Μια σκηνή γεμάτη χώμα, μόνο αυτό: λουλούδια φυτεμένα εδώ κι εκεί, ημίφως, και είκοσι ηθοποιοί καθισμένοι γύρω από ένα πεδίο μάχης, έναν κρανίου τόπο και έναν τόπο αντίστασης, εκεί όπου ανθούν οι ιδέες και αντιστέκονται στον κυνισμό. Εκεί αποφασίζει η Αντιγόνη, ενάντια στις εντολές του βασιλιά, να θάψει τον αδελφό της, συλλαμβάνεται και έρχεται αντιμέτωπη με την εξουσία.
Το νέο εγχείρημα του Γιώργου Κουτλή φέρνει στη σκηνή τον αρχαίο μύθο της Αντιγόνης όπως τον διαβάζει ο Γάλλος συγγραφέας Ζαν Ανούιγ, ως σύγχρονη πολιτική αλληγορία· όχι ως μάχη μεταξύ καλού και κακού αλλά ως σύγκρουση δύο κόσμων: της νεότητας που αρνείται να συμβιβαστεί και της εξουσίας που επιβάλλει το σωστό για το «κοινό καλό». Σε αυτή την παράσταση σύγχρονου πολιτικού θεάτρου, οι συνεργάτες και μαθητές του σκηνοθέτη λειτουργούν ως σύνολο και ως Χορός, ως ομάδα και ως γενιά, για να ζωντανέψουν μια μυθική ηρωίδα και να φτιάξουν έναν απαραίτητο οδηγό επιβίωσης σε μια εποχή που ο κυνισμός παρουσιάζεται ως ωριμότητα και η πίστη σε ιδανικά ως αφέλεια.
Η ιστορία αυτής της παράστασης και της σχέσης αυτής της άτυπης ομάδας έχει ξεκινήσει εδώ και κάποια χρόνια, όταν ο Κωνσταντίνος Αρβανιτάκης, διευθυντής της Δραματικής Σχολής του Ωδείου Αθηνών, πρότεινε στον νέο τότε σκηνοθέτη Γιώργο Κουτλή να γίνει υπεύθυνος έτους. «Όταν γύρισα από τη Ρωσία, είχα κάνει μια σκηνοθεσία και ανέλαβα με λίγο θράσος και θάρρος. Είδα στις εισαγωγικές εξετάσεις όλους/-ες τους/τις υποψηφίους/-ες και μαζί με τους άλλους καθηγητές διάλεξα είκοσι», θυμάται.
«Κατά κάποιον τρόπο, έρχεται ο ρομαντισμός της δουλειάς μας να τρακάρει με τον κυνισμό της ζωής και της πραγματικότητας του επαγγέλματος. Αυτήν τη σύγκρουση βιώνω κι εγώ καθημερινά και, προσπαθώντας να διατηρήσω τον ρομαντισμό μου, βρήκα ένα έργο το οποίο εξυμνεί κατά τη γνώμη μου αυτή την πίστη».
«Δουλέψαμε τέσσερα χρόνια μαζί, τους είχα σε όλα τα έτη και δίδασκα μόνο σε αυτούς. Στο τέλος, ετοιμάσαμε μια πτυχιακή πάνω στο κείμενο της “Αντιγόνης” του Ανούιγ. Και επειδή αυτό λειτούργησε, και ως αποτέλεσμα μάς συγκίνησε, αποφασίσαμε να του δώσουμε ζωή και έξω από τη σχολή. Δουλέψαμε, αλλάξαμε κάποια πράγματα και εξελίξαμε το έργο. Έτσι σήμερα το παρουσιάζουμε για δεκατέσσερις παραστάσεις στο θέατρο Κιβωτός. Αυτή την ομάδα ηθοποιών τη σκέφτομαι ως “παιδιά μου”, τους γνωρίζω και τους έχω διαλέξει από τις εισαγωγικές τους εξετάσεις, η σχέση μας έχει διάρκεια, έχουν μάθει τον τρόπο που δουλεύω σε βάθος. Το εγχείρημά μας αυτό είναι πολύ συγκινητικό και μας δένει ως ομάδα, οι άνθρωποι αυτοί ήταν κάθε μέρα από το πρωί μέχρι το βράδυ μαζί, γνωρίζονται πολύ καλά».
Ανεβάζουν ένα πολύ δημοφιλές έργο, την «Αντιγόνη», ωστόσο ο σκηνοθέτης δεν επέλεξε να δουλέψει με το κείμενο της τραγωδίας του Σοφοκλή αλλά να βασιστεί σε αυτό που έγραψε ο Ζαν Ανούιγ το 1942, μέσα στη γερμανική κατοχή, με τους κώδικες του αρχαίου μύθου να λειτουργούν ως όχημα αντίστασης που θα περιγράψει το ζοφερό πρόσωπο της εποχής του.
«Σκεφτόμουν έργα, έψαχνα. Στην “Αντιγόνη” η κεντρική ηρωίδα βιώνει μια μετάβαση, ένα πέρασμα από τον άνθρωπο στο σύμβολο, από ένα παιδί σε έναν άνθρωπο ο οποίος παίρνει μια πολύ ηρωική, ενήλικη απόφαση. Έχοντας μπροστά μου ένα σύνολο νέων ανθρώπων που βγαίνουν από τη σχολή και ξεκινάνε να δουλεύουν, ένιωθα ότι βρισκόμασταν μπροστά στα περάσματα αυτά, στις μεταβάσεις της ζωής, ότι υπήρχε μια περίεργη, μακρινή ψυχική συγγένεια με την Αντιγόνη. Ήθελα ένα έργο που στον πυρήνα του να υπάρχει νεότητα και μια πίστη σε ιδανικά και ιδέες – εδώ ουσιαστικά μπαίνει και η πίστη της Αντιγόνης στη σύγκρουσή της με τον κυνισμό του Κρέοντα. Αυτό μου θυμίζει πολύ τη δική μου αφετηρία, πώς είμαστε γενικά όταν βγαίνουμε στο επάγγελμα, το τέλος των οραμάτων, των ιδεολογιών, της πίστης. Κατά κάποιον τρόπο, έρχεται ο ρομαντισμός της δουλειάς μας να τρακάρει με τον κυνισμό της ζωής και της πραγματικότητας του επαγγέλματος. Αυτήν τη σύγκρουση βιώνω κι εγώ καθημερινά και, προσπαθώντας να διατηρήσω τον ρομαντισμό μου, βρήκα ένα έργο το οποίο εξυμνεί κατά τη γνώμη μου αυτή την πίστη. Μέσα από τη διαδικασία, αντιμετωπίζοντας το έργο και την Αντιγόνη, ίσως να πάρουμε κι εμείς κουράγιο και να μπορέσουμε να αντιμετωπίσουμε τον κυνισμό προτού μας καταπιεί. Αυτός είναι ο λόγος που διάλεξα αυτό το έργο».
Το πλεονέκτημα που βρίσκει ο Γιώργος Κουτλής στο έργο του Ανούιγ είναι ότι ο συγγραφέας έχει διατηρήσει μια ποιητικότητα πιο σύγχρονη, που γίνεται πιο εύκολα κατανοητή από τους νέους ανθρώπους, και αντιμετωπίζει τα θέματα του έργου με μια πιο οικεία στον σύγχρονο άνθρωπο φόρμα. Η παράσταση συνεπώς επικεντρώνεται στον θεματικό πυρήνα της Αντιγόνης, και ένα σύνολο ηθοποιών θα μπει στη θέση των ηρώων για να μας αφηγηθεί την ιστορία τους.
«Θεωρώ ότι ούτε τα παιδιά ούτε εγώ ως σκηνοθέτης ήμασταν έτοιμοι να αντιμετωπίσουμε το αρχαίο κείμενο, ως χορικά, ως λόγο. Χρειάζεται άλλη δουλειά η οργάνωση ενός χορικού, η αντιμετώπιση του έμμετρου λόγου, είναι ολόκληρη πίστα, η οποία δεν ήταν στη στόχευσή μου αυτήν τη στιγμή. Ο Ανούιγ χρησιμοποιεί εξαρχής μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα συνθήκη, εμφανίζει έναν μονοπρόσωπο μεταδραματικό Χορό που ως αφηγητής ξεκινά να λέει ότι “αυτά εδώ τα πρόσωπα θα παίξουν την ιστορία της Αντιγόνης”, κάτι που δίνει στον σκηνοθέτη το δικαίωμα για πολλαπλές διανομές. Όλο αυτό ταίριαξε περισσότερο σε αυτό που έψαχνα», εξηγεί.
Είναι ένας πολύ διαφορετικός τρόπος δουλειάς από αυτόν που ακολουθεί συνήθως ο Γιώργος Κουτλής και ομολογεί ότι τον «λιγουρεύεται» για το μέλλον. Ξεκίνησαν να δουλεύουν ερευνητικά, με αυτοσχεδιασμούς και κείμενα που έφερναν οι ηθοποιοί, κάνοντας δραματουργική ανάλυση, και σιγά σιγά συγκεντρώθηκε ένα υλικό, μέρος του οποίου εντάχθηκε στην παράσταση, όπως ένα μεγάλο κομμάτι του αρχαίου κειμένου που αφορά τη σχέση Αίμονα - Κρέοντα, ένα κομμάτι από τον κομμό και μια σκηνή μεταξύ Ισμήνης και Αντιγόνης. Οι ηθοποιοί έχουν γράψει, επίσης και κείμενα πολιτικά που κυκλώνουν και χαρτογραφούν το θέμα «Αντιγόνη».
