Η σωτηρία της σκηνής (είναι πολύ μεγάλο πράγμα)

Η σωτηρία της σκηνής (είναι πολύ μεγάλο πράγμα) Facebook Twitter
Αν δεχθούμε ότι υπάρχουν δύο πόλοι έλξης στον «Σωσμένο», ένας ζοφερά ρεαλιστικός κι ένας υπόγεια κωμικός ή ειρωνικός, η παράσταση της ομάδας Cartel επιτυγχάνει μόνο όταν κινείται ανελέητα και χωρίς απολογίες προς τον δεύτερο. Φωτ.: Ελίνα Γιουνανλή
0

Καταφθάνει τρεκλίζοντας από επιθυμία και αλκοόλ. Την ώρα που δρασκελίζει το κατώφλι της, ούτε που φαντάζεται πως η μοίρα του έχει σφραγιστεί και ότι απ’ αυτό το σπίτι δεν θα φύγει ποτέ. Εκείνη αρχίζει να ελίσσεται προκλητικά μπροστά του με τη λευκή βινύλ φόρμα και την περούκα της, εκτελώντας τακουνοδαγκωματιές και ακροβατικά πάνω στα φτηνιάρικα έπιπλα. Εκείνος ολοένα παρασύρεται στη δίνη του πόθου του. Ξάφνου, εισέρχεται στο δωμάτιο ένας άνδρας. Περνάει δίπλα τους αμέριμνος, κατευθυνόμενος, όπως αποδεικνύεται, προς την τουαλέτα. Είναι ο πατέρας της Παμ. Ο Λεν (Αλέξανδρος Κουκιάς) ταράζεται, πάει να φύγει, η Παμ (Αναστασία Δέλτα) δεν τον αφήνει. Αρχίζει να πειράζει τον μεσήλικα που βογκάει μαρτυρικά εκτός του πεδίου οράσεώς μας. «Μπαμπάκα, έχω ένα γλειφιτζουράκι», του φωνάζει πειρακτικά, «με γεύση μουνάκιιι». Ο Λεν πιάνει το νόημα. «Περίμενε», της λέει, «μπορεί ο μπαμπάκας να θέλει άλλο γλειφιτζουράκι», και κατεβάζει το παντελόνι του προς τη μεριά του μπάνιου, όπου ο πατέρας ολοκληρώνει τη «δουλειά» του.

«Από πότε γίνεται αυτό σ’ αυτό το σπίτι;» ρωτάει λίγες εβδομάδες αργότερα ο Λεν, πλατσουρίζοντας στη γούρνα του συνοικιακού πάρκου. Τώρα πια μένει κι αυτός με τους γονείς της Παμ, νοικιάζει ένα από τα δωμάτια, και παρατηρεί τα πάντα με άλλο μάτι. «Από τότε που πέθανε ο αδελφός μου», απαντά η Παμ, μια νεαρή γυναίκα με φανερά τρικυμισμένο νευρικό σύστημα.

Όσες φορές η ομάδα απελευθερώνεται από το «στόρι» του «Σωσμένου» και κατασκευάζει κάτι δικό της, αψηφώντας τους κανόνες και βγαίνοντας από το υιοθετημένο αφηγηματικό πλαίσιο, τα αποτελέσματα χαροποιούν το είναι μας.

Τα υπόλοιπα μέλη της παρέας (Στέλιος Τυριακίδης, Γιάννης Κατσιμίχας, Λευτέρης Αγουρίδας, Ελένη Γεωργακοπούλου) καταφθάνουν κι αυτά στο καφέ-ντεκαντάνς του πάρκου με τη σαπισμένη λίμνη. Νεαρά λούμπεν άτομα, με περιστασιακές δουλειές ή άνεργοι, λιγότερο ή περισσότερο εθισμένα, μεθούν, σνιφάρουν, κοκορεύονται, επιδεικνύουν περιχαρείς την ακλόνητη αναισθησία και τον υπερχειλίζοντα σεξισμό τους. Περιθωριοποιημένοι και πωρωμένοι, θύματα και θύτες, συναισθηματικά παράλυτοι, φτάνουν στο ακρότατο όριο της φρίκης καθώς βασανίζουν και θανατώνουν ένα δύσμοιρο βρέφος –το μωρό της Παμ– ξεχασμένο στο καροτσάκι του. Πρόκειται για τη διαβόητη σκηνή του έργου, η οποία, με την ωμότητα και τη βαναυσότητά της, προκάλεσε πρωτοφανές θεατρικό σκάνδαλο στο Λονδίνο του 1965, διχάζοντας κοινό και κριτικούς.

