Γεννήθηκα και μεγάλωσα στο Παλαιό Φάληρο, σε μια μονοκατοικία όπου μένω ακόμα και σήμερα. Το Φάληρο ήταν τότε μια τελείως διαφορετική περιοχή, πιο ήσυχη, πιο γειτονιά, με ανοιχτές πόρτες και παιδιά που ζούσαν στον δρόμο μέχρι να νυχτώσει. Υπήρχε μια απλότητα και μια αμεσότητα στις ανθρώπινες σχέσεις που δύσκολα τη βρίσκεις πια στην πόλη. Θυμάμαι μια Αθήνα πολύ διαφορετική από τη σημερινή. Στο Παλαιό Φάληρο τότε υπήρχαν ακόμα χωματόδρομοι κι εμείς, τα παιδιά, παίζαμε όλη μέρα έξω – δίτερμα, βόλους, κυνηγητό, χωρίς άγχος και χωρίς να μας ψάχνουν κάθε δέκα λεπτά. Ο δρόμος ήταν η καθημερινότητά μας και η παρέα κάτι πολύ ουσιαστικό.
• Μεγάλωσα σε ένα σπίτι όπου η μουσική υπήρχε καθημερινά χωρίς να είναι κάτι επιτηδευμένο. Η μητέρα μου τραγουδούσε και θυμάμαι από μικρός να ακούω τη φωνή της μέσα στο σπίτι. Ο θείος μου ήταν μουσικός και στα πρώτα βήματα του Στέλιου Καζαντζίδη έπαιζε μαζί του στη Νέα Ιωνία, οπότε υπήρχαν πάντα ιστορίες, πρόσωπα και μνήμες γύρω από τη μουσική. Για μένα όλα αυτά ήταν πολύ φυσικά, δεν ένιωθα ότι μεγαλώνω μέσα σε κάτι ιδιαίτερο, αλλά κοιτώντας πίσω καταλαβαίνω πόσο με διαμόρφωσαν. Νομίζω ότι έτσι ξεκίνησε η σχέση μου με τη μουσική, όχι ως χόμπι ή επάγγελμα, αλλά ως μέρος της ζωής και της καθημερινότητας – μέσα από τις φωνές, τους δίσκους, το ραδιόφωνο και τις ιστορίες των ανθρώπων που κουβαλούσαν τη μουσική μαζί τους.
Θέλαμε να δημιουργήσουμε το καλύτερο δισκάδικο της Ελλάδας. Δεν μας ενδιέφερε να είναι απλώς ένα μαγαζί που πουλάει δίσκους. Θέλαμε να είναι σημείο συνάντησης για ανθρώπους που αγαπούσαν πραγματικά τη μουσική, ένας χώρος όπου θα μπορούσες να ανακαλύψεις πράγματα, να συζητήσεις, να ανταλλάξεις απόψεις και να νιώσεις ότι ανήκεις κάπου. Εκείνη την εποχή, άλλωστε, το δισκάδικο ήταν ολόκληρη εμπειρία.
• Ο πατέρας μου ήταν λογιστής, άνθρωπος των αριθμών, πολύ οργανωμένος και πειθαρχημένος. Ανήκε σε μια γενιά ανθρώπων που δούλευαν ασταμάτητα και έβλεπαν τη δουλειά ως υποχρέωση και αξιοπρέπεια μαζί. Από εκείνον θεωρώ πως πήρα τη συνέπεια και την ανάγκη να στέκομαι σωστά απέναντι στη δουλειά μου και στους ανθρώπους. Η μητέρα μου τραγουδούσε και είχε μια πολύ διαφορετική ενέργεια μέσα στο σπίτι, πιο ζεστή, πιο καλλιτεχνική. Δυστυχώς έφυγε πολύ νωρίς, όταν ήμουν μόλις έξι χρονών. Είναι από εκείνα τα κενά που μένουν για πάντα κάπου μέσα σου, όσο μεγαλώνεις. Παρ’ όλα αυτά, έχω έντονες εικόνες και μια αίσθηση από τη φωνή και την παρουσία της.