«Η παράσταση είναι μια συζήτηση πάνω σε αυτό το θέμα, οπότε χρησιμοποιούμε τους ήρωες για να μιλήσουν γι’ αυτό», λέει. «Την Αντιγόνη την υποδύονται οκτώ κοπέλες, τον Κρέοντα τρία αγόρια, τον Αίμονα δύο. Ανάλογα με το στάδιο στο οποίο βρίσκεται κάθε ήρωας και την εξέλιξή του, αλλάζουμε και τον ηθοποιό, δημιουργούμε ένα παζλ με διαφορετικούς ηθοποιούς που αφηγούνται την ιστορία του ίδιου προσώπου.
Δεν ήθελα να ταυτιστεί ένας ηθοποιός με έναν συγκεκριμένο χαρακτήρα. Πρόκειται για ένα σύμβολο στο οποίο μπαίνουν νέοι ηθοποιοί, δοκιμάζουν τη ζωή του, στέκονται στην ύπαρξή του για λίγο και δίνουν τη σκυτάλη στον επόμενο».
Η σκηνή, ένας μη ρεαλιστικός χώρος στον οποίο υπάρχει μόνο χώμα και μια πολύ καλή φωτιστική ιδέα, δίνει βάθος στο εγχείρημα και την αισθητική ποιότητα μιας επαγγελματικής παράστασης που δεν έχει τίποτα να ζηλέψει από παραγωγές μεγάλου προϋπολογισμού. Το σκηνικό περιβάλλον μοιάζει με κήπο ανάγλυφο, με ένα σύμπαν όπου τα πρόσωπα αναδύονται από το σκοτάδι, από το πουθενά, στο λυκαυγές. Το φως αυτό έρχεται να φανερώσει μια αποτυχημένη επανάσταση, έναν πόλεμο και τον θάνατο, ένα πεδίο μαχών.
«Η ιδέα έχει προκύψει από το θέμα του έργου, όλα συμβαίνουν γύρω από ένα άταφο σώμα που πρέπει να ταφεί. Υπάρχει ο στίχος του Χριστιανόπουλου που λέει “και τι δεν κάνατε για να με θάψετε, όμως ξεχάσατε πως ήμουν σπόρος” και τα συνέδεσα στο μυαλό μου. Η Αντιγόνη είναι ένα ον που πεθαίνει, θανατώνεται, αλλά γίνεται σπόρος που πέφτει στο χώμα, ένα υλικό που εμπεριέχει αυτό τον συνδυασμό της ζωής και του θανάτου. Το έργο περιστρέφεται συνεχώς γύρω από αυτές τις έννοιες, οπότε μου φάνηκε πως αυτό το υλικό πρόσφερε ένα πολύ ταιριαστό πεδίο για να ξεκινήσουμε τη συζήτησή μας. Κάπως έτσι ήρθαν και τα λουλούδια: εκεί όπου θάβεται ένα νέο σώμα φυτρώνει ένα λουλούδι και αναγεννιέται η ζωή».
Ο Γιώργος Κουτλής έκανε την πρώτη του πτυχιακή με το «Οξυγόνο» του Ιβάν Βιριπάγεφ, το οποίο στη συνέχεια έγινε παράσταση στη Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση που αγάπησε πολύ. Τώρα κάνει τη δεύτερη πτυχιακή του με την «Αντιγόνη», λειτουργώντας πολύ διαφορετικά απ’ ό,τι ως τώρα στην επαγγελματική του πορεία στο θέατρο, ανακαλύπτοντας πράγματα για τον εαυτό του, σκηνοθετικά και προσωπικά. Υποστηρίζει με πάθος τη σημασία της εκπαιδευτικής διαδικασίας, λέγοντας ότι «σου δίνει ένα πεδίο πειραματισμού μέσα στο οποίο μπορείς όχι μόνο να ανακαλύψεις πράγματα αλλά και να νιώσεις ότι βελτιώνεσαι, ότι έχεις να προτείνεις στην αγορά εργασίας νέες πτυχές και νέους τρόπους, με τους οποίους ίσως δεν έχεις τον χρόνο και την ψυχραιμία να ασχοληθείς στο πλαίσιο του επαγγελματικού θεάτρου. Είναι ένα εργαστήριο η σπουδή, και για τους μαθητές και για τους καθηγητές, και νομίζω ότι μπορούν να βγουν ωραίες δουλειές και νέες προτάσεις για το θέατρο, που, όπως και στην “Αντιγόνη”, μας φέρνουν αντιμέτωπους με μεγάλα ζητήματα και μας προκαλούν να τα ερμηνεύσουμε μόνοι μας».