Η σωτηρία της σκηνής (είναι πολύ μεγάλο πράγμα) Facebook Twitter
Φωτ.: Ελίνα Γιουνανλή
Η σωτηρία της σκηνής (είναι πολύ μεγάλο πράγμα) Facebook Twitter
Οι Λευτέρης Αγουρίδας, Ελένη Γεωργακοπούλου, Γιάννης Κατσιμίχας, Στέλιος Τυριακίδης και Αναστασία Δέλτα της ομάδας Cartel σε σκηνή της παράστασης. Φωτ.: Ελίνα Γιουνανλή

«Όταν άρχισα να γράφω, είχαν περάσει περίπου 20 χρόνια από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Είχαμε πίσω μας τη Χιροσίμα, είχαμε το Άουσβιτς, είχαμε τη Σοβιετική Ένωση… γνωρίζαμε ότι ο κόσμος βρισκόταν σε κρίση και δεν υπήρχε τίποτε άλλο που μπορούσε να κάνει κανείς εκτός από το ν’ αρχίσει να γράφει: αυτό ήταν ένα είδος δέσμευσης απέναντι σε όλα όσα συνέβαιναν», δήλωνε το 2012 σε μια σπάνια συνέντευξή του ο Μποντ για το «Saved» (όπως είναι ο αγγλικός τίτλος του έργου).

«Γιατί έγραψα για μια συμμορία που έκλεψε ένα μωρό σ’ ένα πάρκο; Δεν γνωρίζω κανένα τέτοιο περιστατικό στην πραγματικότητα», συνεχίζει. «Γιατί επέλεξα το συγκεκριμένο; Το επέλεξα για τις αντιφάσεις που περιέκλειε. Γιατί σκότωσαν το μωρό; Το σκότωσαν για να κερδίσουν τον αυτοσεβασμό τους: κι αυτό είναι μια αντίφαση που ζητώ από την κοινωνία να την καταλάβει…»

Ένας από τους ηθοποιούς που συμμετείχε στο αρχικό εκείνο ανέβασμα (o Τόνι Σέλμπι), θυμόταν δεκαετίες αργότερα τον Μποντ να του λέει κατά τη διάρκεια των δοκιμών: «Είναι προφανές ότι κατανοείς το έργο». O Σέλμπι εξηγεί: «Το αντιλαμβανόμουν διαισθητικά, επειδή προερχόμουν από την εργατική τάξη. Το “Saved” αφορά την αδιαφορία για τη νέα ζωή. Το μωρό είναι μια θυσία. Στην πραγματικότητα, το μωρό σώζεται. Σώζεται από μια ανύπαρκτη ζωή».

Κι ενώ, πράγματι, η βία ως αναπόδραστη συνέπεια του κοινωνικού και οικονομικού αποκλεισμού, η βία ως μέρος ενός κληρονομούμενου και πανίσχυρου πολιτισμικού κώδικα, καθώς και οι δυνατότητες αντίστασης στον κώδικα αυτόν, πυροδοτούν τον πυρήνα του έργου, υπάρχει ταυτόχρονα ένα ρεύμα που εισβάλλει ανατρεπτικά στον βάλτο της απόγνωσης και της αποξένωσης των ηρώων: ένα ρεύμα κωμωδίας. Για την ακρίβεια «οιδιπόδειας κωμωδίας» (για να δανειστώ έναν όρο που χρησιμοποιεί ο ίδιος ο συγγραφέας στην εισαγωγή του), έτσι όπως ο Λεν, ο νέος «γιος» της οικογένειας, επιχειρεί να κοιμηθεί με τη «μαμά» του, τη Μαίρη (μητέρα της Παμ), ενώ νιώθει να απειλείται από τον «μπαμπά» του, τον Χάρι (με τον οποίο τελικά τα βρίσκει και γίνονται φίλοι, γεγονός που επιφέρει τη θετική, άρα και κωμική, «διαφορά»).

