Ο Χρύσανθος Πανάς είναι ανήσυχος, κοσμοπολίτης, με μια γαλατική ευγένεια που λειτουργεί ως προστατευτικό κουκούλι. Είναι συνεπής στις επιλογές και στις εμμονές του, σαν να έχει αφομοιώσει την επικούρεια φρόνηση και πλέον, από το δέντρο των απολαύσεων, διαλέγει μόνο τις πιο ουσιαστικές.
Για δεκαετίες κινείται ανάμεσα στην επιχειρηματικότητα, την τέχνη, τη συγγραφή και τη δημόσια ζωή, χωρίς να χάσει τη βαθιά ανθρώπινη ποιότητα που πάντα τον χαρακτήριζε. Για πολλούς είναι ο άνθρωπος που συνέδεσε το όνομά του με την αθηναϊκή Ριβιέρα, όταν ακόμη η ιδέα ακουγόταν σχεδόν ουτοπική, λίγο εκτός πραγματικότητας. Πάνω απ’ όλα, ο Χρύσανθος παραμένει ένας επίμονος οραματιστής.
Αν τον γνωρίσεις καλά, θα καταλάβεις ότι πίσω από τα καλόγουστα μαγαζιά, την έντονη ζωή και όλο το jet-set, που το έχει «εξημερώσει» επιδέξια, υπάρχει μια βαθιά ευαισθησία, σχεδόν λογοτεχνική, για το παρελθόν, τις ρίζες και τη μνήμη. Το νέο του βιβλίο, Ζαΐρα, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Καστανιώτη, είναι ό,τι πιο προσωπικό έχει γράψει μέχρι σήμερα.
Τον συναντώ στο διαμέρισμά του στο Κολωνάκι, που είναι γεμάτο τέχνη και ιστορίες. Με τον Χρύσανθο γελάμε πάντα πολύ, γιατί το χιούμορ είναι η ασπίδα του σε κάθε κακοτοπιά. Παρατηρώ ότι το σπίτι του συνδυάζει αρμονικά ετερόκλητα στοιχεία.
«Αγαπάμε και τα ετερόκλητα και τους ετερόκλητους ανθρώπους», λέει. «Για χρόνια ήθελα να είμαι “κανονικός”, ώσπου κατέληξα ότι οι “κανονικοί” άνθρωποι τελικά με κάνουν να πλήττω», μου λέει εξομολογητικά. Δηλώνει ότι στη ζωή του αναζητά τη λοξή ματιά. «Γι’ αυτό αγαπώ με τόσο πάθος την τέχνη, τους καλλιτέχνες και τις ζωές που κουβαλούν φλόγα». Καθώς μιλάμε, μου δίνει το βιβλίο του με μια προσωπική αφιέρωση. Το βρίσκω εξαιρετική πάσα να τον ρωτήσω γι’ αυτό.
«Από μικρός ήθελα να δημιουργώ εμπειρίες. Θυμάμαι ότι ακόμη και παιδί, στο σχολείο, στο λεύκωμα έγραφα πως όταν μεγαλώσω θέλω να φτιάχνω χώρους με φώτα, μουσική και ανθρώπους που διασκεδάζουν. Οργάνωνα πάντα τα πάρτι για τις παρέες μου. Μου άρεσε να δημιουργώ ένα παζλ ανθρώπων, εικόνων, μουσικής και αισθητικής».
— Τι είναι τελικά η «Ζαΐρα»; Ένα λεύκωμα, μια οικογενειακή αφήγηση ή ένα ντοκιμαντέρ που το ξεφυλλίζεις;
Ας πιάσουμε τα πράγματα με τη σειρά. «Ζαΐρα» λέγεται το κινηματοθέατρο που βρίσκεται στο Γαλάτσι, στο όριο με την ιστορική συνοικία Κυπριάδου. Ένα κινηματοθέατρο που άνοιξε ο παππούς μου τη δεκαετία του ’50 και λειτούργησε για πολλές δεκαετίες, μέχρι το 1992. Ζαΐρα, όμως, λεγόταν και η πρωτότοκη κόρη του, η θεία μου, που ήταν αρχιτέκτονας και προοδευτικό μυαλό.
— Γιατί έκλεισε αυτός ο πολιτιστικός χώρος;
Το κινηματοθέατρο έμεινε κλειστό για πολλά χρόνια, γιατί η περιοχή, από εξοχική και καταπράσινη, έγινε μία από τις πιο πυκνοκατοικημένες της Αττικής και ο θόρυβος ενοχλούσε τις κοντινές πολυκατοικίες. Πριν από λίγα χρόνια ο δήμαρχος Γαλατσίου σκέφτηκε να αξιοποιήσει αυτόν τον ιστορικό χώρο και μας παρουσίασε την ιδέα ενός σύγχρονου πολυχώρου που θα περιλαμβάνει και θερινό σινεμά. Του το παραχωρήσαμε με χαρά και τιμή, γιατί έτσι περισώζεται η ιστορία του.
— Το βιβλίο πώς προκύπτει;
Ξεκίνησα να ψάχνω για την οικογένεια του πατέρα μου, που ήξερα ότι προέρχεται από την Ισπανία, και μέσα από τη μεγάλη έρευνα που έκανα κατάφερα να φτάσω πίσω μέχρι το 1302, στη Villafranca της Βαρκελώνης, απ’ όπου κατάγεται. Εκεί βρίσκεις το όνομα Pana χωρίς το s. Όσο προχωρούσα την έρευνα, τόσο περισσότερο αισθανόμουν πως η ιστορία της οικογένειάς μου γινόταν ολοένα πιο προσωπική, ολοένα πιο κινηματογραφική.
— Έμαθες κάτι από τους προγόνους σου; Ανακάλυψες κάτι για την ιστορία που κουβαλάς;
Μέσα από την ιστορία τους ανακάλυψα ότι πάντα υπήρχε μέσα στην οικογένεια κάτι βαθιά ευρωπαϊκό. Κουβαλούσαν την Ευρώπη μέσα τους. Δεν ήταν ποτέ άνθρωποι κλεισμένοι στον μικρόκοσμό τους. Είχαμε γυναίκες που τόλμησαν να ζωγραφίσουν σε μια εποχή που η θέση της γυναίκας ήταν στο νοικοκυριό. Ο παππούς έφτιαξε το πρώτο εμπορικό κέντρο, έφτιαξε το κινηματοθέατρο. Έβραζε το αίμα τους για κάτι πιο μεγάλο, για την ιδέα.
— Στην οικογένεια υπήρχαν μόνο ευτυχισμένες μέρες; Διαβάζοντας το βιβλίο, κάπως φαίνονται όλα ρόδινα.
Καθόλου ρόδινα. Ποια ζωή δεν έχει πόνο; Η οικογένεια είχε κάποιες αυτοκτονίες νέων ανθρώπων. Αυτό έπεσε πάνω μας σαν πάχνη, σαν σκιά. Τότε η αυτοκτονία κουβαλούσε ένα βαρύ κοινωνικό στίγμα, σαν κάτι που αν το έλεγες δυνατά μπορεί να γραπωνόταν πάνω σου. Οι άνθρωποι έκλεισαν, έγιναν εσωστρεφείς, δεν έλεγαν τα πράγματα με το όνομά τους, υπήρχε μυστικότητα.
— Σε βοήθησε κάποιος στην έρευνα;
Ναι, η ιστορικός Μαριάννα Κολυβά αλλά και η Ντόρα Βυζοβίτου με βοήθησαν ουσιαστικά στην έρευνα των πραγματολογικών στοιχείων και στη διασταύρωση όλων αυτών των πληροφοριών. Δούλεψα εντατικά δυόμισι χρόνια. Ήταν σαν να έφτιαχνα ένα έντυπο ντοκιμαντέρ.
— Δεν ξέρουμε πολλά για την Κυπριάδου στο Γαλάτσι, κι όμως τελικά φαίνεται σαν να ήταν μια υπέροχη, σχεδόν μαγική περιοχή. Τι ιστορία κουβαλά αυτή η γειτονιά;
Η Κυπριάδου δεν ήταν ποτέ μια απλή αθηναϊκή συνοικία. Σχεδιάστηκε ως κηπούπολη από τον ευεργέτη Επαμεινώνδα Κυπριάδη, με χαμηλά σπίτια, αυλές, δέντρα και μια σχεδόν ευρωπαϊκή αντίληψη κατοίκησης, σε μια εποχή που το Γαλάτσι θεωρούνταν ακόμη εξοχή. Κάποια από τα σπίτια της περιοχής σχεδιάστηκαν από τον Δημήτρη Πικιώνη, ενώ στους δρόμους της έζησαν και κινήθηκαν ζωγράφοι, λογοτέχνες και άνθρωποι της διανόησης, ο Σπύρος Παπαλουκάς, ο Φώτης Κόντογλου και ο Μ. Καραγάτσης. Δεν είναι τυχαίο ότι ο Μόραλης αποκαλούσε αστειευόμενος την περιοχή «σχολή Κυπριάδου», σαν να επρόκειτο για ένα άτυπο καλλιτεχνικό ρεύμα μέσα στην Αθήνα. Εκείνη η γειτονιά είχε κάτι από παλιά ευρωπαϊκή μποέμ αστικότητα· μια αίσθηση ότι η τέχνη, η σκέψη και η καθημερινότητα μπορούσαν ακόμη να συνυπάρχουν κάτω από τις σκιές των δέντρων.
— Εσύ όμως δεν μεγάλωσες στην οδό Κυπριάδου αλλά στο Καβούρι.
Σωστά. Ο πατέρας μου αποφάσισε να κάνει τη θερινή μας κατοικία μόνιμη. Συχνά έχω την αίσθηση ότι ήταν σαν να μεγαλώνω σε ένα χωριό της Νότιας Γαλλίας παρά στην Ελλάδα. Θάλασσα, πράσινο, καθαριότητα, ηλιοβασιλέματα. Ο πατέρας μου έλεγε πάντα «εδώ είναι ο παράδεισος». Και νομίζω πως μέσα από τα λόγια του και την αγάπη του γι’ αυτό το ευλογημένο κομμάτι γης γεννήθηκε μέσα μου η ιδέα της αθηναϊκής Ριβιέρας.
— Πώς ξεκινάει τελικά όλη αυτή η ιστορία με το Island και τις επιχειρήσεις;
Το ξεκινήσαμε μαζί με τον αδελφό μου όταν ήμασταν παιδιά, γύρω στα είκοσι. Ο αδελφός μου ήταν πάντα πιο κοντά στο επιχειρηματικό κομμάτι, πιο οργανωτικός, με διοικητικές ικανότητες. Εγώ ήμουν περισσότερο στο concept, στο marketing, στην ατμόσφαιρα, στο πώς νιώθει ο άλλος μέσα σε έναν χώρο. Από μικρός ήθελα να δημιουργώ εμπειρίες. Θυμάμαι ότι ακόμη και παιδί, στο σχολείο, στο λεύκωμα έγραφα πως όταν μεγαλώσω θέλω να φτιάχνω χώρους με φώτα, μουσική και ανθρώπους που διασκεδάζουν. Οργάνωνα πάντα τα πάρτι για τις παρέες μου. Μου άρεσε να δημιουργώ ένα παζλ ανθρώπων, εικόνων, μουσικής και αισθητικής.
— Οι σπουδές σου ολοκληρώθηκαν ή σε ρούφηξε η νύχτα;
Σπούδασα Διοίκηση Επιχειρήσεων και πήρα το πτυχίο μου κανονικά, γιατί μέσα στην οικογένεια υπήρχε πάντα η λογική ότι πρέπει να υπάρχει παιδεία και μόρφωση πίσω από αυτό που κάνεις. Αλλά εγώ ήδη σκεφτόμουν καλλιτεχνικά. Με ενδιέφερε η αισθητική των χώρων, το πώς κινείται ο κόσμος μέσα σε ένα περιβάλλον, πώς αλλάζει η ενέργεια. Κάπως έτσι γεννήθηκε το πρώτο Island.
— Πώς βρήκατε τον χώρο όπου βρίσκεται σήμερα το στιβαρό πλέον Island;
Τότε εκεί υπήρχε μια σχολή ιππασίας, ένα κάμπινγκ δίπλα και ένα μικρό alternative μπαρ που πηγαίναμε καμιά φορά. Και επειδή ήδη βγαίναμε και δουλεύαμε στη διασκέδαση, ψάχναμε ένα μέρος εκτός της οικιστικής περιοχής. Η μητέρα μας μάς έλεγε συνέχεια «μην ενοχλείτε τον κόσμο, δεν θέλω να λένε ότι τα παιδιά μου κάνουν φασαρία». Οπότε βρήκαμε αυτό το σημείο. Θυμάμαι ένα βράδυ του 1994, που είχε πανσέληνο, ήταν όλα σχεδόν άγρια και το φως του φεγγαριού έπεφτε πάνω στα νερά κάνοντάς τα να ασημίζουν. Υπήρχε κάτι σχεδόν υπνωτιστικό εκείνο το βράδυ. Το είδα και είπα: «Αν κάποιος έρθει εδώ μία φορά, θα ξανάρθει».
— Το σημείο όμως δεν ήταν κάπως μακριά; Δεν το φοβηθήκατε;
Όλοι πίστευαν ότι θα είναι τεράστιο φιάσκο, γιατί τότε δεν υπήρχε η σημερινή λογική της Παραλιακής. Ο κόσμος πήγαινε μέχρι τον Αστέρα, υπήρχε περισσότερο η λογική του κλαμπ μέσα στην πόλη. Εμείς όμως θέλαμε να δημιουργήσουμε έναν προορισμό. Και ξέρεις τι είχε σημασία; Ότι από την αρχή δεν το είδαμε ως «μαγαζί της νύχτας» αλλά ως τρόπο ζωής.
— Το επίσης εντυπωσιακό, εκτός από την επιτυχία και τις επιλογές σας, είναι ότι τόσο εσύ όσο και ο αδελφός σου ήσασταν εξαιρετικά νέοι. Δεν φοβηθήκατε που πήρατε ένα τόσο μεγάλο επιχειρηματικό ρίσκο;
Το 1994 φτιάξαμε βιολογικό καθαρισμό, όταν όλοι πέταγαν τα λύματα στη θάλασσα. Αυτό που σήμερα λένε sustainability, εμείς το κάναμε τότε επειδή μας φαινόταν αυτονόητο. Φτιάξαμε μποστάνια για τα μυρωδικά του εστιατορίου, θέλαμε ποιότητα, σύνδεση με τη φύση. Ήμασταν νέοι, αλλά είχαμε καθαρή εικόνα τού τι θέλαμε και, όχι, δεν φοβόμασταν.
— Και στο φαγητό ανεβάσατε γρήγορα τον πήχη ψηλά.
Ναι, το φαγητό ήταν πάντα τεράστιο κομμάτι για μένα. Η διασκέδαση χωρίς γεύση, χωρίς αισθητική, χωρίς καλό φαγητό δεν έχει νόημα. Μεγαλώσαμε σε σπίτια όπου υπήρχε σωστό τραπέζι, τραπεζομάντιλο. Μας έμαθαν καλούς τρόπους, αισθητική, ποιότητα. Ταξιδέψαμε, φάγαμε ωραία, εκπαιδεύσαμε τους ουρανίσκους μας. Ήμασταν από τους πρώτους που φέραμε το σούσι μαζικά στην Ελλάδα, στο Central. Τότε σχεδόν κανείς δεν ήξερε τι είναι. Είχαμε ταξιδέψει, είχαμε δει πώς λειτουργούν τα καλά εστιατόρια έξω και θέλαμε να φέρουμε αυτήν τη λογική εδώ.
— Στο Island όμως άρχισες να δείχνεις και τέχνη.
Ναι, το Island δεν ήταν μόνο φαγητό ή κλαμπ, ήταν και πολιτισμός. Από το 1996 ήδη κάναμε εκθέσεις τέχνης. Είχα φτιάξει γκαλερί μέσα στο Island, συνεργαζόμουν με γκαλερί, δείχναμε γλυπτική, ζωγραφική, νέους καλλιτέχνες, όταν σχεδόν κανένα μαγαζί διασκέδασης δεν συνέδεε τη νύχτα με την τέχνη. Για μένα όλα αυτά ήταν ενιαία: μουσική, αρχιτεκτονική, τέχνη, φαγητό, φως, άνθρωποι. Ήθελα ο άλλος να φεύγει και να έχει ζήσει μια ολόκληρη εμπειρία.
— Πιστεύεις ότι προχωρά επιτέλους το όραμα της αθηναϊκής Ριβιέρας; Ότι η Αθήνα αρχίζει να καταλαβαίνει τη σχέση της με τη θάλασσα;
Ναι, τώρα πια το βλέπεις παντού. Και το Ελληνικό είναι ένα τεράστιο κομμάτι αυτής της αλλαγής. Εκεί αυτήν τη στιγμή δουλεύουν αρχιτέκτονες παγκοσμίου επιπέδου. Ο Φόστερ, ο Kένγκο Κούμα, άνθρωποι που αλλάζουν τον τρόπο που αντιλαμβάνεσαι μια πόλη. Και μπορώ να σου πω ότι κι εμείς συμμετέχουμε σε ένα πολύ μεγάλο πρότζεκτ εκεί (μου το λέει σαν μυστικό).
— Πώς έπεισες τις εκδόσεις Assouline να κάνουν το «Athens Riviera»;
(Γελάει) Ξέρεις πόσο επίμονος είμαι όταν θέλω κάτι. Στο εξωτερικό δεν είχαν ιδέα ότι η Αθήνα έχει αυτήν τη σχέση με τη θάλασσα. Για εμάς είναι φυσικό να πούμε «φεύγουμε τώρα από το Κολωνάκι να πάμε για μπάνιο στο Καβούρι». Δεν συνειδητοποιούμε πόσο σπάνιο είναι αυτό. Όταν έστειλα αρχικά email, το αγνόησαν. Ο Valentino όμως μου άνοιξε μια τεράστια πόρτα. Και όταν τελικά είδαν ότι δεν μιλούσα θεωρητικά αλλά είχα σχεδόν έτοιμη ολόκληρη την αφήγηση του βιβλίου, το είδαν αλλιώς.
— Ποιοι άνθρωποι σε επηρέασαν περισσότερο στη ζωή σου;
Ο Valentino και ο Tζιανκάρλο Τζιαμέτι έγιναν σχεδόν οικογένειά μου. Είχα την τύχη να μπαίνω στο σπίτι τους, να ταξιδεύουμε μαζί, να γνωρίζω ανθρώπους, να βλέπω μαγικούς χώρους και σπουδαία τέχνη. Θεωρώ επίσης μέντορές μου τον Βασίλη Φωτόπουλο και τον Γιάννη Καββαδία. Ο Καββαδίας ήταν ζωγράφος αλλά και καθηγητής μαθηματικών. Ήταν μαγικό, γιατί ο ίδιος άνθρωπος μπορούσε να μου μιλά για την εφαπτομένη και τη συνεφαπτομένη και αμέσως μετά για τη φιλοσοφία της τέχνης. Από εκείνον έμαθα ότι όλα συνδέονται μεταξύ τους.
— Υπήρξαν κι άλλοι άνθρωποι που σε σημάδεψαν;
Η Μαλβίνα ήταν απόλαυση. Η Αλίκη Βουγιουκλάκη είχε μια αύρα που δεν έχω ξαναδεί σε άλλη Ελληνίδα. Ήταν φαινόμενο. Οι κουβέντες μου με τη Mέριλ Στριπ είναι ακόμα μέσα στ’ αυτιά μου. Η Aν Χάθαγουεϊ είναι σαν αερικό. Ο Μπρους Γουίλις είχε μια απίστευτη αύρα, σαν να υπήρχε ένα φωτοστέφανο πάνω από το κεφάλι του.
— Σε όποιον λέει ότι τα βρήκες όλα έτοιμα τι απαντάς;
Τίποτα. Δεν βρήκα τίποτα έτοιμο. Η περιουσία μου είναι η παιδεία, οι τρόποι, ο πολιτισμός που μου έδωσαν. Ξέρω μόνο ότι από παιδί έριχνα πάντα την καρδιά μου μακριά και έτρεχα να τη φτάσω.
— Τι εύχεσαι σήμερα στον εαυτό σου;
Υγεία και να βαδίζω στη ζωή μου με αρετή και κατανόηση. Να συγχωρώ και να προχωρώ. Μεγαλώνοντας επιστρέφω στα λόγια του πατέρα μου: τίποτα πιο ανεκτίμητο από ένα ηλιοβασίλεμα με τη σωστή παρέα.
— Και με ένα καλό κρασί δίπλα;
(Γελάει) Ε, ναι. Και αν μετά τη δύση βγει και μια καλοκαιρινή πανσέληνος και ασημίσουν τα νερά, τότε σίγουρα πρέπει να βρεθούμε στο Island.
Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO.