ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΕΖΗΣΕ Η ΟΥΓΓΑΡΙΑ, η μεγάλη ήττα του υπερσυντηρητικού ηγεμόνα της Βίκτορ Όρμπάν, ήταν μια ευφυής και ανελέητη πατροκτονία. Ο Πέτερ Μαγιάρ, νεότερος γόνος της ίδιας πολιτικής οικογένειας, έχοντας μυριστεί την προϊούσα παρακμή του ορμπανικού συστήματος εξουσίας, ανοίχτηκε προς την αντίπαλη ευαισθησία και στα δικά της ακροατήρια: τον κόσμο των νέων, τις δυτικόφιλες μερίδες της πρωτεύουσας, τους ανθρώπους που κινητοποιήθηκαν για δικαιώματα και θεσμούς του κράτους δικαίου. Το ζήτημα του συστήματος δικαιοσύνης και φυσικά η στάση στον γεωστρατηγικό άξονα Ευρωπαϊκή Ένωση-Ρωσία στάθηκαν, σε μεγάλο βαθμό, καθοριστικά για την ανατροπή.
Βαρύς και ασήκωτος στο πείσμα του να είναι ένας πολιτικός των βέτο, της γέφυρας με τον Πούτιν και φορέας ενός ηχηρού ιδεολογικού αντιμοντερνισμού, ο Όρμπαν είχε κουράσει.
Για ποιον λόγο όμως η ατζέντα της αντιπολίτευσης δεν είχε καταφέρει όλα τα προηγούμενα χρόνια να διαπεράσει το ορμπανικό τείχος; Γιατί έχανε; Προφανώς διότι ένα πλέγμα εξουσίας φρόντιζε να ελέγχει, να ποδηγετεί και να παραβιάζει τους κανόνες του παιχνιδιού. Κυρίως όμως επειδή δεν είχε προκύψει μια σοβαρή εσωτερική ρωγμή. Ο τωρινός νικητής Μαγιάρ (Μα-ντιαρ, λένε, πρέπει να τον αποκαλούμε, μα δεν θα το κάνουμε, για ευνόητους λόγους) είναι το πρόσωπο που κατάφερε να ενσαρκώσει τη ρωγμή. Δεν πρωτοεμφανίστηκε ως κάτι εξωτερικό από το σύστημα του Όρμπαν. Είναι ο αξιωματούχος που αποστατεί. Υπήρξε μια παρέκκλιση, μια λοξοδρόμηση από το κόμμα Fidesz. Βλαστός που κατάφερε να χτίσει ένα δικό του στυλ μιας φιλελεύθερης παραλλαγής του συντηρητισμού. Ο καθεστωτικός εθνικολαϊκισμός του Όρμπαν είχε γίνει περίκλειστος, υπερβολικά «ανατολικός», ανίκανος να συνυφάνει την αγροτική περιφέρεια με το αστικό κέντρο, τον κόσμο της εσωστρέφειας με την Ουκρανία του Erasmus και των startups.
Βαρύς και ασήκωτος στο πείσμα του να είναι ένας πολιτικός των βέτο, της γέφυρας με τον Πούτιν και φορέας ενός ηχηρού ιδεολογικού αντιμοντερνισμού, ο Όρμπαν είχε κουράσει.
Ο Μαγιάρ ενεργοποίησε μια πορεία προς τον λαό, μια καμπάνια και πολύ λιγότερο έναν κομματικό σχηματισμό με την κλασική έννοια του όρου. Πολιτικό όχημα υπήρξε βέβαια, και μάλιστα με όνομα που, όπως το Fidesz, έχει ηθικοσυναισθηματική χροιά. Το όχημα αυτής της νέας φιλοδοξίας ονομάστηκε Tisza, παραπέμποντας στους όρους Σεβασμός και Ελευθερία. Σεβασμός και Ελευθερία: σαν να λέμε, οι δυο λαοί που έπρεπε να συναντηθούν, ο πατροπαράδοτος κόσμος της υπαίθρου και ο αστικός λαός των ελευθεριών και της κινητικότητας.
Σε αντίθεση με κάποιους πολιτικούς που δρουν περιτειχισμένα και προστατευμένα, ο Μαγιάρ επιδόθηκε σε μια μορφή κινηματικής πολιτικής. Ενώ η πλατφόρμα του είναι ένας φιλοευρωπαϊκός συντηρητικός φιλελευθερισμός, η πολιτική του δυναμική χτίστηκε «λαϊκιστικά». Για δυο χρόνια όργωσε τη χώρα φτάνοντας μέχρι τα πιο πιστά στον Όρμπαν χωριά. Μέσα στο 2025 περπάτησε 300 χιλιόμετρα από τη Βουδαπέστη ως τα σύνορα με τη Ρουμανία με το σύνθημα της «συνένωσης των δυνάμεων του έθνους».
Αν βέβαια ανατρέξει κανείς σε θέσεις και προτάσεις του κόμματος και του ίδιου του Μαγιάρ, δεν θα έχει καμιά αμφιβολία για την ταυτότητά του. Και το ότι παρουσιάστηκε αρχικά ως ένας «μη ιδεολογικός» χώρος επιβεβαιώνει –αντί να διαψεύδει– τον δεσμό με τον συντηρητισμό. Στα δεξιά ανέκαθεν ισχυρίζονταν ότι αφουγκράζονται τον κοινό νου και τον πρακτικό άνθρωπο δίχως ιδεολογήματα και δόγματα – γνωστό μοτίβο άλλωστε αυτό και σε μας.
Ο Μαγιάρ νίκησε εν τέλει ως άρνηση του Όρμπαν και της γεωπολιτικής του, όχι όμως απορρίπτοντας όσα έφερε στην επιφάνεια ο λόγος του Όρμπαν. Τι εννοώ; Προ ημερών ο Έλληνας πρωθυπουργός, απαντώντας σε ερώτημα του BBC για τις «επαναπροωθήσεις» μεταναστών, τα γνωστά pushbacks –με την επιστράτευση άλλων μεταναστών–, απάντησε ότι «δεν θα γυρίσουμε στο 2015» και ότι «η Ευρώπη και η Ελλάδα θα προστατεύει τα σύνορά της με κάθε αναγκαίο μέσο». Μια τέτοια απάντηση δείχνει το κλίμα και τις τάσεις που έχουν επεκταθεί όλη την τελευταία δεκαετία στην Ευρώπη. Ο Βίκτορ Όρμπαν υπήρξε η εξτρεμιστική εκδοχή μιας ευρύτερης διάθεσης, ενός ευρωπαϊκού mood που έχει αγκαλιάσει πολύ περισσότερους από τον χώρο της εθνικιστικής ακροδεξιάς.
Είναι ευτύχημα αυτό το μαζικό «όχι» των Ούγγρων στον αυταρχισμό και στην παρακμή του. Όπως και το γεγονός πως ο διάδοχος του Όρμπαν υποσχέθηκε να ενσωματώσει επείγοντα αιτήματα αντιδιαφθοράς, δικαιοσύνης και συνταγματικών ελευθεριών. Αν σκεφτούμε όμως τα πράγματα έχοντας κατά νου τις ανάγκες των καιρών, το βάθος των συστημικών κρίσεων και το πόσο πίσω έχουμε πάει ως ανθρωπότητα πολιτικά και ηθικά, η ανακούφιση μετριάζεται και η ανησυχία επιβάλλεται. Το παρήγορο είναι ότι η καινούργια κατάσταση στην Ουγγαρία έγινε δυνατή με έναν ενεργοποιημένο λαό, με μια ζωντανή δυναμική. Δεν είναι μια πολιτική αλλαγή εργαστηρίου ή καρπός μιας καλύτερης πολιτικής επικοινωνίας (όσο κι αν αυτή, όπως και η εικόνα του Μαγιάρ, έπαιξαν ρόλο). Παρά τις βαθιές παραδόσεις χριστιανοφασισμού και δεξιού λαϊκισμού, είναι εν κινήσει ένα ουγγρικό εργαστήριο δημοκρατικών οραμάτων και ευαισθησιών. Θα ακουστούν, νομίζω, οι φωνές του και μέσα στο νέο πλαίσιο που, όπως όλα δείχνουν, φέρνει την Ουγγαρία πιο κοντά στο ευρωενωσιακό mainstream.