Η σωτηρία της σκηνής (είναι πολύ μεγάλο πράγμα) Facebook Twitter
Είναι πραγματικά ατελείωτα τα κύματα ηδονής και γέλιου που προκαλούν τα «έξαλλα» παραληρήματα της Λένας Κιτσοπούλου ως μάνας Μαίρης. Φωτ.: Ελίνα Γιουνανλή

Αν, συνεπώς, δεχθούμε ότι υπάρχουν δύο πόλοι έλξης στον «Σωσμένο», ένας ζοφερά ρεαλιστικός κι ένας υπόγεια κωμικός ή ειρωνικός, η παράσταση της ομάδας Cartel επιτυγχάνει μόνο όταν κινείται ανελέητα και χωρίς απολογίες προς τον δεύτερο.

Μεταφέροντας τους διαλόγους στη δική μας καθομιλουμένη, «διανθίζοντάς» τους με πρόσθετες, ανιαρές αφηγήσεις (βλέπε το ατύχημα με το δωδεκάχρονο στην εθνική οδό, οι βιασμοί του Φρέντι στη φυλακή), η παρούσα διασκευή αναιρεί όλη την αυστηρότητα και την ακραία ελλειπτικότητα του πρωτότυπου, δηλαδή αυτές ακριβώς τις γλωσσικές αρετές που όχι απλώς σοκάρουν τον θεατή με τη γύμνια τους αλλά οικοδομούν το κλίμα ξηρασίας, ψυχικής ένδειας, ανημπόριας μέσα στο οποίο δύναται να εκδηλωθεί η βία σε όλες τις εκφάνσεις της. Το πολύ μπλα μπλα, η πολλή «ανάλυση», η φλυαρία που συναντούμε εδώ σκοτώνει κάθε νοητική πρόκληση, κάθε μυστήριο. Οι «καθημερινοί», αφτιασίδωτοι διάλογοι της παράστασης, είτε πρόκειται για τυποποιημένες συναισθηματολογίες είτε για επιδείξεις μαγκιάς/ανδρισμού/ασυδοσίας, δεν έχουν τίποτα να προσφέρουν στον θεατή – του σερβίρουν απλώς ξαναζεσταμένο φαγητό.

Αντιθέτως: όσες φορές η ομάδα απελευθερώνεται από το «στόρι» του «Σωσμένου» και κατασκευάζει κάτι δικό της, αψηφώντας τους κανόνες και βγαίνοντας από το υιοθετημένο αφηγηματικό πλαίσιο, τα αποτελέσματα χαροποιούν το είναι μας.

Αυτό, φυσικά, οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στην παρουσία της Λένας Κιτσοπούλου.

Η σωτηρία της σκηνής (είναι πολύ μεγάλο πράγμα) Facebook Twitter
Ο Βασίλης Μπισμπίκης, ο οποίος απαρνείται εδώ τη συνήθη νατουραλιστική παρόρμησή του και επιδίδεται στη σκιαγράφηση μιας σαρωτικής καρικατούρας. Φωτ.: Ελίνα Γιουνανλή

