Το πρώτο trailer του «Ο Διάβολος φοράει Prada 2» συγκέντρωσε εκατομμύρια προβολές λίγες ώρες μετά τη δημοσίευσή του, όμως η μεγαλύτερη συζήτηση δεν αφορά την επιστροφή της Μιράντα Πρίστλι, αλλά την εικόνα της ταινίας. Πολλοί θεατές σχολίασαν ότι το υλικό είναι υπερβολικά σκοτεινό, επίπεδο και χωρίς τη ζωντάνια του πρωτότυπου φιλμ του 2006.
Στο X και στο Letterboxd κυκλοφόρησαν συγκριτικές εικόνες ανάμεσα στην πρώτη ταινία και το sequel. Σε αρκετές αναρτήσεις, τα φωτεινά και καθαρά κάδρα του αρχικού «Ο Διάβολος φοράει Prada» τοποθετήθηκαν δίπλα στα πιο μουντά πλάνα της νέας παραγωγής, με χρήστες να αναρωτιούνται αν το Χόλιγουντ «ξέχασε πώς να φωτίζει τις ταινίες».
Η συζήτηση, πάντως, ξεπερνά τη συγκεκριμένη ταινία. Τα τελευταία χρόνια εντείνεται ο προβληματισμός γύρω από το αν ο σύγχρονος κινηματογράφος έχει χάσει μέρος της οπτικής του ταυτότητας. Πολλοί θεατές υποστηρίζουν ότι αρκετές νέες παραγωγές μοιάζουν μεταξύ τους, με πιο σκοτεινά πλάνα, έντονη ψηφιακή εικόνα και ελάχιστα στοιχεία που τις κάνουν να ξεχωρίζουν αισθητικά.
Ο Τομ φαν ντερ Λίντεν, δημιουργός του δημοφιλούς καναλιού Like Stories of Old στο YouTube, έγινε viral με βίντεο σχεδόν 30 λεπτών με τίτλο «Why Movies Just Don’t Feel Real Anymore». Εκεί υποστηρίζει ότι αρκετές σύγχρονες ταινίες δυσκολεύονται να δημιουργήσουν αίσθηση πραγματικού κόσμου, επειδή η εικόνα τους δείχνει τεχνητή και υπερβολικά επεξεργασμένη.
Παρόμοια άποψη εξέφρασαν και οι ανεξάρτητοι δημιουργοί Τζέιμς και Άντονι Ντεβένι, παρουσιαστές του podcast Raiders of the Lost Pod. Σε απόσπασμα που δημοσίευσαν με τίτλο «Why New Movies Look Bad», σημείωσαν ότι ακόμη και χαμηλού προϋπολογισμού ταινίες των δεκαετιών του 1990 και 2000 είχαν πιο ξεκάθαρη και ελκυστική εικόνα από πολλές σημερινές υπερπαραγωγές.
Γιατί τόσα καρέ από νέες ταινίες μοιάζουν θολά;
Ένα από τα βασικά ζητήματα που αναδεικνύονται στη συζήτηση αφορά τη συχνή χρήση μικρού βάθους πεδίου, της τεχνικής κατά την οποία ο ηθοποιός στο προσκήνιο παραμένει καθαρός ενώ το φόντο θολώνει έντονα. Η αισθητική αυτή χρησιμοποιείται πλέον ευρέως, όμως αρκετοί επαγγελματίες θεωρούν ότι έχει μετατραπεί σε εύκολη συνταγή.
Ο διευθυντής φωτογραφίας Στιβ Γέντλιν, γνωστός από τα Knives Out και Star Wars: The Last Jedi, δήλωσε στους New York Times ότι έχει επικρατήσει η αντίληψη πως όταν όλα στο κάδρο είναι καθαρά η εικόνα θυμίζει βίντεο, ενώ όταν το φόντο θολώνει φαίνεται πιο «κινηματογραφική». Κατά την άποψή του, πρόκειται για παρανόηση γύρω από το τι κάνει πραγματικά μια ταινία να δείχνει κινηματογραφική.
Ακόμη πιο αιχμηρός εμφανίστηκε ο πολυβραβευμένος διευθυντής φωτογραφίας Εντ Λάχμαν, γνωστός από τα Carol και Far from Heaven. Σε συνέντευξή του στο podcast του συναδέλφου του, Ρότζερ Ντίκινς, είπε ότι οι ταινίες με υπερβολικά μικρό βάθος πεδίου κάνουν τα πάντα να μοιάζουν με «οπτικό πολτό». Ο ίδιος ο Ντίκινς συμφώνησε, λέγοντας ότι έτσι ο χαρακτήρας απομονώνεται συχνά «σε μια θάλασσα ομίχλης».
Inexplicably about one third of my feed is now posts from Brazilian accounts complaining about the lighting in the new Devil Wears Prada. And I agree with all of them pic.twitter.com/Wvr5epBJt1
— Brooks Otterlake (@i_zzzzzz) February 2, 2026
Ο Λάχμαν εξήγησε ότι η τεχνική μπορεί να λειτουργήσει όταν χρησιμοποιείται στοχευμένα, για παράδειγμα για να αποδώσει τη σύγχυση ενός χαρακτήρα. Όταν όμως γίνεται μόνιμος κανόνας, χάνεται ο τρόπος με τον οποίο αντιλαμβάνεται φυσικά ο άνθρωπος τον χώρο, αφού ακόμη και η περιφερειακή όραση διατηρεί μεγαλύτερο βάθος εστίασης.
Στη συζήτηση εντάσσεται και η υπερβολική χρήση ψηφιακών εφέ. Ο φαν ντερ Λίντεν ανέφερε ως παράδειγμα το Jurassic World Rebirth, υποστηρίζοντας ότι τα τοπία και τα φόντα δείχνουν λιγότερο αληθινά σε σχέση με το παλαιότερο Jurassic Park, παρά τους τεχνολογικούς περιορισμούς της εποχής εκείνης.
Γιατί οι ταινίες μοιάζουν πιο «σκοτεινές»;
Ένα δεύτερο παράπονο αφορά τον φωτισμό. Πολλοί θεατές υποστηρίζουν ότι στις σύγχρονες παραγωγές συχνά δυσκολεύονται να διακρίνουν τι συμβαίνει στην οθόνη, ιδιαίτερα σε σκηνές δράσης ή νυχτερινά πλάνα. Η μετάβαση από το φιλμ στις ψηφιακές κάμερες θεωρείται ένας από τους λόγους αυτής της αλλαγής.
Η Βανέσα Μπενεντέτι, επικεφαλής του τμήματος κινηματογραφικών παραγωγών της Kodak, δήλωσε στους New York Times ότι οι ψηφιακές κάμερες επιτρέπουν γυρίσματα με πολύ λιγότερο φως σε σχέση με το παραδοσιακό φιλμ. Αυτό δίνει μεγαλύτερη ευελιξία στους δημιουργούς, αλλά έχει οδηγήσει και σε μια τάση για πιο σκοτεινή εικόνα.
Η ίδια εκτιμά ότι πολλοί σκηνοθέτες και διευθυντές φωτογραφίας προσπαθούν να κάνουν την ψηφιακή εικόνα να μοιάζει πιο «κινηματογραφική» μέσω χαμηλού φωτισμού και πιο βαριάς ατμόσφαιρας. Όπως σημείωσε, χωρίς αυτή την επεξεργασία μια σκηνή μπορεί να θυμίζει τηλεοπτική διαφήμιση ή σαπουνόπερα.
Η αλλαγή τεχνολογίας, σύμφωνα με στελέχη του χώρου, έχει επηρεάσει και τη διαδικασία λήψης αποφάσεων. Στην εποχή του φιλμ, το υλικό εμφανιζόταν συνήθως μία ημέρα αργότερα, κάτι που περιόριζε τις παρεμβάσεις στο πλατό. Με την ψηφιακή παραγωγή, το αποτέλεσμα προβάλλεται άμεσα σε μόνιτορ, επιτρέποντας σε περισσότερα στελέχη της παραγωγής να εκφράζουν άποψη σε πραγματικό χρόνο.
Ο Στιβ Γέντλιν υποστήριξε ότι αυτή η διαδικασία οδηγεί συχνά σε πιο ασφαλείς επιλογές. Όπως είπε, όταν πολλοί άνθρωποι παρεμβαίνουν διαρκώς, το τελικό αποτέλεσμα τείνει να γίνεται πιο ουδέτερο και λιγότερο τολμηρό.
Ανάλογη εικόνα περιέγραψε και ο Τοντ Βαζίρι, επόπτης οπτικών εφέ στην Industrial Light & Magic, ο οποίος έχει εργαστεί σε ταινίες όπως το Avatar και το Mission: Impossible – Ghost Protocol. Όπως ανέφερε, σήμερα πολλές φορές η ημερομηνία κυκλοφορίας ορίζεται πριν ολοκληρωθούν πλήρως το σενάριο και ο δημιουργικός σχεδιασμός, με αποτέλεσμα κρίσιμες αποφάσεις να μεταφέρονται για αργότερα, όταν ο χρόνος πιέζει.
Μέρος του κοινού αποδίδει αυτή την ομοιομορφία στις πλατφόρμες streaming, χρησιμοποιώντας τον όρο «Netflix look» για να περιγράψει εικόνα πιο επίπεδη, ουδέτερη και χωρίς ιδιαίτερη αισθητική ταυτότητα. Η άποψη αυτή έχει εξαπλωθεί τα τελευταία χρόνια, καθώς ολοένα και περισσότερες μεγάλες παραγωγές προβάλλονται απευθείας στο σπίτι.
Ο Στιβ Γέντλιν, που έχει συνεργαστεί με το Netflix στις δύο τελευταίες ταινίες του Knives Out, απορρίπτει την ιδέα ότι οι πλατφόρμες επιβάλλουν συγκεκριμένο ύφος στους δημιουργούς. Όπως είπε στους New York Times, κανείς δεν ζητά από τους σκηνοθέτες να γυρίζουν τις ταινίες τους με «άχρωμο» ή τυποποιημένο τρόπο.
Κατά την εκτίμησή του, ένα μέρος του προβλήματος βρίσκεται στις ίδιες τις οικιακές συσκευές προβολής. Εξήγησε ότι όταν υπάρχει λάθος ρύθμιση ανάμεσα στα διαφορετικά πρότυπα εικόνας, όπως SDR και HDR, μια ταινία μπορεί να φαίνεται «ξεπλυμένη», ακόμη κι αν έχει σχεδιαστεί διαφορετικά στο στάδιο της παραγωγής.
Η Μπενεντέτι της Kodak δίνει μια διαφορετική διάσταση. Σύμφωνα με την ίδια, οι αποφάσεις για την τελική εικόνα μιας ταινίας δεν λαμβάνονται πάντοτε αποκλειστικά από τους δημιουργούς. Στη διαδικασία εμπλέκονται διανομείς, στούντιο και χρηματοδότες, οι οποίοι συχνά αξιολογούν κάθε επιλογή με βάση την απόδοση της επένδυσης. Αυτό, κατά πολλούς επαγγελματίες, εξηγεί γιατί αρκετές μεγάλες παραγωγές καταλήγουν σε πιο προβλέψιμες αισθητικές λύσεις, που θεωρούνται εμπορικά ασφαλέστερες για ένα παγκόσμιο κοινό.
Με πληροφορίες από New York Times