Ένα δροσερό αεράκι περνάει το πανί και φτάνει στους θεατές. Με φόντο τις Σπέτσες, η νεαρή Τζένη Σκούταρη, φοιτήτρια Φιλολογίας και θυγατέρα του τοπικού κομματάρχη, φτάνει στο νησί της και βρίσκεται στη δίνη μιας προεκλογικής μάχης μεταξύ αντίπαλων οικογενειών που δίνουν μάχη για το χρήμα και την εξουσία. Καπουλέτοι και Μοντέγοι στο ηλιόλουστο νησί συμφιλιώνονται μπροστά στον μεγάλο έρωτα της Τζένης και του Νίκου που θριαμβεύει στο εκτυφλωτικό φως του ελληνικού καλοκαιριού.
Αυτή είναι περίπου η υπόθεση της ταινίας «Τζένη Τζένη» που έγραψαν ο Ασημάκης Γιαλαμάς και ο Κώστας Πρετεντέρης και με την πρώτη της κιόλας προβολή το 1966 έκοψε περίπου 600.000 εισιτήρια. Η κλασική ταινία της Φίνος Φιλμ ζωντανεύει στη σκηνή του Δημοτικού Θεάτρου Πειραιά στο πλαίσιο των 100 χρόνων από τη γέννηση του Κώστα Πρετεντέρη – η πρεμιέρα θα γίνει στις 23 Απριλίου. Ο σκηνοθέτης της παράστασης, Νίκος Καραθάνος, στρέφει το βλέμμα του στη μυθική πλέον αφήγηση των ελληνικών ταινιών, η οποία περιγράφει μια Ελλάδα του καλοκαιριού, της ελαφρότητας, με ομορφιά και φως, που στη σύγχρονη εποχή φαντάζει όλο και πιο μακρινή και τη φέρνει στο σήμερα, στήνοντας ένα καλοκαιρινό, ηλιόλουστο ρέκβιεμ, έναν θρήνο για το τέλος αυτής της εποχής και συνάμα μια γιορτή για την αθανασία που της χάρισε η μεγάλη οθόνη.
«Αυτή η παράσταση είναι ένα ρέκβιεμ για ένα κομμάτι που χάθηκε και πλέον υπάρχει μόνο στη μνήμη ή στη φαντασία μας. Δεν είναι τα νησιά έτσι σήμερα, κάποιοι δεν τα γνώρισαν ποτέ με εκείνη τη μαγεία».
Το σκηνικό του Κωνσταντίνου Σκουρλέτη με το λογότυπο της Φίνος Φιλμ και τις μεγάλες φωτογραφίες των πρωταγωνιστών της ταινίας δείχνει την πρόθεση του σκηνοθέτη να μην απομακρυνθεί από τη νοσταλγία εκείνης της εποχής, αλλά να στήσει με έναν θίασο «σκιών» μια παράσταση σε κλίμα γιορτινό και πένθιμο μαζί, με τους ηθοποιούς να αναζητούν τις «θεϊκές» αυτές μορφές σε μια Ελλάδα που καταδύεται καθημερινά στο πέλαγος των αναμνήσεών της, αναζητώντας τον εαυτό της, ξανά και ξανά.
Ο Ν. Καραθάνος θυμάται από αυτή την ταινία τα μάτια της Καρέζη, τη θάλασσα που υπήρχε πάντα τριγύρω, τα πουκάμισα του Κωνσταντάρα, μια νυχτερινή στιγμή κάτω από το σεληνόφως που έμοιαζε με μέρα χάρη σ’ ένα φίλτρο, την τρέλα του καλοκαιριού, τη χαζομάρα, τη λαϊκότητα, το νυφικό. «Ερευνώντας το κείμενο, που είναι εξαιρετικά καλογραμμένο και ραφιναρισμένο, βλέπεις ότι οι ήρωες της ταινίας δεν ήταν αθώοι». Όταν του τηλεφώνησαν για να του πουν ότι θέλουν να κάνουν ένα αφιέρωμα στον Πρετεντέρη, είπε «εδώ είμαστε».