Είναι πραγματικά ατελείωτα τα κύματα ηδονής και γέλιου που προκαλούν τα «έξαλλα» παραληρήματά της ως μάνας Μαίρης: ενδεδυμένη με λεοπάρ ρόμπα και μίνι φούστα, πότε κυνηγά την κόρη της για τις πρόστυχες εμφανίσεις της («Πόσο μουνί θα δούμε εδώ μέσα;»), πότε ωρύεται επειδή κάποιος της χάλασε τη σύνδεση με την αγαπημένη της πλατφόρμα, πότε ονειρεύεται να τρέχει στο Σόχο μεθυσμένη κι ερωτευμένη σαν την Έιμι Γουάινχαουζ, πότε ταΐζει με ξεθυμασμένες σούπες και ρυζόγαλα τον Λεν (τον οποίο στη συνέχεια αποπλανεί με μαεστρία), πότε αυτοψυχαναλύεται («Το πρόβλημά μου εμένα είναι ότι γεννήθηκα κόρη»), πότε μπλέκεται σε επικούς καβγάδες με τον σύζυγό της, Μπισμπίκη-Χάρι, που την πλακώνει στο ξύλο και της σπάει ένα δόντι, πάντοτε, όμως, είτε εμφανίζεται ωρυόμενη και χειμαρρώδης, είτε αναμαλλιασμένη στους διαδρόμους, είτε αιμόφυρτη στους καναπέδες, επιτυγχάνει τη θαυμαστή ισορροπία μεταξύ ρόλου και αυτοαναφορικότητας, σε τέτοιον βαθμό ώστε ουδεμία στιγμή δεν μπορεί να αποφανθεί κανείς με βεβαιότητα αν αυτή που μιλάει είναι η «Μαίρη», η «Λένα» ή ένα θαυμαστό υβρίδιο. (Ένα τέτοιο θόλωμα των ορίων μόνο εκείνη επιτελεί τόσο αριστοτεχνικά και πηγαία.)

Σε κάθε περίπτωση, η ευφραντική εκρηκτικότητα, το αναρχικό πνεύμα, η περιφρόνησή της για τον νόμο, η αίσθηση απρόβλεπτης, θορυβώδους, πάλλουσας ζωής και ασίγαστης επιθυμίας που εκπέμπει ανελλιπώς και επειγόντως διασώζει την παράσταση από την προβλεψιμότητα και την κανονικότητα, για να την ωθήσει (κυρίως στο δεύτερο μέρος) προς την παρωδία, τον σουρεαλισμό, το μετα-θέατρο, το αμετρίαστο, ανεξέλεγκτο και ανακουφιστικό χάος. Ό,τι πιο καίριο έχει η παράσταση να πει, το λέει στην παραφορά της.

Η σωτηρία της σκηνής (είναι πολύ μεγάλο πράγμα) Facebook Twitter
Φωτ.: Ελίνα Γιουνανλή
Η σωτηρία της σκηνής (είναι πολύ μεγάλο πράγμα) Facebook Twitter
Φωτ.: Ελίνα Γιουνανλή

Η Κιτσοπούλου παρασύρει, ευτυχώς, μαζί της και τον Βασίλη Μπισμπίκη, ο οποίος απαρνείται εδώ τη συνήθη νατουραλιστική παρόρμησή του και επιδίδεται στη σκιαγράφηση μιας σαρωτικής καρικατούρας, ενός διαταραγμένου συνωμοσιολόγου που βιώνει διαρκή πόλεμο στο μυαλό του (για την ακρίβεια, όλοι οι πόλεμοι έχουν συμπυκνωθεί σε έναν, μονίμως εν εξελίξει), μυρίζει αίμα, ακούει ελικόπτερα, βλέπει βατραχανθρώπους, συνομιλεί στο γουοκι-τόκι με τον Στρατηγό, χτίζει υπόγεια καταφύγια, τα πνίγει στις προμήθειες («ταλιατέλες, βίδες και το χοντρό για παστίτσιο, μπορεί να χρειαστεί να φτιάξουμε ένα παστίτσιο!»), αναπολεί τις μέρες στο Αφγανιστάν, όταν έτρωγαν κονσέρβες για γάτες, δηλώνει πως είναι κι αυτός γάτα, νιαουρίζει, μιλάει στ’ αγγλικά ενώ δεν ξέρει αγγλικά, «Είμαι ο Πάμπλο Εσκομπάρ! Είμαι ο Τόνι Μοντάνα! Είμαι ο El Chapo!», εξαπολύει όλες τις δυνάμεις της διαταραγμένης φαντασίας του επί σκηνής, μεταμορφώνει το σπίτι του σε θέατρο ψυχωτικών παραισθήσεων, τρομοκράτες ξεπηδούν από το πουθενά, ο Χίτλερ ανασταίνεται, ο Χάρι τον χαιρετά, η υπολοχαγός Νατάσα μεταφράζει από τα γερμανικά, η μουσική ηρεμεί μελαγχολικά (ατμοσφαιρική και καίρια η συνεισφορά του Μπάμπη Παπαδόπουλου), το πανδαιμόνιο υποχωρεί, το γέλιο του Αδόλφου γεμίζει τη σιωπή, κανένας δεν γνωρίζει αν η επιστροφή θα είναι ποτέ εφικτή ή αν θα παραμείνουμε εσαεί σε αυτή την κατάσταση αδιάκοπης παράνοιας, εμείς που «δεν θέλαμε να κάνουμε ποτέ κακό σε κανέναν».

