«Αυτό που θα ήθελα να κάνω πραγματικά είναι μια ακόμα ταινία» λέει η Μάρθα Μετζάρος η πρωτοπόρος σκηνοθέτις από την Ουγγαρία που φέτος συμπληρώνει τα 90 της χρόνια.

 

Μιλώντας στον Γκάρντιαν η Μετζάρος αποκάλυψε πως όταν ήθελε να σπουδάσει κινηματογράφο στην πατρίδα της, στα τέλη της δεκαετίας του 40 της είπαν «Δε θέλουμε κανέναν από το νηπιαγωγείο» κι έτσι αποφάσισε να πάει στη Μόσχα αφού μιλούσε άπταιστα τη ρωσική γλώσσα και είχε ζήσει εκεί μεγάλο μέρος της παιδικής της ηλικίας. Το φύλο ήταν το κρίσιμο σημείο, γιατί όπως λέει «Δεν υπήρχαν τόσες πολλές γυναίκες σκηνοθέτες εκείνες τις μέρες και «μια γυναίκα που ήθελε να έχει αυτή την καριέρα έμοιαζε με αστείο. Όλοι οι άντρες με γελούσαν».

 

Βέβαια στην περίπτωση της Μετζάρος ισχύει το «γελάει καλύτερα όποιος γελάει τελευταίος». Πέρασε μια δεκαετία φτιάχνοντας ντοκιμαντέρ για τη ζωή των απλών ανθρώπων, όπως των δασκάλων και των εργατών σε εργοστάσια, για να βελτιώσει το δυναμικό οπτικό της στυλ και το 1968 σκηνοθέτησε το «Κορίτσι», την πρώτη ταινία γυναίκας σκηνοθέτιδας στην Ουγγαρία. Στο «Κορίτσι», ένα ήσυχο και εσωστρεφές κορίτσι της εργατικής τάξης φεύγει από το κρατικό ορφανοτροφείο στη Βουδαπέστη όπου μεγάλωσε και ταξιδεύει στην αγροτική ύπαιθρο για να επισκεφτεί τη μητέρα της και να δει ότι η ζωή της θα πάρει άλλη τροπή.

 

Η πρωτοπόρος σκηνοθέτης της Ουγγαρίας Μάρθα Μετζάρος γίνεται 90 ετών
H Mετζάρος στην αρχή της καριέρας της

 

Το 1976 η Μετζάρος κάνει την πρώτη έγχρωμη ταινία της και η εκπληκτική παραγωγή της συνεχίστηκε με μια ταινία το χρόνο μέχρι το 1990. Το 1975, έγινε η πρώτη γυναίκα σκηνοθέτιδα που κέρδισε τη Χρυσή Άρκτο στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Βερολίνου, για την «Υιοθεσία». Αυτή η βράβευση σηματοδόττησε της αλλαγή της θέσης της μέσα στον ανδροκρατούμενο κόσμο των ομοτέχνων της. Ένιωθε μόνη στον κλάδο; «Ήμασταν μόνο εγώ και η Ανιές Βαρντά. Συνηθίζαμε να το διασκεδάζουμε μαζί: όπου πηγαίναμε, οι άνθρωποι μας ρωτούσαν: «Πώς οι γυναίκες κάνουν ταινίες;», λέει στον Γκάρντιαν.

 

Στην Υιοθεσία, η Κάτα, μια σαραντάρα χήρα, εργάζεται σε εργοστάσιο και ζει μια μοναχική ζωή στημικρή της πόλη. Ο ερωτικός της δεσμός μ’ έναν παντρεμένο οδηγείται σε αδιέξοδο, όταν αυτή του ζητάνα αποκτήσουν παιδί (χωρίς καμία δέσμευση για τον άντρα) και εκείνος αρνείται. Αποξενωμένη καιχωρίς προοπτική από τη ζωή, κάποια στιγμή γνωρίζεται με μια πολύ νεαρή κοπέλα, τρόφιμο ενόςγειτονικού αναμορφωτηρίου που της ζητά να νοικιάσει ένα δωμάτιο στο σπίτι της, για να περνά εκείλίγες ώρες με τον φίλο της. Αυτές οι εντελώς διαφορετικές γυναίκες θα συνδεθούν, θα επικοινωνήσουν, θα γίνουν φίλες και η Κάτα θα προσπαθήσει να βοηθήσει τη νέα της φίλη στα προβλήματα που αντιμετωπίζει.

 

Η Μετζάρος δημιούργησε σε αυτή την ταινία ένα απόλυτα γυναικείο κινηματογραφικό σύμπαν και κινηματογράφησε με ακαταμάχητη επιμονή και ηθική συνέπεια την κοινωνική θέση της γυναίκας, τη σχέση της με το καταπιεστικό περιβάλλον, τον αγώνα και την αγωνία της να παραμείνει ανεξάρτητη και αυτεξούσια μέσα στις ανδροκρατούμενες εξουσιαστικές δομές. Στην Υιοθεσία συλλαμβάνει τις πιολεπτές αποχρώσεις της γυναικείας συμπεριφοράς, μέσα από τη σχέση ανάμεσα σε δύο εντελώςαντιθετικούς γυναικείους χαρακτήρες αναδεικνύοντας έτσι την ψυχική αντοχή και τηνπολυπλοκότητα της γυναικείας φύσης.

 

Η Μετζάρος που ο γλύπτης πατέρας της εκτελέστηκε στις σταλινικές εκκαθαρίσεις και η μητέρα της πέθανε λίγο αργότερα με «σπασμένη» όπως λέει καρδιά, όταν γεννήθηκε συμπεριλαμβάνει στο έργο της αυτοβιογραφικές σελίδες αλλά όχι στο βαθμό που θα ήθελε, αφού η λογοκρισία τη σταμάτησε από το να δημιουργήσει ένα πολιτικό δράμα. Γεννημένη στη Βουδαπέστη, η Μετζάρος πέρασε τα πρώτα δύο χρόνια της ζωής της στη Σοβιετική Ένωση, όπου οι γονείς της είχαν μεταναστεύσει ως κομμουνιστές καλλιτέχνες το 1936. Η Μετζάρος μεγάλωσε από την ανάδοχη μητέρα της στην ΕΣΣΔ. Από τα αυτοβιογραφικά της έργα ξεχωρίζουν αυτά που την έκαναν και διάσημη στη Δύση τα Diary for My Children (1984), Diary for My Lovers (1987) και Diary for My Mother and Father (1990).

 

Η Μετζάρος είναι από τους πρώτους καλλιτέχνες στην Ουγγαρία που αμφισβήτησε το καθεστώς και τη λογοκρισία, όχι μόνο με την συνειδητή απεικόνιση της κυβέρνησης και των ατομικών εμπειριών του παρελθόντος, αλλά και με τη φωνή της που είχε διεθνή απήχηση.

 

Στο περιεχόμενο του έργου της διερευνά τα μεγάλα κενά ανάμεσα στα ιδανικά και τις πραγματικότητες, και ζητήματα που συνήθως αγνοούσε ο κινηματογράφος της Ανατολικής Ευρώπης: η υποταγή των γυναικών, οι συγκρούσεις αστικών και αγροτικών πολιτισμών, ο ανταγωνισμός μεταξύ των υπαλλήλων των γραφειοκρατικών δομών, ο αλκοολισμός, το χάσμα γενεών, η διάλυση των παραδοσιακών οικογενειακών δομών και η κατάσταση των κρατών, όπως και το ζήτημα των ορφανών παιδιών. Οι οκτώ μεγάλου μήκους ταινίες της από το 1968 έως το 1979 ασχολούνται με την κοινωνική καταπίεση, τους οικονομικούς περιορισμούς και τις συναισθηματικές προκλήσεις που αντιμετωπίζουν οι γυναίκες της Ουγγαρίας.

 

Όπως λέει η Βιρτζίνια Γουλφ «Οι ιστορίες που ακολουθούν τους ανθρώπους μέχρι και μέσα στο δωμάτιό τους είναι δύσκολες». Η Μετζάρος κατάφερε και έφερε στην οθόνη αυτό ακριβώς το σινεμά, χωρίς φλυαρίες, χωρίς αναλύσεις και μας παρέδωσε ταινίες που ανατέμνουν την εσωτερικότητα και την πιο περίπλοκη περιοχή της ανθρώπινης φύσης.