• Ο πρώτος δίσκος που θυμάμαι να επιλέγω πραγματικά μόνος μου ήταν το «End of the World» των Aphrodite’s Child, τον άκουγα σε ένα φορητό πικάπ Philips που μου είχε κάνει δώρο γενεθλίων ο πατέρας μου. Για μένα τότε, αυτός ο δίσκος ήταν ένας ολόκληρος κόσμος. Δεν ήταν μόνο η μουσική. Ήταν το εξώφυλλο, η αίσθηση του δίσκου, όλη η διαδικασία τού να κάτσεις και να ακούσεις πραγματικά. Νομίζω ότι κάπου εκεί ξεκίνησε και η σχέση μου με τους δίσκους. Από Έλληνες αγαπούσα πολύ τους Socrates, δεν έχανα συναυλία τους. Θεωρώ πως ήταν από τα συγκροτήματα που πραγματικά έφεραν έναν διεθνή ήχο στην ελληνική σκηνή εκείνης της εποχής και είχαν απίστευτη ενέργεια live. Από ξένους άκουγα κυρίως classic rock: Led Zeppelin, Deep Purple, Black Sabbath και γενικά ό,τι είχε εκείνον τον ήχο και τη δύναμη των ’70s. Ήταν μια εποχή που η μουσική είχε προσωπικότητα και οι δίσκοι λειτουργούσαν ως ολοκληρωμένη εμπειρία, όχι ως μεμονωμένα τραγούδια.
• Μικρός ονειρευόμουν να γίνω καπετάνιος. Από την πλευρά του πατέρα μου είχα θείους που ήταν καπετάνιοι και θυμάμαι να ακούω τις ιστορίες τους σαν παραμύθια. Μιλούσαν για ταξίδια, λιμάνια, θάλασσες και ανθρώπους απ’ όλο τον κόσμο κι εγώ τους άκουγα μαγεμένος. Για ένα παιδί εκείνης της εποχής, αυτά είχαν κάτι το μυθικό. Σπούδασα στη σχολή Εμποροπλοιάρχων στον Ασπρόπυργο και μετά τη σχολή ταξίδεψα για περίπου πέντε χρόνια στη θάλασσα, κάνοντας το παιδικό μου όνειρο πραγματικότητα. Ήταν μια πολύ δυνατή εμπειρία γιατί γνώρισα διαφορετικούς ανθρώπους, μέρη και κουλτούρες.
• Κάποια στιγμή, όμως, κατάλαβα ότι αυτό που με τραβούσε πραγματικά ήταν η μουσική. Δούλεψα στη δισκογραφική εταιρεία του Τάκη Κόκκαλη, τη Seagull, όπου είχαμε την αποκλειστική διανομή της Music For Nations, με συγκροτήματα όπως οι Metallica, οι Manowar και οι Merciful Fate. Εκεί μπήκα ουσιαστικά βαθιά μέσα στον κόσμο της δισκογραφίας και κατάλαβα ότι αυτό ήθελα να κάνω στη ζωή μου. Στη σχολή είχα γνωρίσει τον Ανδρέα Ρίγγα – ήμασταν συμφοιτητές, γίναμε κολλητοί φίλοι και κάπως έτσι, μέσα από την κοινή αγάπη για τη μουσική, αποφασίσαμε αργότερα να αφήσουμε τα καράβια και να ανοίξουμε μαζί το Discobole.
• Η ιδέα για το Discobole γεννήθηκε στις αρχές των ’80s, σε μια εποχή που η μουσική πραγματικά έβραζε. Υπήρχε μια τεράστια έκρηξη με νέους ήχους, νέα συγκροτήματα και μια ολόκληρη κουλτούρα γύρω από το βινύλιο. Εμείς θέλαμε να καβαλήσουμε αυτό το κύμα και να δημιουργήσουμε το καλύτερο δισκάδικο της Ελλάδας. Δεν μας ενδιέφερε να είναι απλώς ένα μαγαζί που πουλάει δίσκους. Θέλαμε να είναι σημείο συνάντησης για ανθρώπους που αγαπούσαν πραγματικά τη μουσική, ένας χώρος όπου θα μπορούσες να ανακαλύψεις πράγματα, να συζητήσεις, να ανταλλάξεις απόψεις και να νιώσεις ότι ανήκεις κάπου. Εκείνη την εποχή, άλλωστε, το δισκάδικο ήταν ολόκληρη εμπειρία.
