Σιμπέλ, με τις τέσσερις γιγαντιαίες καθιστές μορφές του φαραώ, λαξευμένες σε βράχο ύψους 20 μέτρων. Και οι τέσσερις μορφές απεικονίζουν τον ίδιο — μια δήλωση δύναμης και ελέγχου της εικόνας που δύσκολα περνά απαρατήρητη.
Το ζήτημα της μνήμης και της εξουσίας επανέρχεται και μέσα από τη λογοτεχνική κληρονομιά του Ραμσή. Στον δυτικό κόσμο είναι γνωστός και ως Οζυμανδίας, από την ελληνική απόδοση του ονόματός του. Το ποίημα «Ozymandias» του Πέρσι Μπις Σέλεϊ (1818) χρησιμοποιεί το ερείπιο ενός γιγαντιαίου αγάλματος για να υπογραμμίσει την ειρωνεία της εξουσίας και τη φθορά του χρόνου. «Κοιτάξτε τα έργα μου, ισχυροί, και απελπιστείτε», γράφει ο ποιητής, για να αποκαλύψει αμέσως μετά ότι γύρω από το μνημείο απλώνεται μόνο έρημος.
Η έκθεση στο Battersea επιχειρεί να αποκαταστήσει την ιστορική πολυπλοκότητα του Ραμσή, πέρα από τη ρομαντική ειρωνεία του Σέλεϊ ή την εμπορική κυριαρχία του Τουταγχαμών. Παράλληλα, υπενθυμίζει ότι η αρχαία Αίγυπτος δεν ήταν ένας απομονωμένος πολιτισμός στραμμένος αποκλειστικά στη μεταθανάτια ζωή, αλλά μια δύναμη που συμμετείχε ενεργά σε διεθνείς συγκρούσεις και διπλωματικές συμμαχίες.
Το ίδιο το πλαίσιο της έκθεσης —σε έναν πρώην βιομηχανικό χώρο που έχει μετατραπεί σε πολιτιστικό και εμπορικό κόμβο— προσδίδει ένα επιπλέον επίπεδο ανάγνωσης: η ιστορία παρουσιάζεται μέσα σε ένα σύγχρονο περιβάλλον κατανάλωσης και εμπειρίας. Ο Ραμσής, ο οποίος φρόντιζε να χαράζει το όνομά του βαθιά στους ναούς για να μην αφαιρεθεί, επιστρέφει σε μια εποχή όπου η μνήμη και η εικόνα διακινούνται ψηφιακά.
Τρεις χιλιάδες χρόνια μετά τον θάνατό του, ο φαραώ που επιδίωξε την αιώνια δόξα εξακολουθεί να προκαλεί ερωτήματα για τη σχέση ανάμεσα στην εξουσία, την εικόνα και την ιστορία. Η έκθεση στο Λονδίνο προσφέρει μια νέα ευκαιρία να επανεξεταστεί η κληρονομιά του — όχι ως θρύλος, αλλά ως πολιτικό και πολιτισμικό φαινόμενο.