Πώς μοιάζει; Πώς μιλάει; Πώς κάνει σεξ η θρυλική ηρωίδα του Στρίντμπεργκ εν έτει 2026; Τι απέγιναν οι αριστοκρατικοί τρόποι της; Το αγέρωχο, ενίοτε ξιπασμένο ύφος της; Τρυπώνει ακόμη στα υπόγεια της πατρικής έπαυλης για να συνευρεθεί με το προσωπικό; Προκαλεί ακόμα τη μοίρα της με ένα ξυράφι;
Σίγουρα τα κάνει όλα αυτά. Δεν έχει απολέσει κανένα από τα ζωτικά χαρακτηριστικά της, όπως ανακαλύπτουμε σιγά σιγά. Εκτός από ένα: το φύλο της. Η Ζουλί έχει γίνει τώρα Ζυλ. Δεν είναι η θυγατέρα αλλά ο γιος του Κόμη. Που προκαλεί και αυτός σχόλια για την εκκεντρική συμπεριφορά του, με τελευταία αφορμή την αποψινή γιορτή του θερινού ηλιοστασίου. Φαίνεται πως το κακομαθημένο πλουσιόπαιδο το παράκανε. Όχι μόνο με τις ξέφρενες φιγούρες του αλλά και με το βλέμμα του που καρφωνόταν διαρκώς «στα αγροτόπαιδα που χόρευαν», όπως μαθαίνουμε από την πιπεράτη συζήτηση του Ζαν και της Κριστίν, των δύο υπηρετών που κουτσομπολεύουν χωμένοι στην κουζίνα.
Μαθαίνουμε κι άλλα για τον Ζυλ, ότι είναι πανέμορφος, ότι φορά άρωμα Guerlain, ότι εξοντώνει τα άλογά του στο τρέξιμο, ότι «φτιάχνει σώμα». «Πώς σου φάνηκε, όταν του πήγες την πετσέτα στο ντους; Ήταν γυμνασμένος;», ρωτά υπαινικτικά η Κριστίν τον μέλλοντα σύζυγό της και προσωπικό υπηρέτη του Ζυλ.
Είναι εξαιρετικά συμπαθείς ο Γιάννης Καράμπαμπας και ο Νίκος Κοσώνας: οι ερμηνείες τους παραπέμπουν σε δύο κακοποιημένα αγόρια που προσπαθούν να επουλώσουν τις πληγές τους ο ένας διαμέσου του άλλου.
Φαίνεται πως η κοπέλα έχει διαισθανθεί κάτι από την ανομολόγητη έλξη του Ζαν προς τον νεαρό αφέντη τους. Κι όπως σύντομα θα αποδειχθεί, η έλξη αυτή έχει βαθιές ρίζες, ξεκινάει από τα παιδικά τους χρόνια (όταν ο Ζαν ατένιζε κρυφά τον γιο του Κόμη να απολαμβάνει το λουτρό του) και συνεχίζεται μέχρι σήμερα, που οι δυο τους, συμμετέχοντας στα παγανιστικά έθιμα της ημέρας, παραδίδονται στον απαιτητικό και παράτολμο, αποκλειστικά ανδρικό, χορό Halling.
Ο Ζυλ, με τη σειρά του, συγκινείται ιδιαιτέρως από την αρρενωπότητα και τη χάρη του Ζαν. Τον αναζητά στην κουζίνα, τον προκαλεί, τον επαινεί, τον αγγίζει, τον προστάζει να του φιλήσει τα πόδια. Ο Ζαν υπακούει, αφήνεται, όταν, όμως, ο Ζυλ τον προσκαλεί για βαρκάδα στη λίμνη, αντιδρά. «Θα πουν ότι είμαστε ανώμαλοι», προειδοποιεί τον γιο του Κόμη, ενημερώνοντάς τον ταυτόχρονα ότι όλοι, πίσω από την πλάτη του, τον αποκαλούν κοροϊδευτικά «Ζυλί» και «Τζούλια». «Είναι ανωμαλία ένας άνδρας να θαυμάζει τον όμοιό του;» επιμένει ο Ζυλ. «Το κάλλος δεν έχει φύλο». Μ’ αυτά και μ’ αυτά, κι εφόσον, όπως μαθαίνουμε, «το ανδρικό σώμα ούτε ψέματα λέει, ούτε να κρυφτεί μπορεί», οι δύο άνδρες επιδίδονται σε μια παθιασμένη σεξουαλική συνεύρεση, που διαταράσσει την εγκαθιδρυμένη κανονικότητα και νοηματοδοτεί εκ νέου τη σχέση τους με τον εαυτό, το παρελθόν, τους γονείς, τον κόσμο.
Η παράβαση του νόμου, ο ίλιγγος της κοινωνικής ανισότητας, ο φόβος της τιμωρίας, η σαγήνη των αγγιγμάτων, ένα ατέρμονο παιχνίδι υποταγής και αντίστασης διαμείβεται ετούτο το βράδυ μεταξύ των δύο νεαρών ανδρών που έρχονται αντιμέτωποι για πρώτη φορά, ο καθένας όπως αντέχει και μπορεί, με το άλγος και την ηδονή της «απαγορευμένης» επιθυμίας τους.
Εκ πρώτης όψεως, η «αλλαγή φύλου» της κεντρικής ηρωίδας δείχνει επιτυχημένη. Και πράγματι, οι βασικές παράμετροι που οδηγούν σε μια ηλεκτρισμένη αναμέτρηση μεταξύ των δύο ηρώων παραμένουν θεωρητικά ενεργές, με τη διαφορά ότι, μετατρέποντας την Τζούλια σε Ζυλ, η διασκευή ετούτη επιχειρεί να προσδώσει περισσότερη σημασία στο φύλο και στις δυναμικές της σεξουαλικής ταυτότητας απ’ ό,τι σε αυτές της κοινωνικής τάξης. Στο εμβληματικό κείμενο του Στρίντμπεργκ, γραμμένο το 1888, αυτό που προκαλεί σοκ είναι το γεγονός πως μια γυναίκα αριστοκρατικής καταγωγής πολιορκεί ανοιχτά έναν υπηρέτη και ενδίδει στην επιθυμία της γι’ αυτόν, παραβιάζοντας κάθε ταμπού της εποχής· στην παρούσα μεταγραφή, επιχειρείται η μετατόπιση του παράγοντα «σοκ» στην ομοφυλοφιλική, και δευτερευόντως στην ταξική, σχέση των δύο ηρώων.
Αλλά, όσες μετατοπίσεις κι αν γίνουν, κανένας κλυδωνισμός δεν προκύπτει, από πουθενά. Μάταια προσπαθεί ο διασκευαστής να μας πείσει ότι η δράση εκτυλίσσεται κάπου στη «Σουηδία», λίγο πριν από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, σε έναν χωροχρόνο, δηλαδή, όπου όχι μόνον κρατούν σθεναρά οι αυστηρές διαχωριστικές γραμμές μεταξύ αριστοκρατών και πληβείων αλλά και όπου η ομοφυλοφιλία καταδικάζεται παντοιοτρόπως (νομικά, κοινωνικά, ηθικά)· αυτό που υπερισχύει στην πράξη, στο πλαίσιο της παράστασης, είναι η αίσθηση ενός απολύτως σύγχρονου χωροχρόνου, όπου οι εν λόγω γραμμές έχουν καταργηθεί και συνεπώς τα κριτήρια του «απαγορευμένου» –και οι προσδοκίες του κοινού αναφορικά με αυτό– έχουν αλλοιωθεί δραματικά.
Δεν είναι μόνο το σκηνικό, με την εκτυφλωτικά λευκή, μίνιμαλ κουζίνα, αλλά η συνολικότερη ατμόσφαιρα, το ύφος των διαλόγων, το λεξιλόγιο, τα «τσόλια», οι «πουστάρες», τα «πουστράκια», οι «τσούλες» και τα «ξεκωλιάσματα», που μας προσγειώνουν περισσότερο στο σήμερα παρά οπουδήποτε αλλού. Ως εκ τούτου, δεν πιστεύουμε ποτέ ότι τίθεται κάποιος αληθινός κίνδυνος σε περίπτωση που ξεμπροστιαστεί το παράνομο ζευγάρι: όσο κι αν ο Ζαν αναφέρεται διαρκώς στο ενδεχόμενο «να μας καταλάβουν» και «θα γίνουμε πρωτοσέλιδο», ουδέποτε εισπράττουμε τον φόβο τους αναφορικά με το ενδεχόμενο αυτό. Όλα μοιάζουν λίγο γραφικά, και οι συνεχείς αναφορές στην «ανωμαλία» και στους «ανώμαλους» κούφιες και αναχρονιστικές, δίχως εκτόπισμα, ανήμπορες να μας μεταφέρουν στο παρελθόν ή να μας καταστήσουν συμμέτοχους στην υποτιθέμενη αγωνία των δύο ανδρών.
Το γεγονός, δε, ότι η μαμά του Ζυλ τον ανέθρεψε, όπως μας εξηγεί, χρησιμοποιώντας σημερινή gender ορολογία από τη θεωρία του Τζούντιθ Μπάτλερ («το φύλο είναι ένας κοινωνικά κατασκευασμένος ρόλος», όπως το ακούμε να υπερθεματίζει αναπαράγοντας τις μητρικές απόψεις), επιτείνει ακόμη περισσότερο την εντύπωση αυτή. Ούτε συζήτηση, δε, περί ταξικής διαφοράς: το αγεφύρωτο κοινωνικό χάσμα που επικαλούνται συχνά-πυκνά οι ήρωες στα δικά μας μάτια φαντάζει περισσότερο με αυλάκι. Μπορεί το φιζίκ και η ενδυματολογική περιβολή του Ζυλ να παραπέμπουν πράγματι σε upper class boy από τα Χάμπτονς περασμένων δεκαετιών, δεν αισθανόμαστε ποτέ, όμως, ότι υπάρχει ένα προαιώνιο τείχος μεταξύ «αφεντικού» και «δούλου» – πόσο μάλλον ότι αυτό καταρρέει θεαματικά ενώπιόν μας σηματοδοτώντας την αρχή του τέλους για τον Ζυλ. Αυτό που περισσότερο βλέπουμε είναι η κατάρρευση της αμυντικής πόζας ενός πλουσιόπαιδου που συγχέει την παρθενική σεξουαλική επαφή του με την απόδειξη τρυφερότητας εκ μέρους του εραστή του, φανερώνοντας συνεπακολούθως την ευαλωτότητά του και τη δίψα του να αγαπηθεί.
Πολύ χαριτωμένα όλα αυτά, κι αν μάλιστα απαλλαγούμε από κάθε προσδοκία περιδίνησης στα σκοτεινότερα μονοπάτια του ανθρώπινου ψυχισμού, εκεί όπου οι ταυτότητες και οι βεβαιότητες θρυμματίζονται με βία, οδύνη και σαδομαζοχιστική σκληρότητα, εκεί όπου μια απειλητική μαύρη τρύπα φανερώνεται στον πυρήνα του είναι, τότε θα μπορέσουμε, ίσως, να απολαύσουμε ετούτη τη soft, ανώδυνη εκδοχή της Δεσποινίδας Τζούλιας στο θέατρο Πόρτα.
Είναι πράγματι εξαιρετικά συμπαθείς ο Γιάννης Καράμπαμπας ως Ζαν και ο Νίκος Κοσώνας ως Ζυλ: οι ερμηνείες τους παραπέμπουν σε δύο κακοποιημένα αγόρια που προσπαθούν, αδέξια κι ανέλπιδα, να επουλώσουν τις πληγές τους ο ένας διαμέσου του άλλου. Αν, όμως, η αντιπαράθεση της Τζούλιας και του Ζαν στον Στρίντμπεργκ οδηγεί στο ακρότατο σημείο του υπαρξιακού πανικού και του αυτοαφανισμού, εδώ δεν υπάρχει, δυστυχώς, τίποτε τρομακτικό στη διάδραση των δύο καλλίπυγων νεαρών που ερωτοτροπούν και αλληλοψυχαναλύονται ημίγυμνοι.
Η δυναμική παρουσία της Θεόβης Στύλλου δίνει νέα πνοή στον άχαρο ρόλο της θρήσκας πραγματίστριας Κριστίν.
Δεν αρκεί, καταπώς φαίνεται, να πρεσβεύουμε τον εκμοντερνισμό των κλασικών, όταν στην πράξη παρουσιάζουμε ένα θέατρο παλιό, ένα θέατρο που δεν αγωνιά για τις μεταλλάξεις και τις ανασυνθέσεις της φόρμας, παρά επαναπαύεται στα πιο οικεία μοντέλα ψυχολογικού θεάτρου – και μάλιστα στην πιο νερωμένη εκδοχή τους.
Όλα τα δροσερά πρόσωπα και τα πλέον όμορφα σώματα του κόσμου δεν μπορούν να το αλλάξουν αυτό.
Δείτε περισσότερες πληροφορίες για την παράσταση εδώ.
Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LIFO.