Μια Παρασκευή που χάνομαι στις ανηφόρες του Παλαιού Ψυχικού και τις ανεβαίνω ασθμαίνοντας, φτάνω σε ένα επιβλητικό σπίτι που μοιάζει εξωτερικά με μια καθαρή γεωμετρική σύνθεση από εμφανές μπετόν και κατακόρυφες περσίδες σε θερμή απόχρωση, σαν φίλτρα φωτός που αλλάζουν όψη μέσα στη μέρα. Είναι ένα σχεδόν brutalist σχέδιο με ευδιάκριτους όγκους.
Μου ανοίγει η όμορφη Άννα και ανεβαίνουμε με το ασανσέρ στο καθιστικό. Αντικρίζω μια απροσδόκητη και ανεμπόδιστη θέα, με το Λεκανοπέδιο όλο στο πιάτο, ένα ευεργετικό φως και μια «ανοιχτωσιά» που είναι σαν να ανοίγει τα τσάκρα της καρδιάς. Όταν επιτέλους καταφέρνω να αποσπάσω το βλέμμα μου από τη θέα, αντιλαμβάνομαι ότι βρίσκομαι σε ένα σπίτι όπου το design δεν είναι διακόσμηση αλλά ταυτότητα.
Ο Λουκάς είναι στη δουλειά, τα δυο αγόρια τους στο σχολείο. Έτσι, ανακρίνω την Άννα. «Μα πώς ήρθατε σε αυτό το σπίτι με την τόσο μοναδική θέα;» ρωτάω. «Ήταν το πρώτο οικόπεδο που είδαμε. Είπα στον Λουκά: “Έλα να το δεις, νομίζω θα έχει ωραία θέα”. Ο Λουκάς όμως με το που το είδε είπε: “Δεν κάνει, δεν χτίζεις εδώ”. Έτσι, συνεχίσαμε να ψάχνουμε και η αλήθεια είναι ότι είδαμε πάρα πολλά σπίτια μέχρι να καταλήξουμε. Τίποτα δεν μας άρεσε, οπότε ήρθε, το ξαναείδε και αναθεώρησε».
Το σπίτι δεν βασίζεται σε εντυπωσιακές χειρονομίες. Η δύναμή του βρίσκεται στη συνύπαρξη: high-design αντικείμενα δίπλα σε καθημερινά εργαλεία, συλλεκτικά κομμάτια δίπλα σε «οικογενειακή» τέχνη, αυστηρή αρχιτεκτονική δίπλα σε θερμές υφές.
Της λέω ότι το εξωτερικό είναι πολύ εντυπωσιακό. Δίνει την αίσθηση ότι πρόκειται για ένα πολύ μεγαλύτερο σπίτι από ό,τι είναι. Μου λέει ότι ισχύει – θα μπορούσαν να είχαν περισσότερους χώρους, αλλά τους ενδιέφερε να είναι μαζεμένο και λειτουργικό.
Μου εξηγεί ότι ο Λουκάς το σχεδίασε με έναν έξυπνο τρόπο ώστε να «σηκωθεί», γι’ αυτό έφεραν το καθιστικό πάνω και πήγαν τις κρεβατοκάμαρες κάτω. «Για να έχουμε όλοι αυτή την ανεμπόδιστη θέα», λέει.
Η κατασκευή και οι εργασίες ολοκληρώθηκαν μέσα σε ενάμιση-δύο χρόνια. «Ευτυχώς είχαμε πρόσβαση σε ανθρώπους και συνεργεία που ο Λουκάς εμπιστευόταν». Θυμάται εκείνο το διάστημα ως μια ευχάριστη δημιουργική φάση και όχι ως βραχνά, όπως είναι για πολλούς.
«Όλη η διαδικασία είναι πάρα πολύ δημιουργική. Το περιμένεις, το ονειρεύεσαι, το αναπροσαρμόζεις. Ακούω για ζευγάρια που όλο τσακώνονται σε αυτήν τη φάση – εμείς το βιώσαμε με πολλή αγάπη. Ακόμη και εκεί που διαφωνούσαμε έγινε ένας επί της ουσίας διάλογος που έφερε αποτέλεσμα». Τη ρωτάω με ποιο κριτήριο έγινε η διακόσμηση. «Δεν φέραμε τίποτα από το παλιό σπίτι – μόνο ένα τραπέζι, και τελικά ούτε αυτό ταίριαζε».
«Είναι επαναστατικό να πετάς το χθες», της λέω, «και να ξαναφτιάχνεις από την αρχή ένα σπίτι». Μου απαντάει ότι δεν ξέρει αν θα το έλεγε επαναστατικό, αλλά σίγουρα είναι απελευθερωτικό. Μπαίνεις σε έναν χώρο σαν να ανοίγεις μια άγραφη σελίδα.
«Είναι όλα καινούργια», λέει. Το παράδοξο είναι ότι τα περισσότερα τα παρήγγειλαν προτού ολοκληρωθεί το σπίτι, κάπως στα τυφλά, μόνο με το ένστικτο. Όμως, ευτυχώς, όλα κούμπωσαν.
Το πρώτο αντικείμενο ήταν ένα χαλί από ένα ταξίδι στο Μαρόκο, προτού υπάρξει καλά-καλά το σπίτι. «Μια χαρά ταίριαξε», παρατηρώ. Συμφωνεί γελώντας. «Λες και η θέση του ήταν πάντα εδώ».
«Είναι πρόδηλο ότι σας αρέσουν τα design έπιπλα», λέω. Συμφωνεί. Έχουν και οι δύο μεγάλη αγάπη στο design. Η Άννα έχει μεράκι και για το interior. «Να το κάνεις επαγγελματικά», της λέω με αφορμή το σπίτι που βλέπω.
«Πράγματι, είναι κάτι που ανακάλυψα και αγαπώ. Ήταν να μην μπει το μικρόβιο», απαντάει. Βρίσκει έναν συσχετισμό μεταξύ των ρούχων και του σχεδιασμού ενός σπιτιού: η βάση είναι η αισθητική. Όπως συνθέτεις τις λεπτομέρειες στο styling, την ίδια φροντίδα βάζεις και στον χώρο – το θέμα είναι τι αφαιρείς και τι κρατάς.
Η Άννα είναι φιλόξενη. Μας βγάζει καφέ και χειροποίητο κέικ. Οι γάτες της μπλέκονται στα πόδια της.
Στο καθιστικό, ένας δερμάτινος καναπές HAY σε θερμό καραμελέ χρώμα αγκαλιάζει τον χώρο και του δίνει απροσδόκητη ζεστασιά. Μπροστά του, τα χαμηλά τραπεζάκια B-Line σε έντονο κίτρινο είναι σαν μικρές χρωματικές εκρήξεις. Είναι σχέδιο του 1960 σε επανέκδοση. «Το βρήκαμε στο Catawiki – το τοποθετείς όπως θέλεις, μπορείς να το κάνεις μέχρι και ράφι».
Μια εντυπωσιακή πολυθρόνα Cassina και μια vintage καρέκλα ανοίγουν διάλογο μεταξύ ιταλικού design και μνήμης.
Το τραπεζάκι είναι παλιό Kartell, εμπνευσμένο από ένα κτίριο στο Βερολίνο της ναζιστικής περιόδου. «Το αγαπώ γιατί έχει ιστορία», λέει η Άννα. Το φωτιστικό είναι το κλασικό Flos – λεπτό και διακριτικό, φωτίζει χωρίς να διεκδικεί πρωταγωνιστικό ρόλο.
Δεν κινήθηκαν ποτέ με τη λογική «πάμε να πάρουμε ό,τι μας αρέσει από ένα κατάστημα».
Το σπίτι χτίστηκε αποκλειστικά με βάση το προσωπικό τους αισθητήριο – mid-century design που επιτρέπει και vintage κομμάτια.
Ακόμη και οι μεταβατικοί χώροι έχουν χαρακτήρα. Η σκάλα από σκούρο μέταλλο δίπλα σε έναν τοίχο από εμφανές μπετόν θυμίζει περισσότερο γλυπτική εγκατάσταση, ενώ ένα φωτιστικό με κόκκινο καλώδιο εισάγει μια απροσδόκητη πινελιά παιχνιδιού μέσα στην αυστηρότητα.
Το σπίτι δεν βασίζεται σε εντυπωσιακές χειρονομίες. Η δύναμή του βρίσκεται στη συνύπαρξη: high-design αντικείμενα δίπλα σε καθημερινά εργαλεία, συλλεκτικά κομμάτια δίπλα σε «οικογενειακή» τέχνη, αυστηρή αρχιτεκτονική δίπλα σε θερμές υφές. Είναι ένας χώρος που δείχνει να έχει σχεδιαστεί με ακρίβεια αλλά του έχει επιτραπεί να ζήσει.
Στο roof garden η θέα κόβει την ανάσα. Μοιάζει να αιωρείται πάνω σε μια λεπτή πλάκα, με φυτεύσεις που μαλακώνουν την αυστηρότητα της μορφής χωρίς να την ακυρώνουν και μια ντελικάτη πισίνα που σε κάνει να τους φαντάζεσαι να πλατσουρίζουν οικογενειακώς τις ζεστές μέρες.
Φεύγοντας από το σπίτι τους εγώ, που δεν ζηλεύω ούτε ομορφιά ούτε ζωές, τους έφτυσα σαν θείτσα τρεις φορές. Γιατί αυτό δεν ήταν απλώς ένα καλαίσθητο σπίτι, είχε και μια σπάνια αρμονία. Ακόμα κι αν ήταν για τις ανάγκες της φωτογράφισης, έφυγα με την αίσθηση ότι όλο αυτό λειτουργούσε.