ΗΤΑΝ ΣΕ ΜΙΑ ΓΡΑΦΟΜΗΧΑΝΗ που είχε ξεμείνει από τη χρεοκοπημένη επιχείρηση του πατέρα του που ο έφηβος Άρθουρ Μίλερ δοκίμασε για πρώτη φορά τις δυνάμεις του στη συγγραφή: ένα κωμικό ραδιοφωνικό σκετς που δεν του χάρισε ούτε φήμη ούτε πλούτο. «Αλλά κατάλαβα ότι μπορούσα να γράφω κείμενα που μπορούσαν να απαγγελθούν», θυμόταν με χαμόγελο σε μια συνέντευξή του το 1986.
Πράγματι, μπορούσε και με το παραπάνω. Αυτή η πρώιμη απόπειρα διαλόγων θα οδηγούσε σε μερικά από τα μεγαλύτερα θεατρικά έργα του 20ού αιώνα –«Ο θάνατος του εμποράκου», «Ψηλά απ’ τη γέφυρα», «Ήταν όλοι τους παιδιά μου», «Το τίμημα», «Σπασμένο γυαλί»–, έργα που στέκονται σαν επιβλητικοί βράχοι στο τοπίο της δραματουργίας. Αλλά αυτή η ταπεινή αρχή ήταν επίσης διδακτική. Ο πατέρας του έχασε τα πάντα στο μεγάλο κραχ του 1929. Ο Μίλερ άντλησε την τέχνη του από τα απομεινάρια της δουλειάς του πατέρα του, εδραιώνοντας από νωρίς αυτόν τον βαθύ δεσμό μεταξύ προσωπικής εμπειρίας, δράματος και θεμελιωδών ζητημάτων που επηρεάζουν την κοινωνία στο σύνολό της. Είχε δει, όπως έλεγε, τον τρόπο με τον οποίο μια δομή μπορούσε να καταρρεύσει, «ανεξάρτητα από το πόσο ισχυρή και ασφαλής φαινόταν»: μια κατανόηση που θα τροφοδοτούσε την κριτική του για το αμερικανικό όνειρο και τη βαθιά συμπόνια του για τα άτομα που συνθλίβονται στην προσπάθειά τους να το επιτύχουν.
«Ο Μίλερ αντιλαμβάνεται τον τρόπο με τον οποίο ο πολιτικός κόσμος μπορεί να μολύνει και να καταλάβει την προσωπική σου ζωή πολύ διαφορετικά σε σχέση με οποιονδήποτε άλλο θεατρικό συγγραφέα».
«Πάντα έβλεπα το θέατρο ως μέρος της κοινωνίας», έλεγε σε εκείνη τη συνέντευξη. «Για μένα, το θέατρο αντανακλούσε αυτό που συνέβαινε εκεί έξω».
Η έντονη αφοσίωσή του, σε συνδυασμό με την ικανότητα κατανόησης της έμφυτης ευθραυστότητας του ανθρώπου, φαίνεται ιδιαίτερα επίκαιρη στην τρέχουσα συγκυρία, προσφέροντας ένα πρίσμα μέσα από το οποίο μπορούμε να εξετάσουμε τον σημερινό κατακερματισμένο κόσμο. Τον τελευταίο καιρό παρατηρείται έξαρση στις παραγωγές έργων του Μίλερ, με τους σκηνοθέτες να ανακαλύπτουν ένα νέο νόημα στο έργο του.
«Ο Μίλερ ήταν ένας άνθρωπος που μεγάλωσε την εποχή της Μεγάλης Ύφεσης, πέρασε και τους δύο μεγάλους πολέμους και βίωσε τη μαύρη λίστα του μακαρθισμού», είπε ο σκηνοθέτης Τζόρνταν Φέιν κατά τη διάρκεια των προβών για την παράσταση του «Σπασμένου γυαλιού» που θα παίζεται για λίγο ακόμα στο Young Vic του Λονδίνου, ενός έργου στο οποίο πρωταγωνιστεί μια Αμερικανοεβραία που βιώνει τον τρόμο της «Νύχτας των κρυστάλλων». «Αντιλαμβάνεται τον τρόπο με τον οποίο ο πολιτικός κόσμος μπορεί να μολύνει και να καταλάβει την προσωπική σου ζωή πολύ διαφορετικά σε σχέση με οποιονδήποτε άλλο θεατρικό συγγραφέα».
Για τον Τζόναθαν Μάνμπι, που σκηνοθετεί το «Τίμημα», το οποίο θα παίζεται στο θέατρο Marylebone του Λονδίνου από τις 17 Απριλίου ως τις 7 Ιουνίου, η έντονη σαφήνεια του μεγάλου δραματουργού και η δίψα του για έναν ηθικό διάλογο παραμένουν στοιχεία ύψιστης και ουσιαστικής σημασίας. «Τον έχουμε ανάγκη τον Μίλερ», λέει. «Θέτει ερωτήματα που η κοινωνία προσπαθεί να αποφύγει, ειδικά όσον αφορά τις ευθύνες των ατόμων όταν τα συστήματα γύρω τους είναι άδικα, διεφθαρμένα ή καταστροφικά».
Το «Τίμημα» διαδραματίζεται σε μια σοφίτα της Νέας Υόρκης, όπου οι αποξενωμένοι αδελφοί Φραντζ συναντιούνται προκειμένου να πουλήσουν τα παλιά υπάρχοντα της οικογένειας – είναι ειρωνικό το ότι τα αντικείμενα που κάποτε είχαν μεγάλη αξία και κατασκευάστηκαν για να διαρκέσουν, τώρα έχουν γίνει σχεδόν άχρηστα. «Από τότε που ο Μίλερ έγραψε το έργο, αυτή η κατάσταση έχει επιδεινωθεί, δείχνοντας πόσο αναλώσιμη έχει γίνει η κουλτούρα», λέει ο Μάνμπι. Και αυτή η ανησυχία για την παροδικότητα επεκτείνεται σε πολλούς από τους χαρακτήρες του. Ο Γουίλι Λόμαν στον «Θάνατο του εμποράκου» θα μπορούσε να αντιπροσωπεύει πολλούς στη σημερινή οικονομία της εφήμερης εργασίας όταν παρατηρεί: «Ακόμα νιώθω τον εαυτό μου κάπως προσωρινό».
Ο Μίλερ δημιούργησε χαρακτήρες που παγιδεύονται μέσα σε δίχτυα που μόνο εν μέρει έχουν υφάνει οι ίδιοι – τραγικές φιγούρες όπως ο Γουίλι Λόμαν από τον «Θάνατο του εμποράκου» ή ο Τζο Κέλερ στο έργο «Ήταν όλοι τους παιδιά μου». Ο Τζο έχει πιστέψει σε αξίες που τελικά θα καταστρέψουν την οικογένειά του, ενώ ο Γουίλι είναι αφοσιωμένος σε μια υπόσχεση που θα τον καταπιεί. Στην πρεμιέρα του έργου «Ο θάνατος του εμποράκου» το 1949 μπορούσε να δει κανείς επιχειρηματίες να κλαίνε. Σήμερα, ο Μίλερ απευθύνεται σε ένα κοινό που έχει βιώσει τον μαρασμό της παραδοσιακής βιομηχανίας και την άνοδο της αυτοματοποίησης, την εργασιακή επισφάλεια και την τεχνητή νοημοσύνη.
Αυτοί οι συγκινητικοί, ουσιαστικοί ρόλοι προσελκύουν πάντα μεγάλους καλλιτέχνες: ο Γουόρεν Μίτσελ περιέγραψε τον Γουίλι Λόμαν ως «τον νούμερο ένα ρόλο για κάθε ηθοποιό». Αυτές τις μέρες, ο διάσημος Τούρκος ηθοποιός Χαλίτ Εργέντς πρωταγωνιστεί σε μια παράσταση του «Θανάτου του εμποράκου» στην Κωνσταντινούπολη (στο Zorlu Performing Centre μέχρι τις 16 Ιουνίου), σε σκηνοθεσία του πρώην διευθυντή του Εθνικού Θεάτρου του Λονδίνου Ρούφους Νόρις, ενώ ο Νέιθαν Λέιν τον υποδύεται στο Μπρόντγουεϊ (στο Winter Garden Theatre έως τις 9 Αυγούστου).
Η πρόσφατη παράσταση του «Ήταν όλοι τους παιδιά μου» σε σκηνοθεσία Ίβο βαν Χόβε με πρωταγωνιστή τον Μπράιαν Κράνστον υπήρξε συγκλονιστική, με την καταδικαστική κριτική της ενάντια στη διαφθορά, την προδοσία της νεότερης γενιάς και τον τρόπο με τον οποίο το κέρδος υπερισχύει των ανθρώπων. Ο ηθοποιός Πάαπα Εσιέντου, ο οποίος ερμήνευσε με εκπληκτικό τρόπο τον απογοητευμένο γιο, λέει ότι τα έργα του Μίλερ χαρακτηρίζονται από μια μοναδική τεχνική, αυτό όμως που φαίνεται να έχουμε περισσότερη ανάγκη σήμερα είναι η συμπόνια του συγγραφέα. «Στο επίκεντρο όσων γράφει βρίσκεται ένας βαθύς σεβασμός και μια περιέργεια για την ανθρωπότητα και τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι ανταποκρίνονται στις μεγάλες προκλήσεις της ζωής, είτε πρόκειται για θλίψη, αγάπη, ζήλια ή φόβο», λέει. «Αυτό είναι κάτι τόσο σύγχρονο όσο και αρχέγονο».
Με στοιχεία από τους «Financial Times»