Η σκηνή είναι υποφωτισμένη. Τέσσερις πάγκοι εργασίας, ποικίλων διαστάσεων, φιλοξενούν τα αντικείμενα της παράστασης. Ένα μπουκάλι τζιν, ένα τετράδιο, δυο κατσαρόλες, ένα παλιό μεταλλικό κουδούνι... Τα μικρόφωνα στέκονται βουβά στις βάσεις τους και περιμένουν. Στο κέντρο, μια μίνι κονσόλα: εκεί γεννιούνται όλα τα παιχνίδια με τον ήχο. Οι μουσικοί με τα έγχορδα παίρνουν τις θέσεις τους πίσω δεξιά.
«Ονομάζομαι Ουίνστον Σμιθ», μας συστήνεται ο ήρωας του Όργουελ. «Εργάζομαι στο υπουργείο Αλήθειας. Στο Τμήμα Αρχείων. Είμαι υπεύθυνος για την αναθεώρηση του παρελθόντος». Μοιάζει ψύχραιμος, ακόμη κι αν μιλάει για πράγματα δυσάρεστα, δυσβάστακτα, απεχθή, όπως η συστηματική αλλοίωση της Ιστορίας από το καθεστώς του Μεγάλου Αδελφού. Η αναφορά στο ημερολόγιο θα προκαλέσει την πρώτη ρωγμή στην αφήγησή του: αυτό που άρχισε να κρατά, όπως εξομολογείται, βάζοντας σε κίνδυνο τη ζωή του. «Δεν είναι παράνομο –τίποτε πλέον δεν είναι παράνομο, εφόσον δεν υπάρχουν πια νόμοι– αλλά, αν με πιάσουν, η τιμωρία θα είναι θάνατος».
Η θεατρική διασκευή σφυρηλατεί ένα κείμενο στρωτό, εύρυθμο, με αδιαμφισβήτητη θεατρικότητα, που προσδίδει έμφαση στα σημαντικά γεγονότα του βιβλίου, ενώ ταυτόχρονα διαφυλάσσει τις πολιτικές και υπαρξιακές ανησυχίες του.
Μια σκέψη έχει γαντζωθεί στο μυαλό του: ότι ίσως υπάρχει κάποιος που σκέφτεται σαν εκείνον, που μοιράζεται την ίδια αηδία και περιφρόνηση «για όλο αυτό το τσίρκο». Έτσι, μας εκμυστηρεύεται, αισθάνθηκε σε κείνα τα κλάσματα δευτερολέπτου που διασταυρώθηκαν τα βλέμματά τους με τον Ο’Μπράιαν σήμερα το πρωί στο υπουργείο, στη διάρκεια των Δύο Λεπτών Μίσους, την ημερήσια εξύβριση του αποστάτη Γκολντστάιν (και τη συνεπακόλουθη εξύμνηση του Μεγάλου Αδελφού). Αν έχει δίκιο, αν διάβασε σωστά το σιωπηλό μήνυμα του Ο’Μπράιαν, τότε δεν είναι τόσο μόνος όσο νόμιζε. Αυτή η αναλαμπή, η πιθανότητα εύρεσης συμμάχου σε πείσμα των απαγορεύσεων, σε πείσμα της Αστυνομίας της Σκέψης, τον οδηγεί σε μια σχεδόν νευρωτική ευφορία. Όσο για την ενοχλητική κοπέλα με την κόκκινη κορδέλα –έμβλημα του Αντιερωτικού Συνδέσμου Νέων– που κάθισε σήμερα δίπλα του, αυτή θα προτιμούσε να μην την ξαναδεί, τόσο πολύ τον εκνεύρισε.
Ο ηθοποιός-περφόρμερ (Γ. Παπαγεωργίου) δεν σταματά λεπτό. Τινάζεται σαν ελατήριο από τη μια άκρη στην άλλη, αρπάζει το μικρόφωνο, τραγουδάει, ηχογραφεί τον εαυτό του, συνομιλεί μαζί του, δημιουργεί λούπες, παραμορφώνει τον ήχο ενός ελικοπτέρου, πετάγεται, πολεμά αόρατους εχθρούς, φορά μάσκες αερίου, μαγειρεύει καταρράκτες ψυχρού καπνού. Είναι σαν να πασχίζει να γεμίσει το κενό με πάσης φύσεως ευρήματα· να παραγάγει όσο το δυνατόν περισσότερο «θόρυβο»· να πολλαπλασιάσει τη φωνή του, να γίνει πολλές φωνές, πολλά πρόσωπα που θα του κρατήσουν συντροφιά μέσα στον εφιάλτη. Γίνεται ο Ο’Μπράιαν, όταν φοράει μαύρα γυαλιά, η Τζούλια, όταν παίζει με την καδένα στον λαιμό του. Τσιρίζει ελαφρώς, όταν υποδύεται τον Σάιν, τον φιλόλογο που πετσοκόβει ηδονικά τις «επικίνδυνες» περιττές λέξεις.
Ο βρυχηθμός της ηλεκτρικής σκούπας παράγει «βόμβες» που σκάνε κάπου μακριά.
«Τη νύχτα έρχονται να σε πάρουν, πάντα τη νύχτα», μονολογεί ο Ουίνστον. Περιφέρεται στους δρόμους του Λονδίνου κι αναλογίζεται το μέλλον του. Συνοικίες φρίκης, άνθρωποι στοιβαγμένοι σε σπίτια κλουβιά. Ένας εξαθλιωμένος ζητιάνος με γυάλινα μάτια τον αρπάζει από το μανίκι. Πανικοβάλλεται, νομίζοντας πως είναι η Αστυνομία της Σκέψης. «Σύντομα θα με ανακαλύψουν, το ημερολόγιο θα γίνει στάχτη κι εγώ ο ίδιος θα οδηγηθώ στην ανυπαρξία», συλλογίζεται. Η επιθυμία του να μάθει για το παρελθόν επιστρέφει ακόμη πιο επιτακτικά. Δεν θα το βάλει κάτω, θα συνεχίσει. Ούτως ή άλλως, είναι ήδη νεκρός.
Ο φωτισμός παρακολουθεί από κοντά τις περιπέτειές του, οριοθετεί τις αλλαγές των επεισοδίων: το πάτωμα γεμίζει «μαλλιά», μόλις εισέρχεται στο παρακμασμένο συνοικιακό μπαρ· μια δέσμη ακτίνων διαπερνά τη μαύρη φιγούρα του, καθώς προχωρά μες στην ομίχλη με το μικρόφωνο στο χέρι, σαν ράπερ σε συναυλία· ένας κύκλος τον περικλείει ασφυκτικά, όταν ανακρίνεται γονατιστός στο κέντρο κράτησης· ένας γλόμπος λάμπει αχνά, ενώ οραματίζεται μια εποχή, στο μέλλον, όπου οι άνθρωποι δεν θα εξαφανίζονται πια. Τη στιγμή της σύλληψης, όταν μια ντουζίνα ένστολοι με κλομπ εισβάλλουν στο παράνομο καμαράκι όπου έζησε τις μοναδικές ευτυχισμένες στιγμές της ζωής του, όλα γίνονται κατακόκκινα.
Τα έγχορδα τον συνοδεύουν επίσης ακαταπόνητα: τη μια στιγμή ανησυχούν, τον προειδοποιούν, ενώ, μετά από λίγο, γλυκαίνονται, ηρεμούν. Λικνίζονται ονειρικά, καθώς ο ήρωας ακούει ανέμελος το λαϊκό άσμα της γειτόνισσας που απλώνει ρούχα στην αυλή, ενώ μελαγχολούν σοβαρά, κλαίνε και διαμαρτύρονται, όταν περιγράφει τα πάθη του στο κελί: η ακρότητα της βίας αψηφά τον πηγαίο λυρισμό της θλίψης.
Η συνάντηση των εγχόρδων με τα «τεχνολογικά» τοπία των παραμορφωμένων, «μεταλλικών» ήχων εκτυλίσσεται αντιστικτικά και αλληλοσυμπληρωματικά. Αν τα πρώτα ακολουθούν χαμηλούς τόνους και οικεία μονοπάτια, τα δεύτερα προτιμούν πιο επικές και βροντώδεις κατευθύνσεις. Όσο για τα τραγούδια που ερμηνεύει ο ηθοποιός, ετούτα σίγουρα απογοητεύουν με τους άτεχνους στίχους και τις μονοκόμματες μελωδίες τους.
Είναι σαφώς εξαιρετικά δύσκολο να συμπυκνώσει κανείς ένα μυθιστόρημα τριακοσίων πενήντα σελίδων (απ’ όπου δεν περισσεύει λέξη) σ’ έναν μονόλογο διάρκειας 90 λεπτών. Η διασκευή της Έλενας Τριανταφυλλοπούλου σφυρηλατεί ένα κείμενο στρωτό, εύρυθμο, καθαρό, με αδιαμφισβήτητη θεατρικότητα, που προσδίδει έμφαση στη δράση, στα σημαντικά γεγονότα που στοιχειοθετούν το αφηγηματικό τόξο του βιβλίου, ενώ ταυτόχρονα διαφυλάσσει τις πολιτικές και υπαρξιακές ανησυχίες του.
Και αυτό το πλέγμα υπηρετεί με όλες τις δυνάμεις του ο Γιώργος Παπαγεωργίου, απόλυτα δοσμένος στο εγχείρημα, ακατάπαυστα παρών, σε εγρήγορση, αλχημιστής φωνών και υλικών, παθιασμένος κυνηγός φαντασμάτων και ανέφικτων θαυμάτων. Η ορμή και το άγχος του τον παρασύρουν συχνά σε μια επιφανειακή υπερ-δραματικότητα· υιοθετεί «εξωτερικούς» τρόπους απόδοσης της έντασης, της αγωνίας, της οδύνης: δυνάμωμα φωνής, αύξηση ταχύτητας, ουρλιαχτά κ.ο.κ. Οι επιλογές αυτές, δοκιμασμένες και αναμενόμενες, όποτε κλίνουν προς την ειρωνεία και την κωμωδία, λειτουργούν ανακουφιστικά και διασκεδαστικά (ο τσιριχτός Σάιν, η στρυφνή, ανέραστη σύζυγος), όποτε, όμως, εφαρμόζονται στο «σοβαρό» κομμάτι της αφήγησης, παράγουν έναν λόγο ελαφρώς κούφιο και μεγαλόσχημο.
Γενικότερα, σε όλες τις καίριες παραμέτρους της παράστασης, δίδεται μεγαλύτερη σημασία στη θεαματικότητα, στην ταχύτητα, στα αναγνωρίσιμα μοτίβα (απειλή, κίνδυνος, σασπένς), στην «επεξήγηση» και στην «εικονογράφηση» των γεγονότων. Ποτέ δεν αφιερώνεται χρόνος σε μια βύθιση, στην εξερεύνηση της «σκοτεινής θάλασσας», όπου ζει ο ήρωας. Δεν μεταφέρεται η αίσθηση της απελπιστικής μοναξιάς εν μέσω πλήθους οθονών και χακαρισμένων εγκεφάλων· της απόγνωσης και της ερημίας του εξαφανισμένου παρελθόντος· του πόνου της κατακρεουργημένης γλώσσας. Ουδέποτε αισθανόμαστε ότι ο Ουίνστον Σμιθ είναι «ο τελευταίος άνθρωπος». Ούτε καν ένας εξευτελισμένος, διαλυμένος, κατεστραμμένος άνθρωπος. Όλα τα ουρλιαχτά του υπό τον φόβο των αρουραίων, οι υστερικές αντιδράσεις του («Δεν θα τα καταφέρετε! Η ζωή θα σας νικήσει!») μας αφήνουν ασυγκίνητους, ακριβώς επειδή ολόκληρη η μέχρι τούδε πορεία δεν έχει γονιμοποιήσει την επαφή μας με μια εσώτερη διάσταση. Δεν υπάρχουν κενά αναστοχασμού, σημαίνουσες παύσεις, αλληγορικές εικόνες που να μας ταξιδεύουν στις κρυμμένες πηγές του τρόμου, της αποξένωσης, της παράνοιας. Μα ούτε το γέλιο του «τρελού» που κλείνει την παράσταση πείθει για τέτοιο, παρά την οξύτητά του.
Σε κάθε περίπτωση, έστω κι έτσι, η παράσταση καταφέρνει να μας θυμίσει εκ νέου την ανατριχιαστική, διαπεραστική και ερεβώδη λάμψη του κειμένου του Όργουελ (επιτέλους, συνδεόμαστε με έναν λόγο που μιλά για τη ζωή μας σήμερα...).
Δείτε περισσότερες πληροφορίες για την παρασταση εδώ
Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LIFO