• Το πρώτο μας μαγαζί το ανοίξαμε στη Γλυφάδα στα τέλη του 1983, τη χρονιά που βγήκε και το πρώτο άλμπουμ της Μαντόνα. Ήταν μια εποχή που η μουσική άλλαζε με τεράστια ταχύτητα και υπήρχε απίστευτος ενθουσιασμός γύρω από το βινύλιο, τη νέα ποπ και ροκ σκηνή. Στην αρχή τα πράγματα δεν ήταν εύκολα, γιατί υπήρχαν ήδη πολύ δυνατά μαγαζιά στον χώρο. Έπρεπε κι εμείς να γίνουμε γνωστοί, να επιβιώσουμε και να πάρουμε το δικό μας μερίδιο από την πίτα. Τα πρώτα χρόνια δουλεύαμε κυριολεκτικά μέρα-νύχτα για να μας μάθει ο κόσμος. Ακριβώς έναν χρόνο μετά ακολούθησε το κέντρο της Αθήνας, με το θρυλικό μαγαζί της Ιπποκράτους, που για πολύ κόσμο ταυτίστηκε με το Discobole. Περίπου δέκα χρόνια αργότερα ανοίξαμε και το κατάστημα στον Πειραιά. Εκεί καταλάβαμε ότι το Discobole είχε πλέον γίνει σημείο αναφοράς για ανθρώπους που αγαπούσαν πραγματικά τη μουσική.
• Με τα συχνά ταξίδια μας στο Λονδίνο στα τέλη του 1987 και στις αρχές του 1988, καταλάβαμε από πολύ νωρίς ότι ερχόταν μια τεράστια έκρηξη στην ηλεκτρονική μουσική. Εκεί ήδη έβλεπες να αλλάζουν τα κλαμπ, οι ήχοι και ολόκληρη η κουλτούρα γύρω από τη μουσική. Στην Αθήνα τότε υπήρχε μεγάλο κενό σε αυτόν τον χώρο και ουσιαστικά το καλύψαμε εμείς. Αρχίσαμε να φέρνουμε δίσκους και ήχους που δύσκολα έβρισκες αλλού και σιγά σιγά το Discobole έγινε σημείο συνάντησης για DJs, συλλέκτες και ανθρώπους που έψαχναν κάτι πιο καινούργιο και πιο προχωρημένο.
• Τεράστια ώθηση στη διάδοση αυτής της μουσικής έδωσε και το άνοιγμα του Faz από τον Πέτρο Κοζάκο, αλλά και αργότερα το Mercedes του Βασίλη Τσιλιχρήστου, καθώς και τα άλλα κλαμπ της εποχής. Εκείνη την περίοδο δημιουργήθηκε για πρώτη φορά στην Αθήνα μια πραγματική κλαμπ κουλτούρα γύρω από την ηλεκτρονική μουσική και εμείς ήμασταν πολύ κοντά σε όλο αυτό που γεννιόταν. Νομίζω ότι κάποια από τα πιο επιδραστικά κλαμπ εκείνης της εποχής ήταν το Faz, το Factory, το Αμφιθέατρο και το Plus Soda. Το καθένα με τον δικό του χαρακτήρα βοήθησε να διαμορφωθεί η κλαμπ και ηλεκτρονική σκηνή στην Αθήνα. Δεν πήγαινες απλώς για να διασκεδάσεις. Ήταν μέρη όπου ο κόσμος ανακάλυπτε νέους ήχους, νέες τάσεις και μια διαφορετική κουλτούρα γύρω από τη μουσική και τη νυχτερινή ζωή. Εκεί ουσιαστικά χτίστηκε ένα μεγάλο κομμάτι της ηλεκτρονικής μουσικής κοινότητας στην Ελλάδα.
