Στο ρετιρέ της Ειρήνης Κανά δεν φτάνει ο θόρυβος της πόλης. Εδώ όλα κινούνται με έναν δικό τους ρυθμό. Η κλασική μουσική παίζει χαμηλά, οι δυο της γάτες περπατούν αθόρυβα ανάμεσα σε πίνακες και παλιά έπιπλα, τα φυτά απλώνονται παντού και το φως αλλάζει μέσα στη μέρα. Ο χώρος μοιάζει να έχει απορροφήσει χρόνια καλλιτεχνικής ζωής, φιλίας, συζητήσεων και αναζητήσεων. Δεν είναι ένα τυπικά «όμορφο» σπίτι με την ψυχρή έννοια του design. Έχει κάτι ζωντανό, σχεδόν οργανικό. Εδώ η τέχνη επιμένει ακόμα πεισματικά να χωρά μέσα στην καθημερινότητα.
Οι πραγματικές πρωταγωνίστριες του διαμερίσματος είναι οι δυο μεγάλες βεράντες, μπροστά και πίσω. Γεμάτες γλάστρες, μυρωδιές, σκιές και φως κάνουν το σπίτι να μοιάζει με έναν μικρό «χαμένο παράδεισο». Εντελώς κόντρα, αν σκεφτείς ότι είναι πάνω στη Μιχαλακοπούλου. Θυμίζει περισσότερο μεσογειακή Εδέμ παρά αθηναϊκό διαμέρισμα. Και η τέχνη μέσα στο σπίτι της Ειρήνης ξετυλίγεται με μια δική της χορογραφία. Είναι σαν φυσική παρουσία· δεν κατοικεί απλώς στους τοίχους αλλά είναι παντού, στον τρόπο που πέφτει το φως, στα αντικείμενα, στα χρώματα, στις λεπτομέρειες.
«Τα σπίτια φτιάχνονται σιγά-σιγά μέσα από ανακαλύψεις, δώρα φίλων και τυχαίες συναντήσεις με αντικείμενα που μιλούν στον άνθρωπο που τα διαλέγει».
Τη ρωτάω πότε ήρθε σε αυτό το διαμέρισμα. «Πριν από δεκαπέντε χρόνια», λέει. Το αγάπησε με το που το είδε γιατί, ενώ βρίσκεται τόσο βαθιά μέσα στην πόλη, σε κάνει να νιώθεις ταυτόχρονα ότι είσαι έξω από αυτήν. Όταν μπήκε, ήταν σχεδόν ετοιμόρροπο. Το είχαν αφήσει στην τύχη του και είχε σχεδόν ρημάξει. «Σ’ αυτό το ρετιρέ είχε ζήσει η Αλίκη Βουγιουκλάκη για δυο χρόνια, όταν ήταν παντρεμένη με τον Ηλιάδη», μου λέει με χαμόγελο. Ενθουσιάζομαι με την πληροφορία, λες και μπορώ να αναπνεύσω «βουγιουκλακισμό».
Η ατμόσφαιρα του διαμερίσματος έχει κάτι βαθιά κοινωνικό και εξωστρεφές, έναν τρόπο να σε τραβάει αμέσως μέσα του. Εδώ οι φίλοι έρχονται χωρίς πολλή συνεννόηση, ανοίγουν κρασιά, τρώνε, μιλούν για ζωγραφική, μουσική, ταινίες και κάθονται μέχρι αργά. Η ίδια η Ειρήνη το προκαλεί αυτό. Αγαπάει τη φιλοξενία και το καταλαβαίνεις με το «καλημέρα». Μας φιλεύει με φροντίδα σπιτικά τυροπιτάκια, χειροποίητες μπρουσκέτες, κεράσια, βγάζει σοκολατάκια, γεμίζει το ποτήρι μας κρασί και μας κάνει να νιώθουμε αμέσως ζεστά και οικεία.
Το μάτι μου πέφτει σε μια φωτογραφία του δασκάλου, μέντορα και φίλου της, Παναγιώτη Τέτση, που βρίσκεται στη βιβλιοθήκη. Μου λέει πως είχαν στενή φιλία. Του άρεσε να κάθεται στη βεράντα της και να πίνει κρασί μαζί με τους άλλους μαθητές του, με τη χαλαρή ατμόσφαιρα της παρέας που σήμερα μοιάζει όλο και πιο σπάνια. Μαζεύονταν συχνά εδώ φίλοι, ζωγράφοι, άνθρωποι μεγαλύτεροι και νεότεροι, σε έναν χώρο που είχε πάντα κόσμο, κουβέντες και μια βαθιά αίσθηση συντροφικότητας.