Έμαθε ότι συναντιούνταν και έγραφαν με τον Γιαλαμά σε ένα καφενείο. Εκεί ήταν το «γραφείο τους», σε μια εποχή που ανθούσαν τα δίδυμα των δημιουργών: Σακελλάριος - Γιαννακόπουλος, Τσιφόρος - Βασιλειάδης. Ταίριαξαν και γέννησαν τρομερά πράγματα μέσα σε αυτό το κύμα δημιουργίας που σάρωνε τη δεκαετία του ’50 και τις αρχές της δεκαετίας του ’60. Κάποιες φορές ίσως κοιτάζουμε αυτές τις ιστορίες με έναν ελαφρύ σνομπισμό, με μια υποτίμηση. Αν ψάξει κανείς το κείμενο, όμως, έχει βάθος και ουσία το να φέρνεις στο προσκήνιο ως πρωταγωνίστρια μια γυναίκα μορφωμένη και υπερήφανη, που έχει άποψη, λόγο και παίρνει θέση. «Δεν υπάρχει κάτι που δεν έχει βάθος, ακόμα και τα λόγια τα απλά, τα καθημερινά, έχουν τη δική τους διάσταση», λέει ο Ν. Καραθάνος.
Έχουμε λοιπόν έναν κομματάρχη που πουλάει αυτόν που υποστηρίζει εν μια νυκτί, με έναν εκπληκτικό τρόπο, διότι έχει 400 χρόνια Τουρκοκρατίας πίσω του και ξέρει να ελίσσεται και να επιβιώνει – το συμφέρον πάνω από όλα. Έχουμε έναν εφοπλιστή που λέει «είμαστε σημαίνοντα πρόσωπα, επιβάλλουμε την τάξη». Έναν άλλο ήρωα που έρχεται από την Αμερική για να γίνει υπουργός Ναυτιλίας, πράγμα που είναι σίγουρο, δεδομένου ότι ανήκει σε πλούσια οικογένεια. Ενδιάμεσα μπορεί να διακρίνει κανείς και τον πόνο του λαού, και τους μετανάστες, με μια αφέλεια.
«Η αφέλεια και η αθωότητα είναι λέξεις που καμιά φορά τις δανειζόμαστε από τη χριστιανική παράδοση. Πολλές φορές λέμε αθωότητα και εννοούμε έναν άνθρωπο που είναι ορατός, διάφανος, δεν έχει κάτι να κρύψει. Η αμαρτία και η ενοχή φυσικά έρχονται, αναπόδραστα, ίσως και καθημερινά. Οι ταινίες αυτές είχαν αυτό το καλό, συνταίριαζαν τα μέσα με τα έξω, τη λάμψη της πατρίδας με το πώς τοποθετούνταν απέναντί της, τη στιγμή που εκείνες τις δεκαετίες προορισμός ήταν η προκοπή και η επιβίωση. Εμείς οι Έλληνες καλλιτέχνες από αυτό το πηγάδι αρδεύουμε. Από τις μνήμες μας από έναν μικρό τόπο, ένα χωριό, όπως κάνει στα “Αμπέλια” ο Ζουμπουλάκης. Εδώ πρόκειται για μια μνήμη που είναι όλη η ιστορία της Ελλάδας. Εκατομμύρια κουκκίδες και ιστορίες όπως αυτές που έχουν όλα τα σόγια».
Πρόκειται για μια κομεντί εξαιρετικά φτιαγμένη, με απίστευτους χαρακτήρες, που έχει στοιχειώσει τα μεσημέρια της Κυριακής. Είναι μια ταινία του ’66, «το τελευταίο δειλινό προτού έρθει η νύχτα», λέει ο Ν. Καραθάνος – μετά άλλαξαν όλα, τέλειωσε η εποχή της αφέλειας.
«Αυτή η παράσταση είναι ένα ρέκβιεμ για ένα κομμάτι που χάθηκε και πλέον υπάρχει μόνο στη μνήμη ή στη φαντασία μας. Δεν είναι τα νησιά έτσι σήμερα, κάποιοι δεν τα γνώρισαν ποτέ με εκείνη τη μαγεία. Βλέπαμε ταινίες γυρισμένες σε νησιά και νομίζαμε ότι είναι το Μπαλί, περνάγαμε τον Ισθμό και νομίζαμε ότι πηγαίναμε στο εξωτερικό. Πήγαινες στην Επίδαυρο και έλεγες “τι μέρος είναι αυτό”. Μέρη που ήταν κοντά, αλλά φάνταζαν τόσο μακρινά, γεμάτα ιστορίες. Κάτι συνέβαινε και νιώθαμε τη χαρά της εκδρομής. Αναπόφευκτα κρατάμε τη ροή και τον ρυθμό, γιατί είναι ένα σενάριο ταινίας και φυσικά κολυμπάμε μέσα σε αυτό, είναι ένα ποτάμι καταστάσεων και προορισμών με happy end. Υπήρχε και μια πίκρα επειδή τελείωνε η ταινία, όσο έβρισκαν την ευτυχία οι πρωταγωνιστές εσύ δυστυχούσες λίγο γιατί όλο αυτό τέλειωνε. Ο κινηματογράφος, όπως λένε, δεν αγαπά τον θάνατο. Ό,τι και να συνέβαινε –συγκρούσεις, άνθρωποι που δεν μπορούσαν να συναντηθούν–, έλεγες “δεν γίνεται”· υπήρχε η ελπίδα για ένα ευτυχισμένο τέλος. Όλοι οι ήρωες είχαν κάτι που είναι δύσκολο να το κατανοήσουμε καλλιτεχνικά: οι άνθρωποι τότε γύρευαν να επιβιώσουν, να προκόψουν, να σε κοιτάξουν στα μάτια και να σου πουν το πρόβλημα ολοκάθαρα.
Αυτό το βλέπεις σε όλες τις ταινίες του ’60, γιατί άλλαζε η Ελλάδα, ο κόσμος ξενιτευόταν, ήθελε να μάθει γράμματα, να ζήσει. Εγώ θυμάμαι τους θείους μου που είχαν φωνές βροντερές και στη λύπη και στη χαρά, και οι γυναίκες στέκονταν στα πόδια τους, ό,τι ήθελαν το καταφέρνανε, κράταγαν τις κοινωνίες όρθιες», συνεχίζει ο Ν. Καραθάνος. «Αυτοί οι άνθρωποι έφυγαν από τα χωριά ξυπόλυτοι και έκαναν τα πάντα, είχαν ορμή, ήθελαν να κάνουν και να αφήσουν πίσω τους κάτι που να έχει αξία. Εμείς ψάχνουμε τη σχέση με αυτή την εποχή και την κοινωνία, μιμούμενοι την ταινία. Φυσικά υπάρχει η παρουσία των πρωταγωνιστών της ταινίας, γι’ αυτό τους βάζουμε και στο σκηνικό. Η έννοια του ρέκβιεμ αναφέρεται στην απώλεια αυτής της χαράς, της ζωντάνιας. Συνήθως παρουσιάζουμε αυτά τα έργα μιμούμενοι ή ανταγωνιζόμενοι αυτούς που τα πρωτόπαιξαν, αναρωτιόμαστε αν μπορούμε να φτάσουμε στο ίδιο ύψος. Δεν το φτάνουμε, με τίποτα, εμείς είμαστε εδώ και είμαστε κάποιοι άλλοι. Οι ηθοποιοί, και εκείνοι και οι τωρινοί, είναι καθρέφτες της κοινωνίας. Αυτή είναι και η μαγεία του θεάτρου. Όπως και σε εκείνους τότε, έτσι και στους σημερινούς ηθοποιούς θα αναγνωρίσουμε κάτι από τον εαυτό μας. Για εμάς μιλάνε και σήμερα αυτοί οι ηθοποιοί και αυτό θέλουμε να περάσουμε με αφορμή την παράσταση: να κοιτάξουμε για λίγο πίσω ώστε να μπορέσουμε να βαδίσουμε και να δούμε μπροστά».