Η Αν Μπολέιν (1501 ή 1507-1536) αποτελεί έναν από τους πιο αρχετυπικούς γυναικείους μύθους της αγγλικής και ευρύτερα της ευρωπαϊκής ιστορίας. Μια διανοούμενη και πολιτικά αφυπνισμένη γυναίκα που είχε περάσει μέρος της νιότης στις αυλές της Αυστρίας και της Γαλλίας, με την επιστροφή της στην Αγγλία έγινε κυρία επί των τιμών της βασίλισσας Αικατερίνης της Αραγονίας, οπότε ξεχώρισε για την υψηλή της καλλιέργεια και τις γνώσεις της γύρω από την τέχνη, τη φιλοσοφία, τη λογοτεχνία αλλά και τα μεγάλα θρησκευτικά ζητήματα της εποχής.
Αρραβωνιασμένη αρχικά με τον Χένρι Πέρσι, γιο του Κόμη του Νορθάμπερλαντ, αναγκάστηκε να διακόψει μαζί του είτε επειδή διαφώνησε ο πατέρας του με τον επικείμενο γάμο είτε επειδή, όπως υποστηρίζουν κάποιοι ιστορικοί, την ερωτεύτηκε ο βασιλιάς Ερρίκος Η’. Κι ενώ επρόκειτο για έναν άντρα πολυγαμικό, που θα μπορούσε να την κάνει ερωμένη του, όπως έκανε πριν από εκείνη την αδελφή της, δέχτηκε να περιμένει μια επταετία κι αφότου έλυσε τον γάμο του με την Αικατερίνη, η οποία αδυνατούσε να του δώσει διάδοχο, να παντρευτεί την Αν Μπολέιν. Αλλά επειδή ούτε εκείνη κατάφερε να του δώσει άρρενα διάδοχο, κατέληξε να τη συκοφαντήσει και να την οδηγήσει στο ικρίωμα με την κατηγορία της μοιχείας, της προδοσίας και της αιμομιξίας με τον αδελφό της, ο οποίος επίσης εκτελέστηκε.
Η «ιστορική βία» που παραπέμπει στα πραγματικά πολιτικά γεγονότα της εποχής του Ερρίκου Η’ θα παρουσιαστεί με μια πρωτοφανή, για τα ελληνικά τουλάχιστον, οπερατικά πράγματα, μέσω μιας σειράς ηχητικών παρεμβάσεων που περισσότερο φλερτάρουν με τον «θόρυβο», κυριολεκτικά και μεταφορικά, και σχεδόν θα «μουτζουρώσουν» το μπελ κάντο του Ντονιτσέτι.
Οι ιστορικοί, βέβαια, δεν περιορίζονται σε αυτή την εξήγηση, καθώς η ίδια αναμειγνυόταν στις πολιτικές αποφάσεις του βασιλείου, δημιουργώντας έχθρες και αντιπάλους που ήθελαν να τη βγάλουν από τη μέση και από τη ζωή του βασιλιά. Αν πάντως άφησε κάτι πίσω της η Μπολέιν, πέρα από τη σχεδόν μυθική διάσταση της εξέχουσας για την εποχή της προσωπικότητας, ήταν και μια κόρη, την Ελισάβετ Α’ της Αγγλίας, τη μακροβιότερη βασίλισσα της δυναστείας των Τιδόρ. Η ιστορία της ταξίδεψε στα πέρατα του κόσμου, έγινε θεατρικό έργο, μυθιστόρημα, όπερα, αργότερα μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο και στην τηλεόραση.
Το 1788 ο Αλεσάντρο Πέπολι έγραψε θεατρικό με τίτλο «Άννα Μπολένα» και το 1816 ο Ιπόλιτο Πιτεμόντε το «Ερρίκος Η’ ή Άνα Μπολένα». Και τα δύο ήταν δραματικά ρομάντζα που δεν είχαν ιστορική συνέπεια ούτε εμβάθυναν στη εποχή της. Το 1830 το λυρικό θέατρο Κάρκανο του Μιλάνου, στην προσπάθειά του να ανταγωνιστεί τη Σκάλα, ανέθεσε στον δημοφιλή συνθέτη –με περισσότερες από 30 όπερες στο ενεργητικό του– Γκαετάνο Ντονιτσέτι (1797-1848) τη σύνθεση μιας όπερας. Εκείνος συνεργάστηκε με τον λιμπρετίστα και ποιητή Φελίτσε Ρομάνι (1788-1865), ο οποίος έγραψε ένα λιμπρέτο βασισμένο στα έργα των Πέπολι και Πιτεμόντι.
Η δίπρακτη όπερα «Άννα Μπολένα» κάνει πρεμιέρα στις 26 Δεκεμβρίου του ίδιου έτους με τεράστια επιτυχία. Συνεπακόλουθα ανεβαίνει σε θέατρα ολόκληρης της Ιταλίας, όπως και της Ευρώπης, ξεκινώντας τον Ιούλιο του 1831 από τη Βασιλική Όπερα της Αγγλίας στο Λονδίνο. Στην Αθήνα παρουσιάζεται πρώτη φορά το 1846, ταυτόχρονα με τη Νέα Υόρκη. Η επικράτηση του βερισμού αφάνισε την «Μπολένα» από το ρεπερτόριο των λυρικών θεάτρων κι έτσι ο 20ός αιώνας άργησε να την ανακαλύψει. Παιζόταν σποραδικά σαν ένα διαμάντι του μπελ κάντο, μέχρι που η ιστορική παράσταση του 1957 στη Σκάλα με τη Μαρία Κάλλας στον ομώνυμο ρόλο (θρυλική η σκηνή της τρέλας λίγο πριν από το τέλος του έργου) και σκηνοθέτη τον Λουκίνο Βισκόντι έδωσε μια νέα ώθηση στην περίφημη, αλλά ξεχασμένη αυτή όπερα.
Η Εθνική Λυρική Σκηνή ανέβασε την «Άννα Μπολένα» τον Φεβρουάριο του 1976 στο θέατρο Ολύμπια με διευθυντή ορχήστρας τον Τσου Χούι. Η σκηνοθεσία ήταν του Ντίνου Γιαννόπουλου, τα σκηνικά - κοστούμια του Νικόλα Γεωργιάδη, και οι Βάσω Παπαντωνίου και Φραγκίσκος Βουτσίνος κρατούσαν τους κεντρικούς ρόλους. Σχεδόν πενήντα χρόνια μετά, η όπερα ανεβαίνει εκ νέου σε σκηνοθεσία Θέμελη Γλυνάτση, μουσική διεύθυνση του Ζακ Λακόμπ και σκηνογραφία του Λέσλι Τράβερς, ενώ την αναβίωση των ιστορικών κοστουμιών του διεθνούς Έλληνα σκηνογράφου και ενδυματολόγου Γεωργιάδη υπογράφουν η Νίκη Ψυχογιού και ο σκηνοθέτης. Ερμηνεύουν οι Πέτρος Μαγουλάς, Μαρία Κοσοβίτσα, Μιράντα Μακρυνιώτη, Γιάννης Γιαννίσης, Γιάννης Χριστόπουλος, Διαμάντη Κριτσωτάκη, Μάνος Κοκώνης. Τη χορωδία διευθύνει ο Αγαθάγγελος Γεωργακάτος.
Φυσικά, η όπερα των Ντονιτσέτι-Ρομάνι δεν αποτελεί ιστορικό τεκμήριο της αιματοβαμμένης και στιγματισμένης από τη διάχυτη βία περίοδο της Μεταρρύθμισης κατά την οποία έζησε και έδρασε η Μπολέιν. Αντιθέτως, η έμφαση έχει δοθεί στο μελόδραμα, σε ένα θανάσιμο παιχνίδι αντιζηλίας και εξουσίας, απογυμνωμένο από τη ζοφερή πολιτική πραγματικότητα. Ο σκηνοθέτης, θέλοντας να δώσει νέα πνοή σε ένα είδος που κινδυνεύει να χάσει κάθε επαφή με το σύγχρονο κοινό το οποίο, πέρα από τη μαγεία της μουσικής και τη δεξιοτεχνία των ερμηνευτών, αναζητά και ένα νόημα συνδεδεμένο με το σύγχρονο καλλιτεχνικό και κοινωνικό γίγνεσθαι, έκανε μια σειρά από ρηξικέλευθες επιλογές στο νέο αυτό ανέβασμα της Λυρικής.
Εξηγεί: «Πρόκειται για μια παράσταση που επιχειρεί να απεμπλακεί από μια παραδοσιακή αναπαράσταση του μπελ κάντο και να μην αντιμετωπίσει το είδος ως μουσειακό αλλά ως κάτι ζωντανό, άρα ανοιχτό σε ερμηνεία. Η αέναη επανάληψη μιας “στημένης’’ αισθητικής του είδους μπορεί να είναι γνώριμη, άρα και καταπραϋντική, αλλά, όπως και να το κάνουμε, μια καινούργια σκηνοθεσία οφείλει να προτείνει νέες οπτικές, να θέτει προκλήσεις, ερωτηματικά. Η παράσταση είναι βασισμένη στην ταξινόμηση του αρχείου της παράστασης. Πρόκειται για έναν μεταφορικό και κυριολεκτικό εγκιβωτισμό αντικειμένων και πραγμάτων που σχετίζεται με τη συνήθεια της φετιχοποίησης του παρελθόντος. Σε αυτήν τη λογική, ανάγουμε αυτά τα αντικείμενα σε κάτι που δεν μπορούμε να αγγίξουμε. Στην αρχή, μπορεί να φαντάζουν νεκρά και απόμακρα, εν τέλει όμως αποκτούν μια επικίνδυνη ζωντάνια. Ό,τι φαντάζει σαν έκθεμα, μπορεί να βγάλει μια ενέργεια που να κάνει το τζάμι της προθήκης να ραγίσει».
Και συνεχίζει σχετικά με την απουσία πολιτικής διάστασης στην όπερα του Ντονιτσέτι: «Η ερωτική ιστορία του Ερρίκου και της Αν ήταν άρρηκτα συνδεδεμένη με μια ιστορική εποχή ακραίων αντιθέσεων, συγκρούσεων και μεταμορφώσεων. Από τις βασικές δραματουργικές προτεραιότητες μου ως σκηνοθέτη ήταν να επαναφέρω ό,τι είχαν εξορίσει ο λιμπρετίστας και ο συνθέτης από το έργο, την πολιτική σύγκρουση. Η μελοδραματικότητα του μπελ κάντο, τόσο καθαυτή όσο και κατασκευασμένη από την παραστασιακή παράδοση, τυφλώνει καλλιτέχνες και κοινό αναφορικά με το ιστορικό υπόβαθρο της αφήγησης και κάποιες αδιόρατες λεπτομέρειες στην παρτιτούρα που διακριτικά υπονομεύουν μια καθόλα μελοδραματική πραγματικότητα.
Σε αυτές τις “ρωγμές” επικεντρώθηκα και προσπάθησα να δω πώς αυτές μπορούν να αποτελέσουν την αφετηρία για μια αναδιατύπωση της αφήγησης και μια απομάκρυνσης από ένα στείρο μελοδραματισμό. Το μελόδραμα, με ελάχιστες ιδιοφυείς εξαιρέσεις τόσο στην όπερα όσο και στο θέατρο και στον κινηματογράφο, υπερτονίζει το διαπροσωπικό, εμμένει σε μια μονοδιάστατη ψυχολογία των χαρακτήρων και αφαιρεί πλήρως την ειλικρινή κοινωνική και πολιτική υφής τους. Στην παράσταση της “Μπολένα” η ερωτική ιστορία πλαισιώνεται από τη βία που ιστορικά καθόρισε τους πραγματικούς χαρακτήρες».
Απ’ ό,τι φαίνεται, η «ιστορική βία» που παραπέμπει στα πραγματικά πολιτικά γεγονότα της εποχής του Ερρίκου Η’ θα παρουσιαστεί με μια πρωτοφανή, για τα ελληνικά τουλάχιστον, οπερατικά πράγματα, μέσω μιας σειράς ηχητικών παρεμβάσεων που περισσότερο φλερτάρουν με τον «θόρυβο», κυριολεκτικά και μεταφορικά, και σχεδόν θα «μουτζουρώσουν» το μπελ κάντο του Ντονιτσέτι.
Ο σκηνοθέτης σχολιάζει: «Η αποδόμηση της ιστορικής πιστότητας συντελείται και μέσω του ήχου. Εκεί όπου το μπελ κάντο προτάσσει τον όμορφο ήχο ως απόλυτο στόχο, η παράσταση χρησιμοποιεί τον ήχο ως ιστορικό αρχείο που παρεμβαίνει και διαταράσσει την αισθητική επιτακτικότητα του είδους. Ηλεκτρονικές παρεμβολές βασισμένες σε ιστορικό αρχειακό υλικό από σημαντικές συγκρούσεις από την αγγλική ιστορία του 20ού αιώνα εισβάλλουν στη λυρική ροή χωρίς την πρόθεση να την εκσυγχρονίσουν, μόνο να τη διακόψουν. Ο αρχειακός ήχος ούτε εξηγεί ούτε αφηγείται: συγκρούεται. Φέρνει πίσω τη βία που η όπερα έχει αποκρύψει ή αισθητικοποιήσει. Στην εποχή μας ο ηλεκτρονικός ήχος μπορεί να προσφέρει μια πολιτική και αισθητική “αναπαλαίωση” της όπερας μέσω καινοτόμων ηχητικών δραματουργιών».
Από αυτή την απόπειρα επανεξέτασης της παραδοσιακής παρουσίασης μιας όπερας με έντονο το μελοδραματικό στοιχείο απουσιάζει ουσιαστικά το πολιτικό στοιχείο. Πρόκειται για μια νέα προσέγγιση με σύγχρονους εικαστικούς και θεατρικούς όρους: τα κοστούμια του Νικόλα Γεωργιάδη αποδίδουν πιστά την αγγλική Αναγέννηση και δεν χρησιμοποιούνται με την πρόθεση της ρεαλιστικής απεικόνισης της εποχής και των χαρακτήρων. Άλλωστε η αγγλική Αυλή ανέκαθεν διέθετε θεατρικότητα στους ενδυματολογικούς της κανόνες στην πραγματική ζωή. Δραματουργικό ενδιαφέρον όμως θα έχει και το σκηνικό του εξαιρετικού Βρετανού σκηνογράφου Λέσλι Τράβερς στη δεύτερη συνεργασία του με τον Γλυνάτση μετά το ιδιαίτερα πετυχημένο «Πύργο του Κυανοπώγωνα» του Μπέλα Μπάρτοκ.
Ο σκηνοθέτης σχολιάζει: «Το σκηνικό περιβάλλον στέκεται παιγνιωδώς ενώπιον της αρχειακής αισθητικής. Το παλάτι δεν είναι παλάτι αλλά ένα παζλ χώρων, αναδιπλώνεται και μεταμορφώνεται ενώπιον του κοινού χωρίς να φοβάται να δείξει τους μηχανισμούς του. Είναι ένα περιβάλλον ακραίων αντιθέσεων σε ό,τι αφορά τόσο τις διαστάσεις όσο και την αισθητική και δεν αγωνιά να βρει μια κοινή αισθητική συνισταμένη. Όλοι οι χώροι βρίσκονται σε μια υπόγεια ή εμφανή σύγκρουση μεταξύ τους, υπάρχει μια ένταση που κινητοποιεί και τους χαρακτήρες. Υπάρχουν προθήκες, λαβύρινθοι, κρυμμένοι χώροι και όλα αυτά τα στοιχεία μαζί πραγματεύονται την έννοια του παρελθόντος, του παρόντος και εν τέλει της σχέση μας με την “πιστότητα” της αναπαράστασης του ιστορικού παρελθόντος».
Με τη νέα αυτή προσέγγιση της «Άννα Μπολένα» η Εθνική Λυρική Σκηνή μοιάζει να μπαίνει σε μια νέα τροχιά ανεβάζοντας με παραδοσιακό τρόπο κλασικές όπερες, δικαιώνοντας, απ’ ό,τι φαίνεται, τον θεματικό άξονα του φετινού της προγράμματος που έχει το μότο «Η όπερα του μέλλοντος από τη μήτρα του παρελθόντος».
Βρείτε περισσότερες πληροφορίες για την παράσταση «Άννα Μπολένα» εδώ.