Καταφθάνει λίγο αργά η ώρα της απελευθέρωσης, είναι η αλήθεια. Αν, όμως, δείξει κανείς υπομονή, αν αντέξει όλα τα άχαρα, άνευρα, αφόρητα σχεδόν μέρη της παράστασης, στα οποία δεν συμμετέχουν η Κιτσοπούλου και ο Μπισμπίκης (δυστυχώς οι ερμηνείες των νεότερων ηθοποιών παρουσιάζουν πενιχρό ενδιαφέρον), τότε θα αλιεύσει μια πολύτιμη όσο και αναγκαία αίσθηση ευφορίας και ανάτασης.

Δείτε περισσότερες πληροφορίες για την παράσταση «Σωσμένος» εδώ

Θέατρο
0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Οι πρώτες φωτογραφίες από τον «Σωσμένο» του Έντουαρντ Μποντ με τον Βασίλη Μπισμπίκη και τη Λένα Κιτσοπούλου

Πολιτισμός / Αποκλειστικό: Ο Βασίλης Μπισμπίκης ανεβάζει τον «Σωσμένο» με τη Λένα Κιτσοπούλου

Το έργο του Έντουαρντ Μποντ που προκάλεσε την κατάργηση της λογοκρισίας στο αγγλικό θέατρο και αποτέλεσε την εναρκτήρια παράσταση του θρυλικού «Εμπρός» ανεβαίνει σε νέα διασκευή από την ομάδα Cartel.
ΧΡΗΣΤΟΣ ΠΑΡΙΔΗΣ

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

Τι χορό θα δούμε φέτος στην Πειραιώς 260; Τον καλύτερο

Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου / Τι χορό θα δούμε φέτος στην Πειραιώς 260; Τον καλύτερο

Το πρόγραμμα χορού φέτος καλύπτει ένα εύρος από τη φλεγόμενη Ανατολή μέχρι την ανήσυχη Δύση, ενώ ένα σημαντικό αφιέρωμα φέρνει στην Αθήνα μια εμβληματική φιγούρα της αμερικανικής πρωτοπορίας.
ΧΡΗΣΤΟΣ ΠΑΡΙΔΗΣ
Το ΑΦΤΕR θα σε κάνει να ανυπομονείς για τα μεσάνυχτα

Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου / Το ΑΦΤΕR θα σε κάνει να ανυπομονείς να πάει μεσάνυχτα

Ο χώρος πολιτισμού κλείνει τα 20 χρόνια του και το Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου γιορτάζει τα γενέθλια με μεταμεσονύκτιες προβολές και ένα μεγάλο νυχτερινό μουσικό πρόγραμμα
ΝΙΚΗΤΑΣ ΔΕΣΠΟΤΙΔΗΣ
Μιχαήλ Μαρμαρινός: «Αυτό είναι το Φεστιβάλ. Ένας Άγιος Βασίλης για μεγάλους»

Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου / Μιχαήλ Μαρμαρινός: «Αυτό είναι το Φεστιβάλ. Ένας Άγιος Βασίλης για μεγάλους»

Ο καλλιτεχνικός διευθυντής του Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου μάς ξεναγεί στο «Δάσος» της Πειραιώς 260 και μιλά για τις προκλήσεις ενός προγράμματος που απηχεί συνειδητά διασταυρώσεις και καλλιτεχνικές γονιμοποιήσεις και τον στόχο τού να φέρει το κοινό σε επαφή με την πιο τρέχουσα «ταραχή» της καλλιτεχνικής δημιουργίας σε διεθνές επίπεδο.
ΑΡΓΥΡΩ ΜΠΟΖΩΝΗ
Τι θα δούμε την περίοδο 2026-27 στο Εθνικό Θέατρο

Θέατρο / Τι θα δούμε την περίοδο 2026-27 στο Εθνικό Θέατρο

Πίνα Μπάους (ξανά), η Φόνισσα, η Τρικυμία, Πολύ κακό για το τίποτα, η Δεσποινίς Διευθυντής, η αμαρτωλή Ομόνοια και ένα πρότζεκτ για τον Μάκβεθ και τον Πρόσπερο ανάμεσα στα έργα της νέας περιόδου από καταξιωμένους και νέους δημιουργούς.
ΑΡΓΥΡΩ ΜΠΟΖΩΝΗ
Σταμάτης Κραουνάκης: «Σε αυτήν τη Λυσιστράτη θα γίνει μεγάλη γιορτή»

Θέατρο / Σταμάτης Κραουνάκης: «Σε αυτήν τη Λυσιστράτη θα γίνει μεγάλη γιορτή»

Σαράντα χρόνια μετά το πρώτο της ανέβασμα σε δική του διασκευή, ο συνθέτης ανεβάζει μια νέα, πιο επίκαιρη και μπριόζα «Λυσιστράτη» ως λαϊκή όπερα στην οποία συνυφαίνονται η κωμωδία, το δράμα και ο πολιτικός προβληματισμός.
ΘΟΔΩΡΗΣ ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ
CHECK «Ο χορός δεν είναι μόνο τέχνη αλλά τόπος συνάντησης και έχει για πρώτη ύλη τη διαφορετικότητα»

Χορός / Τι θα δούμε φέτος στο Διεθνές Φεστιβάλ Χορού Καλαμάτας

Yoann Bourgeois, Leila Ka, Jefta van Dinther και άλλα σημαντικά ονόματα της σύγχρονης χορευτικής σκηνής πρωταγωνιστούν στο πρόγραμμα του 32ου Διεθνούς Φεστιβάλ Χορού Καλαμάτας, που επιστρέφει δυναμικά από τις 17 έως τις 26 Ιουλίου.
ΘΟΔΩΡΗΣ ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ
Χρήστος Πασσαλής: «Κάνουμε καταγγελτική τέχνη επειδή κάτι δεν πάει καλά»

Θέατρο / Χρήστος Πασσαλής: «Κάνουμε καταγγελτική τέχνη επειδή κάτι δεν πάει καλά»

Ενώ ένας κομήτης πλησιάζει τη Γη, δυο ραδιοφωνικοί παραγωγοί κρατούν παρέα στους τρομαγμένους ακροατές διαβάζοντας ιστορίες: ο ηθοποιός και σκηνοθέτης εξηγεί πώς η νέα του παράσταση, «RADIO 1: Η πιο λυπημένη μέρα της ζωής μου», συνδέεται με την τρέχουσα πολιτικοκοινωνική κατάσταση.
ΧΡΗΣΤΟΣ ΠΑΡΙΔΗΣ
Στη νέα παράσταση του Γιώργου Κουτλή παίζουν μόνο νέοι ηθοποιοί

