Η ελληνική παρουσία στις φετινές Κάννες δεν περνά μόνο από κόκκινα χαλιά, συναντήσεις και επαγγελματικά ραντεβού. Περνά και από δύο ταινίες με εικόνες που μένουν αμέσως στο μυαλό: ένα ιαπωνικό οικοτροφείο όπου έφηβα κορίτσια εκπαιδεύονται για να γίνουν επαγγελματίες γοργόνες και ένα resort όπου μια γυναίκα καλείται να υπηρετεί τους πάντες, ενώ η ίδια δεν μπορεί να χαμογελάσει.
Με το Titanic Ocean, η Κωνσταντίνα Κοτζαμάνη κάνει το μεγάλου μήκους ντεμπούτο της στο Un Certain Regard του 79ου Φεστιβάλ Καννών.
Σύμφωνα με τη σύνοψη των Καννών, το Titanic Ocean τοποθετείται σε έναν λαμπερό, ποπ κόσμο: ένα ιαπωνικό οικοτροφείο που εκπαιδεύει έφηβα κορίτσια για να γίνουν επαγγελματίες γοργόνες. Στο κέντρο βρίσκεται η 17χρονη Akame, η οποία μαθαίνει να κρατά την αναπνοή της, να εμφανίζεται μπροστά σε κοινό και να κολυμπά δίπλα σε καρχαρίες. Κάτω από τη σιλικονούχα ουρά της γοργόνας, η παράσταση γίνεται σταδιακά μεταμόρφωση.
Η επιλογή της Κοτζαμάνη στο Un Certain Regard έχει ιδιαίτερη σημασία και για το ελληνικό σινεμά. Το τμήμα των Καννών λειτουργεί συχνά ως χώρος ανακάλυψης νέων ή ιδιαίτερων κινηματογραφικών φωνών, ενώ το Titanic Ocean έρχεται μετά από μια σειρά μικρού μήκους ταινιών που είχαν ήδη διαμορφώσει γύρω από τη σκηνοθέτρια ένα αναγνωρίσιμο, ποιητικό και υπερρεαλιστικό βλέμμα.
Στη Quinzaine des cinéastes, το ελληνικό ενδιαφέρον συνεχίζεται με το Free Eliza (Notes on an Anatomical Imperfection) της Αλεξάνδρας Ματθαίου. Η ταινία μικρού μήκους, διάρκειας 20 λεπτών, κάνει την παγκόσμια πρεμιέρα της στο Δεκαπενθήμερο των Σκηνοθετών.
Η Ελίζα εργάζεται σε ένα ξενοδοχειακό resort, περνώντας από ρόλο σε ρόλο για να κρατά τους επισκέπτες ικανοποιημένους. Πίσω από τη γυαλισμένη επιφάνεια του ξενοδοχείου, κουβαλά μια σπάνια ιδιαιτερότητα: είναι σωματικά αδύνατο να χαμογελάσει. Σε έναν κόσμο εμμονικό με την τοξική θετικότητα, πρέπει να αποφασίσει αν θα αλλάξει για να χωρέσει ή αν θα αντισταθεί μένοντας ακριβώς όπως είναι.
Οι δύο ταινίες δεν μοιάζουν μεταξύ τους, αλλά συνομιλούν μέσα από κάτι κοινό: το σώμα ως ρόλο, ως παράσταση και ως πεδίο πίεσης. Στο Titanic Ocean, το σώμα εκπαιδεύεται για να γίνει γοργόνα, θέαμα, φαντασίωση. Στο Free Eliza, το σώμα αδυνατεί να εκτελέσει την πιο απλή κοινωνική εντολή: χαμογέλα.
Αυτό κάνει την ελληνική παρουσία στις Κάννες πιο ενδιαφέρουσα από έναν απλό κατάλογο συμμετοχών. Δεν πρόκειται μόνο για το ότι ελληνικές ή ελληνικού ενδιαφέροντος παραγωγές βρίσκονται σε μεγάλα φεστιβαλικά τμήματα. Πρόκειται και για το είδος των ιστοριών που ταξιδεύουν: ιστορίες για μεταμόρφωση, εικόνα, εργασία, νεότητα, κοινωνική προσαρμογή και την πίεση να εμφανίζεσαι όπως σε χρειάζεται ο κόσμος.
Πέρα από τις προβολές, η ελληνική παρουσία επεκτείνεται και στο Marché du Film, την κινηματογραφική αγορά που πραγματοποιείται παράλληλα με το φεστιβάλ. Το Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης και το ΕΚΚΟΜΕΔ στηρίζουν πέντε παραγωγούς που συμμετέχουν στο Producers Network, με projects που είχαν παρουσιαστεί στην Αγορά του 66ου Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης.
Τα projects είναι τα A Girl Named Zeus, Pirateland, Who Killed the Pigeons, Black Money for White Nights και The Tide Hears Them But They No Longer Have a Voice. Σύμφωνα με το Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, η Ελλάδα είναι μία από τις έξι χώρες που συμμετέχουν φέτος στο Producers Network, με στόχο οι παραγωγοί να παρουσιάσουν τη δουλειά τους σε επαγγελματίες της διεθνούς αγοράς.
Στο ευρύτερο ελληνικό αποτύπωμα των Καννών εντάσσεται και το νέο project του Αργύρη Παπαδημητρόπουλου, Oh, How Fun!, που παρουσιάζεται στην αγορά του φεστιβάλ και συγκεντρώνει διεθνές καστ με τη Σαρλότ Γκενσμπούρ, τον Έντγκαρ Ραμίρεζ, την Άναμπελ Γουόλις, τη Λένα Χίντι, την Αγγελική Παπούλια και τον Μάκη Παπαδημητρίου.
Έτσι, το ελληνικό σινεμά εμφανίζεται στις φετινές Κάννες σε δύο επίπεδα: μπροστά στην οθόνη, με ταινίες που έχουν έντονη εικόνα και ξεχωριστό θέμα, και πίσω από αυτήν, με παραγωγούς και projects που διεκδικούν θέση στη διεθνή αγορά. Από τις γοργόνες της Κοτζαμάνη μέχρι το χαμόγελο που λείπει από την Ελίζα της Ματθαίου, το ενδιαφέρον δεν βρίσκεται μόνο στην παρουσία. Βρίσκεται στον τρόπο με τον οποίο αυτή η παρουσία αποκτά μορφή.