Όταν τη ρωτάω τι θυμάται περισσότερο από εκείνον, χαμογελάει σεμνά. «Τι να πρωτοθυμηθώ; Τα θυμάμαι όλα», λέει. «Κυρίως τη νεανική ενέργεια που είχε. Ήταν πιο παιδί από όλους μας και κάπως μας το μάθαινε κι εμάς αυτό». Μέσα από τις ιστορίες της, ο Τέτσης δεν εμφανίζεται ως «ιερή» μορφή της ελληνικής ζωγραφικής αλλά ως ένας άνθρωπος γεμάτος χαρά, περιέργεια και δίψα για ζωή. Ένας άνθρωπος που ακόμα και στα 85 του τηλεφωνούσε σε φίλους για να οργανώσει βραδινά τραπέζια με την όρεξη ενός νεότερου ανθρώπου. Μου δείχνει τα έργα του που έχει κρεμασμένα στους τοίχους και τα επεξεργάζομαι με θαυμασμό.
Παντού υπάρχουν ιστορίες, έργα τέχνης, αντίκες και μικρές προσωπικές μνήμες. Στο καθιστικό συνυπάρχουν πίνακες, παλιά έπιπλα και αντικείμενα με μια αβίαστη θεατρικότητα, χωρίς τίποτα να δείχνει επιτηδευμένο. Η τραπεζαρία είναι γεμάτη ευρήματα που ξέθαψε από παλαιοπωλεία στο Μοναστηράκι. «Τα σπίτια φτιάχνονται σιγά-σιγά», μου λέει, «μέσα από ανακαλύψεις, δώρα φίλων και τυχαίες συναντήσεις με αντικείμενα που μιλούν στον άνθρωπο που τα διαλέγει».
Ένα γνήσιο art deco κομμάτι βρέθηκε ξεχασμένο στην αποθήκη του ίδιου του διαμερίσματος, μια παλιά κινέζικη λάμπα στέκει σαν μικρό γλυπτό στον χώρο, ενώ ένας καθρέφτης είναι δώρο ενός αγαπημένου φίλου της διπλωμάτη. Το παλιό λονδρέζικο γραφείο ανήκε στον άντρα της θείας της. Τίποτα δεν μοιάζει να αγοράστηκε βιαστικά ή για να υπηρετήσει μια εικόνα. Όλα κουβαλούν μια μικρή ιστορία. Της αρέσουν τα πράγματα που μας συνδέουν με μνήμες.
Κάποιες από τις αντίκες, ένα άγαλμα δίπλα στο τζάκι και κάποια έργα συνδέονται και με τον πεθερό της, τον ζωγράφο Αντώνη Κανά, του οποίου το όνομα κράτησε όχι από υποχρέωση αλλά από ουσιαστική εκτίμηση προς το έργο και την παρουσία του. Αυτή η αίσθηση καλλιτεχνικής συνέχειας διατρέχει ολόκληρο τον χώρο. Τίποτα δεν μοιάζει απλώς διακοσμητικό· όλα φαίνεται να έχουν μνήμη.
Η ασπρόμαυρη κουζίνα έχει κάτι από παλιό ευρωπαϊκό ατελιέ και ο Τέτσης την πείραζε, λέγοντάς της πως έκανε την κουζίνα της «Coco Chanel». Ακριβώς έξω από την κουζίνα, ένα μικρό έπιπλο αντίκα είναι βαμμένο σε έντονο κίτρινο χρώμα. Σπάει όμορφα την ασπρόμαυρη αυστηρότητα του χώρου και δημιουργεί μια κινηματογραφική αντίθεση. Καταλαβαίνεις ότι η Ειρήνη ξέρει πολύ καλά να αφήνει τα χρώματα να συνομιλούν μεταξύ τους χωρίς τίποτα να μοιάζει φλύαρο ή τυχαίο. Το φούξια υπνοδωμάτιο σπάει κι αυτό με τη σειρά του τη χρωματική ηρεμία. Πάνω στο κρεβάτι βρίσκεται μια πολύχρωμη κουβέρτα. «Την είχε φτιάξει η γιαγιάκα μου», λέει τρυφερά. Για την Ειρήνη το χρώμα δεν είναι διακόσμηση. Είναι ανάγκη.
Μου λέει ότι δεν αγαπάει ιδιαίτερα το ψυχρό design, ούτε την ιδέα ενός τέλειου, στυλιζαρισμένου χώρου. Αυτό που την ενδιαφέρει είναι η σύνθεση, η αίσθηση ότι τα πράγματα συνομιλούν μεταξύ τους. «Θέλω να το τοποθετώ τα πάντα με τρόπο που να με ικανοποιεί αισθητικά», λέει χαμογελώντας. «Αισθάνομαι τον πλανήτη σαν σπίτι μου», λέει κάποια στιγμή, μιλώντας με την ίδια τρυφερότητα για τα σαλιγκάρια που τρώνε τα φύλλα των φυτών της και για τις γάτες που κυκλοφορούν ανεξάρτητες μέσα στον χώρο. Αντιμετωπίζει ανθρώπους, ζώα και φυτά σαν να ανήκουν όλα στο ίδιο οικοσύστημα τρυφερότητας. Μου λέει ότι δεν δένεται εύκολα με σπίτια και πως έχει πάντα το ένα της πόδι στο άγνωστο.
Το εργαστήρι της βρίσκεται μέσα στο σπίτι. Παλιά διατηρούσε αλλού το ατελιέ της, αλλά πλέον της αρέσει η τέχνη να μπλέκεται με την καθημερινότητα, κάτι που της επιτρέπει να δουλεύει οποιαδήποτε στιγμή αισθανθεί την ανάγκη. Ξυπνάει μέσα στη νύχτα και μπορεί να ζωγραφίζει για ώρες. «Αν δεν δουλέψω μια μέρα, μου στοιχίζει», λέει. Η σχέση της με τη ζωγραφική μοιάζει οργανική, σχεδόν σωματική.
Αυτόν τον καιρό εκθέτει τα έργα της στο Πολυκεντρικό Μουσείο Αιγών. Παράλληλα, τρέχει η έκθεσή της με τοπία στη Nitra Gallery της Θεσσαλονίκης και ετοιμάζει και κάποιες φιγούρες που μου τις δείχνει μισοτελειωμένες. Δίπλα στο ατελιέ είναι η πίσω βεράντα της. Με ξεναγεί με μεγάλη αγάπη. Οι βεράντες παραμένουν, όχι άδικα, το αγαπημένο της σημείο. Εκεί τρώει, διαβάζει, πίνει καφέ, ακούει μουσική, κοιτάζει τα φυτά της. Το καλοκαίρι σχεδόν μετακομίζει έξω. Αγαπάει την κλασική μουσική, τις ταινίες αλλά και τις απλές καθημερινές στιγμές με τις γάτες και τις γλάστρες της. Ασχολείται με τα φυτά της καθημερινά, σε μια κατάσταση που τη λες και διαλογισμό.
Με τα φυτά ασχολήθηκε αργότερα στη ζωή της και πλέον είναι ευγνώμων για την καθημερινή τους φροντίδα. Μου δείχνει την μπιγκόνια της, που τη λένε «βασίλισσα», τις κάλες που εξαπλώνονται, τη μουσμουλιά, τις λεμονιές, τις πορτοκαλιές, τα μανταρίνια, τα βερίκοκα. Πολλά φυτά φύτρωσαν μόνο από ένα κουκούτσι. Έχει μια συκιά και ανθισμένες αμαρυλλίδες που της είχε δώσει ο Τέτσης, ο οποίος αγαπούσε ιδιαίτερα αυτά τα λουλούδια. Τη ρωτάω αν μπορώ να πάρω ένα άνθος να το φυτέψω. Μου το δίνει με χαρά. Σκέφτομαι ότι θα έχω κι εγώ λίγες αμαρυλλίδες του Τέτση στο μπαλκόνι μου.
Φεύγω αρκετές ώρες μετά. Τα ποτήρια έχουν μείνει πάνω στο τραπέζι, οι γάτες συνεχίζουν τις βόλτες τους ανάμεσα στα φυτά και η μουσική παίζει ακόμα χαμηλά κάπου στο βάθος. Σκέφτομαι πως υπάρχουν τελικά άνθρωποι που δεν διακοσμούν απλώς έναν χώρο αλλά χτίζουν έναν ολόκληρο τρόπο ζωής μέσα στην πόλη. Και ίσως αυτή να είναι σήμερα η πραγματική πολυτέλεια. Εγώ πάντως έφυγα με τη μυστική επιθυμία να ξανανεβώ σ’ αυτό το ρετιρέ σύντομα και να συνδεθώ με αυτή την καλλιτεχνική ευγένεια που σπάνια συναντάς έτσι αβίαστα.