Θέατρο / Στη νέα παράσταση του Γιώργου Κουτλή παίζουν μόνο νέοι ηθοποιοί

Ένας από τους σημαντικότερους νέους σκηνοθέτες του ελληνικού θεάτρου ανεβάζει την «Αντιγόνη» του Ανούιγ με είκοσι νέους ηθοποιούς, ακολουθώντας έναν διαφορετικό τρόπο δουλειάς που του αποκάλυψε πράγματα για τον εαυτό του, σκηνοθετικά και προσωπικά.
ΑΡΓΥΡΩ ΜΠΟΖΩΝΗ
Αλφρέδο Άριας: «Οι καλλιτέχνες είναι οι πρώτοι που εξαφανίζουν οι δικτατορίες»

Αλφρέδο Άριας / Αλφρέδο Άριας: «Οι καλλιτέχνες είναι οι πρώτοι που τους εξαφανίζουν οι δικτατορίες»

Λίγο πριν από την πρεμιέρα της όπερας «Monsieur Vénus», που βασίζεται σε ένα από τα πιο προκλητικά έργα του 19ου αιώνα, ο διάσημος Αργεντινός σκηνοθέτης αφηγείται την πλούσια διαδρομή του στο θέατρο, στην όπερα και στον κινηματογράφο.
ΧΡΗΣΤΟΣ ΠΑΡΙΔΗΣ
Θωμάς Μοσχόπουλος: «Η πατριαρχία κάνει και τους άντρες να κλαίνε»

The Review / Θωμάς Μοσχόπουλος: «Η πατριαρχία κάνει και τους άντρες να κλαίνε»

Ο συγγραφέας και σκηνοθέτης, Θωμάς Μοσχόπουλος, πήρε το κλασικό αριστούργημα του Στρίντμπεργκ, άλλαξε το φύλο της ηρωίδας και εξηγεί γιατί η Δεσποινίς Τζούλια έγινε Κος Ζύλ, ένας νεαρός ομοφυλόφιλος αριστοκράτης.
ΒΕΝΑ ΓΕΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟΥ
To «Τζένη Τζένη» του '26 δεν είναι αυτό που περιμένεις

Θέατρο / To «Τζένη Τζένη» του '26 δεν είναι αυτό που περιμένεις

Στην ταινία του 1966 θριάμβευε το φως, το ελληνικό καλοκαίρι και η αγάπη. Στην παράσταση που σκηνοθετεί σήμερα ο Νίκος Καραθάνος βλέπει «το τελευταίο δειλινό πριν έρθει η νύχτα», ψάχνει το happy end και κοιτάζει με νοσταλγία μια εποχή αθωότητας που έχει οριστικά χαθεί.
ΑΡΓΥΡΩ ΜΠΟΖΩΝΗ
Η Κίττυ Παϊταζόγλου πιστεύει ότι η συναίνεση είναι μια πολύ εύθραυστη λέξη

Θέατρο / Κανείς δεν θα κάνει την Κίττυ στην άκρη

Μια από τις πιο ταλαντούχες και ιδιαίτερες ηθοποιούς της γενιάς της, η Κίττυ Παϊταζόγλου, μιλά στη LifO για το τολμηρό έργο «Συναίνεση» στο οποίο πρωταγωνιστεί αλλά και για την εμπειρία της με τον σκηνοθέτη Ούλριχ Ράσε το καλοκαίρι που μας πέρασε.
ΑΡΓΥΡΩ ΜΠΟΖΩΝΗ
Λέσλι Τράβερς: «Η όπερα είναι ένας κόσμος χωρίς όρια»

Θέατρο / Ο Λέσλι Τράβερς πήγε τη σκηνογραφία σε άλλο επίπεδο. Δες εδώ μαγεία

Με αφορμή τη νέα παραγωγή της «Άννα Μπολένα» στην Εθνική Λυρική Σκηνή, ο διακεκριμένος σκηνογράφος μιλά για τη δύναμη της μουσικής να γεννά εικόνες και την όπερα ως ένα από τα πιο ζωντανά καλλιτεχνικά πεδία.
ΑΡΓΥΡΩ ΜΠΟΖΩΝΗ