• Η επιλογή των δίσκων που είχαμε στο μαγαζί γινόταν από όλη την ομάδα του Discobole. Είχαμε ένα πραγματικά πολύ δυνατό team, με ανθρώπους που είχαν μεγάλη εμπειρία και βαθιά γνώση της ηλεκτρονικής μουσικής. Ο καθένας έφερνε τη δική του αισθητική και ενημέρωση κι αυτό έκανε τη διαφορά. Δεν υπήρχε ίντερνετ τότε, οπότε όλη η ενημέρωση γινόταν μέσα από μουσικά περιοδικά, ατελείωτο ψάξιμο και πολύ διάβασμα. Έπρεπε να είσαι συνεχώς ενημερωμένος, να παρακολουθείς τι συμβαίνει έξω και να έχεις ένστικτο για το τι έρχεται προτού γίνει mainstream. Αυτό ήταν και ένα μεγάλο κομμάτι της μαγείας εκείνης της εποχής.
• Οι DJs πάντα έπαιζαν τεράστιο ρόλο στη διαμόρφωση μιας επιτυχίας, ειδικά στην ηλεκτρονική μουσική. Τότε ο κόσμος δεν ανακάλυπτε τη μουσική από αλγόριθμους ή playlists αλλά μέσα από τα κλαμπ και τους DJs που εμπιστευόταν. Συνήθως οι δίσκοι που πουλούσαν περισσότερο ήταν αυτοί που είχαν προκαλέσει χαμό το προηγούμενο βράδυ σε κάποιο κλαμπ. Ο κόσμος ερχόταν κατευθείαν στο μαγαζί για να βρει αυτό το track που άκουσε και τον ξεσήκωσε. Υπήρχε μια πολύ άμεση σχέση ανάμεσα στη νυχτερινή ζωή, τους DJs και το δισκάδικο, ζούσαν όλα μαζί παράλληλα.
• Υπήρχαν πολλά δισκάκια που έσκισαν αναπάντεχα σε πωλήσεις – τι να πρωτοθυμηθώ! Θυμάμαι χαρακτηριστικά όταν μας είχαν στείλει demo κασέτα με το «Charly» των Prodigy, προτού ακόμα γίνει γνωστό. Πρέπει να ήμασταν οι πρώτοι που το ακούσαμε στην Ελλάδα. Το βάλαμε να παίξει και είπαμε μεταξύ μας: «Ή αυτό είναι υπερβολικά μπροστά για την Ελλάδα ή θα γίνει τεράστια επιτυχία». Τελικά έγινε το δεύτερο. Και αυτή ήταν μία από τις ωραίες στιγμές εκείνης της εποχής, να ανακαλύπτεις κάτι προτού σκάσει παντού και να νιώθεις ότι συμμετέχεις κι εσύ σε αυτό που έρχεται.
• Οι DJs αποτελούσαν εγγύηση για την επιτυχία ενός κομματιού και ήταν πολλοί. Εκείνη την εποχή είχαν τεράστια επιρροή και πολλές φορές μπορούσαν πραγματικά να απογειώσουν ένα κομμάτι. Ο κόσμος εμπιστευόταν το αυτί τους και περίμενε να ακούσει τι θα παίξουν. Ο Μιχάλης Δέλτα, ο Mikee, ο Βασίλης Τσιλιχρήστος, ο Γιώργος Σειράς, ο Γιώργος Ιωαννίδης (DJ Ghost), ο Χρήστος Ζωγόπουλος, ο Mike Dee, ο Ακύλας, η Λευκή, ο Πέτρος Floorfiller, ο Αλέκος Ζιώγολος είναι μόνο μερικά από τα ονόματα που μπορούσαν να κάνουν ένα track να γίνει ανάρπαστο από τη μια μέρα στην άλλη.
• Σε μία εποχή χωρίς Shazam, ο τρόπος με τον οποίο μας περιέγραφε ο κόσμος τραγούδια που δεν ήξερε το όνομά τους είναι μία ολόκληρη ιστορία από μόνη της. Το πρώτο που μου έρχεται στο μυαλό είναι το «French Kiss» του Lil Louis, που είχε γίνει τεράστια επιτυχία από τον DJ Vasilis Lalos στη Μύκονο. Ερχόταν κόσμος στο μαγαζί, κυρίως γυναίκες, και μας έλεγαν: «Θέλουμε εκείνο το κομμάτι που σταματάει και μετά ξαναξεκινάει». Γενικά τότε αυτό συνέβαινε συνέχεια. Μην ξεχνάμε ότι ήταν η εποχή τού «ψάχνω ένα τραγούδι που πάει κάπως έτσι: “να να να να”». Έπρεπε πολλές φορές να αποκωδικοποιήσεις περιγραφές, ρυθμούς ή ακόμα και κινήσεις για να καταλάβεις ποιο κομμάτι εννοούσαν. Κι όμως, τις περισσότερες φορές το βρίσκαμε. Αυτό είχε και μεγάλη πλάκα αλλά ήταν και μέρος όλης της εμπειρίας του δισκάδικου εκείνης της εποχής.
• Το ότι οι DJs είχαν προτεραιότητα και κρατούσαμε δίσκους για αυτούς και αυτές προτού τους διαθέσουμε στο κοινό ήταν ένα πολύ συνηθισμένο παράπονο που ακούγαμε ανά τα χρόνια. Η αλήθεια, όμως, είναι ότι όταν ένας/μία DJ είχε να παίξει σε ένα κλαμπ μπροστά σε δύο ή τρεις χιλιάδες κόσμο, προφανώς είχε κάποιες φορές προτεραιότητα. Ήταν μέρος ολόκληρης της κουλτούρας εκείνης της εποχής: οι DJs έπρεπε να έχουν πρώτοι τη μουσική για να τη δοκιμάσουν, να τη στηρίξουν και τελικά να την περάσουν στον κόσμο. Από την άλλη, βέβαια, πάντα προσπαθούσαμε να κρατάμε ισορροπίες, γιατί και ο απλός πελάτης που έψαχνε μανιακά έναν δίσκο ήταν εξίσου σημαντικός για εμάς.
• Δεν ήταν μόνο οι Ελληνίδες και οι Έλληνες, σχεδόν όλοι οι μεγάλοι DJs που έρχονταν από το εξωτερικό στην Ελλάδα για να παίξουν περνούσαν κάποια στιγμή κι από το μαγαζί μας. Το Discobole είχε γίνει σημείο αναφοράς για την ηλεκτρονική μουσική και υπήρχε πάντα επικοινωνία με ανθρώπους της διεθνούς σκηνής. Μερικά πολύ χαρακτηριστικά ονόματα που πέρασαν από εκεί ήταν ο John Digweed, o Sasha, o Armand Van Helden, o Danny Tenaglia, o Paul Oakenfold, o Frankie Knuckles και οι Astral Projection.
• Εκτός από τους DJs και τα κλαμπ, υπήρχαν φυσικά και τα ραδιόφωνα. Η μεγαλύτερη συνεργασία μας ήταν με τον Life FM, που στήριξε πραγματικά τη σκηνή και βοήθησε πολύ να διαδοθεί αυτή η μουσική σε περισσότερο κόσμο. Εκείνη την εποχή τα ραδιόφωνα έπαιζαν τεράστιο ρόλο, γιατί ήταν από τους βασικούς τρόπους να ανακαλύψει κάποιος νέα μουσική. Είχαμε, μάλιστα, και τη δική μας δίωρη εκπομπή με τον Γιώργο Σανιέ, που λεγόταν «Discobole Time», όπου παρουσιάζαμε όλα τα καινούργια hits και τις νέες κυκλοφορίες. Υπήρχε γενικά μια πολύ στενή σχέση ανάμεσα στα ραδιόφωνα, τα κλαμπ, τους DJs και τα δισκάδικα. Όλοι και όλα λειτουργούσαν σαν κομμάτια της ίδιας μουσικής κοινότητας και αυτό ήταν που έκανε τη σκηνή να μεγαλώσει τόσο δυνατά εκείνα τα χρόνια.
• Όλα τα παιδιά που δούλευαν στο Discobole συνέβαλαν στην επιτυχία του μαγαζιού, το καθένα με τον τρόπο του. Δεν ήταν απλώς εργαζόμενοι, ήταν άνθρωποι που αγαπούσαν πραγματικά τη μουσική και αυτό φαινόταν στην καθημερινότητα, στις προτάσεις τους και στη σχέση που είχαν με τον κόσμο. Κάποιοι από την ομάδα είχαν και δική τους δραστηριότητα ως DJs, κάτι που φυσικά στηρίζαμε. Αυτό βοηθούσε πολύ γιατί υπήρχε άμεση επαφή με τη σκηνή, τα κλαμπ και τον παλμό της εποχής. Το Discobole λειτουργούσε περισσότερο ως κοινότητα ανθρώπων με κοινό πάθος για τη μουσική παρά ως ένα απλό κατάστημα.
• Κυκλοφορήσαμε μερικές από τις πιο πετυχημένες house και trance/psychedelic συλλογές της εποχής. Από τις πιο σημαντικές στιγμές ήταν οι συλλογές-σταθμός της house σκηνής, οι House Experience, που κυκλοφορήσαμε μαζί με τον Βασίλη Τσιλιχρήστο. Είχαμε μάλιστα την τύχη δύο από αυτές να γίνουν χρυσοί δίσκοι, αφού περιείχαν τεράστια hits της εποχής όπως το «Kamasutra», το «Mundian To Bach Ke» και πολλά άλλα. Αντίστοιχα, μέσα από τις psychedelic-trance συλλογές μας, δώσαμε βήμα σε πολλούς νέους Έλληνες καλλιτέχνες να κάνουν τις πρώτες τους κυκλοφορίες και να ακουστούν για πρώτη φορά σε ευρύτερο κοινό. Αυτό ήταν πάντα κάτι πολύ σημαντικό για εμάς, να στηρίζουμε νέους ήχους και ανθρώπους που είχαν κάτι πραγματικά καινούργιο να πουν μέσα από τη μουσική.
I.D.F. - Kam 'A' Sutra (Pacha Main mix) [HQ]
• Η παρακμή ξεκίνησε ουσιαστικά όταν χτυπήθηκε συνολικά η μουσική βιομηχανία, τόσο στην Ελλάδα όσο και παγκοσμίως. Η άνοδος του παράνομου downloading, με χαρακτηριστικό παράδειγμα το Napster, αλλά και η παράνομη διακίνηση CDs στον δρόμο ήταν τεράστια πλήγματα για εμάς και γενικά για όλα τα δισκάδικα. Στη συνέχεια η ίδια η βιομηχανία πέρασε στο digital επίπεδο, με το iTunes, αργότερα το Spotify και συνολικά το streaming. Αυτό οδήγησε σε μια πολύ δύσκολη δεκαετία για εμάς και για τα περισσότερα record stores παγκοσμίως.
• Ωστόσο, ήμασταν αρκετά πρωτοπόροι και κάτι που μας βοήθησε πολύ να παραμείνουμε ανοιχτοί μέχρι σήμερα ήταν το e-commerce. Λανσάραμε το πρώτο μας site ήδη από το 1998, μιλάμε δηλαδή για σχεδόν 30 χρόνια online παρουσίας του discobole.gr, εξυπηρετώντας πελάτες από όλη την Ελλάδα αλλά και από το εξωτερικό, σε όλα τα είδη μουσικής. Παράλληλα, η επιστροφή του βινυλίου τα τελευταία χρόνια, λόγω νοσταλγίας αλλά και της συλλεκτικής του αξίας, με limited editions και ειδικές κυκλοφορίες, έδωσε νέα πνοή στην αγορά. Νομίζω ότι αυτή τη στιγμή το Discobole βρίσκεται ξανά σε μια πολύ δυνατή θέση για το μέλλον και για την ελληνική μουσική αγορά γενικότερα.
• Η ψηφιοποίηση σίγουρα έκανε τη μουσική πιο εύκολα προσβάσιμη από ποτέ. Σήμερα μπορείς μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα να ακούσεις σχεδόν τα πάντα, από οποιοδήποτε σημείο του κόσμου, και αυτό είναι κάτι πολύ θετικό. Από την άλλη όμως, νομίζω ότι χάθηκε ένα κομμάτι της μαγείας και της σχέσης που είχε ο κόσμος με τη μουσική ως φυσικό αντικείμενο και εμπειρία. Είναι άλλο να έχεις 1.000 τραγούδια σε μια playlist και άλλο να έχεις 100 βινύλια στο σπίτι σου. Το πρώτο είναι ψηφιακά δεδομένα. Το δεύτερο είναι μια συλλογή αντικειμένων με συναισθηματική αξία, αναμνήσεις, αισθητική και προσωπική ιστορία. Γι’ αυτό πιστεύω ότι ο κόσμος έχει ήδη αρχίσει να νοσταλγεί ξανά τα χειροπιαστά πράγματα. Όλα τα στοιχεία δείχνουν ότι υπάρχει μια μεγάλη επιστροφή στο βινύλιο παγκοσμίως, κάτι που επιβεβαιώνεται ακόμα και από τεράστιους σύγχρονους καλλιτέχνες όπως η Taylor Swift, οι Metallica και ο Hans Zimmer, που συνεχίζουν να επενδύουν πολύ δυνατά στις κυκλοφορίες βινυλίου. Ο κόσμος φαίνεται πως ξαναψάχνει μια πιο ουσιαστική και προσωπική σχέση με τη μουσική.
• Σήμερα έχω δώσει πλέον τη σκυτάλη στη δεύτερη γενιά τού Discobole, που συνεχίζει δυνατά τόσο το φυσικό κατάστημα όσο και το e-shop. Είναι κάτι που με κάνει πολύ χαρούμενο, γιατί βλέπω ότι η αγάπη για τη μουσική και η φιλοσοφία του μαγαζιού συνεχίζονται με τον ίδιο ενθουσιασμό. Ο δικός μου ρόλος πλέον είναι περισσότερο συμβουλευτικός και προσπαθώ να απολαμβάνω περισσότερο τη μουσική χωρίς το άγχος της καθημερινότητας. Μου αρέσει να περνάω χρόνο με την προσωπική μου συλλογή βινυλίων και να ακούω δίσκους όπως παλιά, με ηρεμία και συγκέντρωση.
• Αυτό που αναπολώ περισσότερο από εκείνες τις εποχές είναι το vinyl digging και το ατελείωτο ψάξιμο στα καφάσια για να βρεις εκείνον τον έναν δίσκο που θα σε ενθουσίαζε. Ήταν μια ολόκληρη διαδικασία ανακάλυψης, χρειαζόταν χρόνο, υπομονή και πραγματικό πάθος για τη μουσική. Μου λείπει επίσης εκείνη η αίσθηση του looking for the perfect beat. Το να ψάχνεις συνεχώς τον επόμενο ήχο, το επόμενο κομμάτι που θα σου δημιουργήσει συναίσθημα ή θα αλλάξει την ενέργεια ενός κλαμπ. Εκείνη η αναζήτηση ήταν που έκανε τη μουσική τόσο μαγική τότε.
• Νομίζω ότι η μεγαλύτερη παρακαταθήκη του Discobole είναι ότι καταφέραμε να συνδέσουμε τουλάχιστον τρεις γενιές ανθρώπων με την ηλεκτρονική –και όχι μόνο– μουσική κι αυτό συνεχίζεται ακόμα. Άνθρωποι που έρχονταν πιτσιρικάδες στο μαγαζί, σήμερα φέρνουν τα παιδιά τους και αυτό είναι ίσως το πιο όμορφο συναίσθημα. Με κάνει επίσης πολύ περήφανο το ότι βοηθήσαμε στην προώθηση και ανάδειξη πολλών νέων Ελλήνων καλλιτεχνών και γενικότερα στη διαμόρφωση μιας ολόκληρης μουσικής κουλτούρας γύρω από την ηλεκτρονική σκηνή στην Ελλάδα. Νιώθω ότι το Discobole δεν ήταν, τελικά, απλώς ένα δισκάδικο αλλά ένα κομμάτι της μουσικής ιστορίας αυτής της πόλης.
• Έπειτα από 45 χρόνια στη μουσική βιομηχανία, δύσκολα φοβάμαι κάτι επαγγελματικά. Πήγαμε κι ήρθαμε πολλές φορές, μας ισοπέδωσαν αλλαγές, κρίσεις και τεχνολογίες, αλλά πάντα ξαναχτίζαμε από την αρχή. Αυτό που μου έχει μάθει η ζωή είναι ότι ίσως τελικά να ισχύει αυτό που έλεγε ο Ντέιβιντ Μπόουι: «Tomorrow belongs to those who can hear it coming».
Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO.