«ΑΦΑΝΤΑΣΤΟΥ ΤΡΑΓΙΚΟΤΗΤΟΣ ΣΚΗΝΑΙ εξετυλίχθησαν χθες ολίγον προ της μεσημβρίας εις το σανατόριον “Σωτηρία” μεταξύ απόρων φυματιώντων αφ’ ενός και ισχυράς δυνάμεως αστυφυλάκων και χωροφυλάκων, οι οποίοι εκλήθησαν υπό της διευθύνσεως του νοσοκομείου να διαλύσουν μίαν συγκέντρωσιν διαμαρτυρίας των φυματικών».
Σύμφωνα με το ρεπορτάζ της εφημερίδας «Ακρόπολις», τον Δεκέμβριο του 1931, «τα λυπηρά επεισόδια, τα οποία εξήψαν έτι μάλλον τα πνεύματα των αρρώστων φυματικών» και τους οδήγησαν στην απόφαση να κατέβουν στην πόλη για να διαμαρτυρηθούν ομαδικά στο Υπουργείο Υγιεινής, καθώς και οι σκηνές που ακολούθησαν μεταξύ αστυνομίας και ασθενών, εκ των οποίων κάποιοι ξυλοκοπήθηκαν και άλλοι συνελήφθησαν και κρατήθηκαν, είχαν ως εξής:
Η κόλαση των ζωντανών
Ήταν ήδη χρόνια γνωστό ότι μεγάλη δυσφορία υπέβοσκε μεταξύ των φυματικών της Γ’ θέσης της «Σωτηρίας», για την απερίγραπτη κατάσταση αθλιότητας που επικρατούσε στις γνωστές «παράγκες» της. Πολλοί φυματικοί έμεναν στοιβαγμένοι ο ένας πάνω στον άλλον σε θαλάμους ανθυγιεινούς και εντελώς ακατάλληλους για τον σκοπό για τον οποίο χτίστηκαν. Άλλοι πάλι έμεναν στο ύπαιθρο, άλλοι σε υπόγεια ενός περιπτέρου «το οποίον αποκαλείται ευφήμως από τους ίδιους φυματικούς “πρώτη θέσις”» και άλλοι σε διαμερίσματα που οι ασθενείς τα ονομάζουν «κόλαση των ζωντανών».
Μόλις οι φυματικοί αντιλήφθηκαν τι συνέβαινε, συγκεντρώθηκαν έξω από τα γραφεία της διεύθυνσης. Ήταν περίπου 200 με 300 άτομα, τα οποία, αφού άρχισαν να λιθοβολούν, μπήκαν μέσα και απελευθέρωσαν τους συλληφθέντες.
Όλα αυτά, καθώς και η ανεπάρκεια του ιδρύματος να αντεπεξέλθει με τα μέσα που διέθετε στις πολλαπλές ανάγκες θεραπείας των ασθενών –οι οποίοι συνέρρεαν τόσο από την Αθήνα και τον Πειραιά, όσο και από όλα τα μέρη της Ελλάδας για να βρουν περίθαλψη– δημιούργησαν μια μόνιμη κατάσταση αθλιότητας.
«Και τούτο», όπως σημειώνει η Ακρόπολις, «διότι ουδέποτε το Κράτος εφρόντισεν, όπως είχεν στοιχειώδη υποχρέωσιν, να λύση τα ζητήματα της “Σωτηρίας”, προς το καλόν και των ασθενών και της γενικής ιδέας της Υγιεινής της χώρας. Απ’ εναντίας, κατεβλήθη προσπάθεια να καταπνίγονται τα παράπονα των αρρώστων και να ασκήται ένα είδος τρομοκρατίας εις βάρος των παραπονουμένων. Έτσι η αθλιότης εξηκολούθησε να υφίσταται και μάλιστα να μεγαλώνη από έτους εις έτος».
Μπροστά σε αυτήν την κατάσταση, πολλοί από τους φυματικούς της «Σωτηρίας» αποφάσισαν να κάνουν μια οργάνωση, την οποία ονόμασαν «Πανελλήνια Ένωση Φυματικών». Όμως, όπως έλεγαν οι ασθενείς, η Διεύθυνση του σανατορίου έθετε υπό δυσμένεια κάθε ασθενή που με οποιονδήποτε τρόπο αναμειγνυόταν ενεργά σε αυτήν.
Η Πανελλήνια Ένωση Φυματικών υπέβαλε υπόμνημα στο Υπουργείο Υγιεινής, με το οποίο παραπονιόταν για τη μείωση του φαγητού, για τη διαμονή σε ανθυγιεινά παραπήγματα και την απουσία καθαρού ρουχισμού. Κάποιοι, όπως ανέφερε το υπόμνημα, συμπλήρωναν δύο και τρεις μήνες χωρίς να αλλάξουν. Τέλος, διατυπωνόταν και το παράπονο για την επιβολή τακτικών τιμωριών σε όσους διαμαρτύρονταν. Όταν τα μέλη της διοικούσας επιτροπής της Ένωσης Φυματικών παραπονέθηκαν στη διεύθυνση, έλαβαν την απάντηση: «Αν δεν σας αρέσει, αλλάξτε ξενοδοχείο!».
«Συνεπεία όλων αυτών, επεκράτησε ζωηρά έξαψις πνευμάτων»
Όλα αυτά προκάλεσαν ένταση και η διεύθυνση της «Σωτηρίας» πήρε την απόφαση να διώξει τέσσερις από τους συμβούλους της Πανελλήνιας Ένωσης Φυματικών και τρεις ακόμη, τους οποίους θεώρησε ως πρωτοστάτες στην κίνηση.
Αυτή η απόφαση, η οποία μάλιστα γνωστοποιήθηκε στους ασθενείς με τοιχοκόλληση, ερέθισε τα πνεύματα και η διοίκηση της Ένωσης κάλεσε σε συγκέντρωση τα μέλη της για να διαμαρτυρηθούν.
Πράγματι, γύρω στις 10 το πρωί, οι φυματικοί συγκεντρώθηκαν στον περίβολο και η επιτροπή, στην οποία περιλαμβάνονταν όσοι είχαν αποβληθεί από το σανατόριο, παρουσιάστηκε στα γραφεία του ιδρύματος και υπέβαλε διαμαρτυρία στον διευθυντή.
Τη στιγμή όμως που βρισκόταν εκεί η επιτροπή, ειδοποιήθηκε η διεύθυνση της αστυνομίας να στείλει δύναμη για να συλλάβει τους αποβληθέντες, τους οποίους η διεύθυνση της «Σωτηρίας» χαρακτήριζε ως ταραχοποιούς. Στάλθηκαν αρχικά εφτά αστυφύλακες του 14ου Αστυνομικού Τμήματος και κατόπιν άλλοι.
Μόλις οι φυματικοί αντιλήφθηκαν τι συνέβαινε, συγκεντρώθηκαν έξω από τα γραφεία της διεύθυνσης. Ήταν περίπου 200 με 300 άτομα, τα οποία, αφού άρχισαν να λιθοβολούν, μπήκαν μέσα και απελευθέρωσαν τους συλληφθέντες. Τότε, ενώ η διεύθυνση της «Σωτηρίας» καλούσε εσπευσμένα νέα αστυνομική δύναμη, οι φυματικοί αποφάσισαν να κατέβουν ομαδικά στην Αθήνα, για να υποβάλουν διαμαρτυρία στον Υπουργό Υγιεινής.
Ξεκίνησε λοιπόν μια μεγάλη ομάδα από 150 περίπου φυματικούς και βγήκε από τον περίβολο με κατεύθυνση προς το τέρμα Αμπελοκήπων. Έξω όμως από το Σχολείο Χωροφυλακής, στον δρόμο που οδηγούσε από τη «Σωτηρία» προς την Αθήνα, αυτή η διαδήλωση των φυματικών συναντήθηκε με μεγάλη δύναμη αστυφυλάκων.
Ο επικεφαλής του αποσπάσματος των αστυφυλάκων, το οποίο είχε ενισχυθεί και με άνδρες της Σχολής Χωροφυλακής, διέταξε τους φυματικούς να γυρίσουν πίσω. Εκείνοι όμως απάντησαν ότι δεν έχουν κακούς σκοπούς, αλλά πηγαίνουν απλώς στο Υπουργείο Υγιεινής, για να υποβάλουν μία διαμαρτυρία, όπως δικαιούνται. Οι αστυνομικοί επανέλαβαν την απαγόρευση και επειδή οι ασθενείς αρνήθηκαν πάλι να υπακούσουν, προκλήθηκε συμπλοκή.
Η αστυνομική δύναμη συνέλαβε ως πρωταίτιους των επεισοδίων –πάνω από δέκα άτομα– και τους οδήγησε στο κρατητήριο του 14ου Αστυνομικού Τμήματος Αμπελοκήπων. Μια ομάδα φυματικών που διέφυγε, επισκέφθηκε τα γραφεία της «Ακροπόλεως» για να γνωστοποιήσει τα συμβάντα και να διαμαρτυρηθεί, ενώ οι υπόλοιποι επέστρεψαν στη «Σωτηρία», κάποιοι από αυτούς τραυματισμένοι, οι οποίοι μάλιστα, όπως βεβαίωσαν, έκαναν αιμόπτυση εξαιτίας των χτυπημάτων.
«Συνεπεία όλων αυτών, επεκράτησε ζωηρά έξαψις πνευμάτων χθες μεταξύ των φυματικών της Σωτηρίας».
Ένας από τους τραυματίες, τον οποίο υπέδειξαν σε συντάκτη της «Ακροπόλεως» οι άλλοι φυματικοί, διηγήθηκε τα γεγονότα ως εξής: «Πηγαίναμε προς τας Αθήνας διά να διαμαρτυρηθούμε εις το Υπουργείον της Υγιεινής, αλλά έξω από το Σχολείον Χωροφυλακής μας επερίμεναν φαίνεται κατόπιν ειδοποιήσεως αστυφύλακες με κλομπ και μας επετέθησαν, διότι δεν θέλαμε να γυρίσωμε πίσω. Εγώ εδέχθην ένα κτύπημα δυνατό στην πλάτη και άλλο ένα στο κεφάλι και έχασα τας αισθήσεις μου. Ύστερα, όπως είπαν και οι συνάδελφοί μου, με πήραν στα χέρια και με έβαλαν σε μια καρέκλα και με έφεραν εδώ, όπου με συνέφεραν, διότι είχα κάμει και αιμοπτυσίαν». Οι συλληφθέντες προσήχθησαν το απόγευμα εκείνης της ημέρας ενώπιον του αυτόφωρου Πταισματοδικείου, από το οποίο και καταδικάστηκαν σε πενθήμερη κράτηση για διατάραξη της κοινής ησυχίας.
«Σημειωτέον ότι εις ένδειξιν διαμαρτυρίας διά τα λαβόντα χώραν, πολλοί φυματικοί της “Σωτηρίας” της Γ' θέσεως εκήρυξαν απεργίαν πείνης, μη δεχθέντες την μεσημβρινήν των τροφήν. Κατ’ άλλους, η απεργία της πείνης των φυματικών της “Σωτηρίας” πρόκειται να γενικευθή, διότι θα την ακολουθήσουν όλοι οι διαιτώμενοι εις τις ελεεινές παράγκες του σανατορίου».
«Νέαι ταραχώδεις σκηναί»
Δέκα μήνες αργότερα, τον Οκτώβριο του 1932, η εφημερίδα «Ακρόπολις» έγραψε ότι «εις τον τόπον, όπου θα έπρεπε να βασιλεύη γαλήνη και σιωπή, νέος θόρυβος και νέαι έκτροποι σκηναί συνέβησαν χθες, κατά τας οποίας τίποτε δεν έμεινεν όρθιον εις τρία μεγάλα τμήματα του Σανατορίου».
Σύμφωνα με το ρεπορτάζ, ήταν η πολλοστή φορά τους τελευταίους μήνες που εκδηλώθηκε το φαινόμενο αυτό και η εφημερίδα ζητούσε το «αμέριστον ενδιαφέρον των αρμοδίων» για την αιτία και τους υπαιτίους του.
Το καλοκαίρι εκείνης της χρονιάς, με την τραγική εξάπλωση που παρουσίαζε η νόσος, είχαν εισαχθεί νέοι ασθενείς στη «Σωτηρία». Αυτοί, ανερχόμενοι στους εβδομήντα, εγκαταστάθηκαν από τη διεύθυνση του ιδρύματος προσωρινά σε κλίνες που τοποθετήθηκαν στο ύπαιθρο. Όσο διαρκούσε η καλοκαιρία, η νοσηλεία των ασθενών με αυτόν τον τρόπο μπορούσε να θεωρηθεί ιδεώδης. Καθώς όμως προχωρούσε το φθινόπωρο, η διοίκηση του σανατορίου αντιμετώπισε το πρόβλημα της στέγασης αυτών των ασθενών. Γι’ αυτό, αποφάσισε να τους εγκαταστήσει στα τρία περίπτερα που βρίσκονται στη νοτιοδυτική πλευρά του άλσους. Τότε δόθηκε εντολή στο προσωπικό του ιδρύματος να κάνει τις απαραίτητες μεταφορές των κλινών και των ασθενών που ήδη βρίσκονταν σε αυτά, ώστε να προστεθούν και οι κλίνες των ασθενών που νοσηλεύονταν στο ύπαιθρο.
Αλλά οι «παλιοί» ασθενείς, «είτε υποκινηθέντες υπό των ομοιοπαθών των κομμουνιστών, ως βεβαιοί η μόνιμη εξ αστυφυλάκων φρουρά του ιδρύματος», είτε επειδή, όπως οι ίδιοι βεβαιώνουν, δεν ήταν πλέον δυνατόν να κινούνται με την προσθήκη επιπλέον κρεβατιών, εμπόδισαν το προσωπικό να πραγματοποιήσει τις διαταγές της διεύθυνσης. Η διεύθυνση τότε έδωσε στους ηγέτες των αντιδρώντων μια διήμερη προθεσμία, για να μετακινήσουν οικειοθελώς τα κρεβάτια τους.
Αλλά κι εκείνοι απάντησαν με την ίδια κατηγορηματικότητα, ότι στη βία θα αντέτασσαν βία μέχρι τέλους.
«Και διά να μη νομισθή ότι αι απειλαί των ήσαν ακαδημαϊκαί, εκάρφωσαν κατά την διάρκεια της προχθεσινής νυκτός πόρτες και παράθυρα. Όπισθεν των θυρών επίσης ετοποθέτησαν τα κρεββάτιά των και άλλα βαρειά έπιπλα».
Το πρωί τούς βρήκε «κυριολεκτικώς ταμπουρωμένους» και φωνάζοντας ότι θα προτιμήσουν να πεθάνουν αμυνόμενοι, «παρά διά βραδέος θανάτου, εις τον οποίον τους κατεδίκαζε, κατά την αντίληψίν των, η διεύθυνσις».
Μπροστά σε μια τέτοια κατάσταση, η διεύθυνση προσέφυγε στον αστυνομικό σταθμό του ιδρύματος, ζητώντας τη συνδρομή του.
«Ο σταθμάρχης προσπάθησε πράγματι, αρχικώς διά καλού τρόπου και κατόπιν εντόνως, να τους πείση να ξεκαρφώσουν τις πόρτες και τα παράθυρα. Αντί απαντήσεως τότε εδέχθη, αυτός και οι αστυφύλακες καταιονισμόν ακαθαρσιών, ξύλων, διαφόρων αγγείων και παλαιών υλικών, από τα ανοικτά παράθυρα».
Τότε αναγκάστηκε να τηλεφωνήσει στον προϊστάμενό του, ο οποίος κατέφθασε λίγο αργότερα με μεγάλο αριθμό αστυφυλάκων. Επίσης, ειδοποιήθηκε η πυροσβεστική υπηρεσία και απέστειλε μια αντλία με πυροσβέστες. Οι αστυνομικοί κύκλωσαν αμέσως τα περίπτερα και κάλεσαν τους «ταμπουρωμένους» να εξέλθουν.
«Τότε εγενικεύθη όμως από τους τελευταίους η “άμυνα", η πρωτότυπος δηλαδή εκσφενδόνισις διά των μισανοιγμένων παραθύρων. Πτυελοδοχεία, ξύλα, πέτρες και κομμάτια από τα αμμοκονιάματα ερρίπτοντο κατά των κεφαλών των αστυνομικών και πυροσβεστών».
Οι αστυνομικοί απείλησαν ότι θα πυροβολήσουν, με αποτέλεσμα να προκληθεί πανικός σε όλους τους ασθενείς προς όλες τις κατευθύνσεις.
«Εν τω μεταξύ άλλοι άρρωστοι, συμφωνούντες με τους ωχυρωμένους, συγκεντρωθέντες γύρω απεδοκίμαζαν τους αστυνομικούς. Οι τελευταίοι, υποψιασθέντες λόγω τούτου επίθεσιν εκ των νώτων, τους διέλυσαν και κατόπιν ώρμησαν κατά των περιπτέρων».
Το πρώτο «οχύρωμα», δηλαδή το ανατολικό, υποχώρησε με την πρώτη αυτή συστηματική επίθεση. Εκείνοι που ήταν μέσα σε αυτό άνοιξαν πόρτες και παράθυρα, δηλώνοντας ότι υποκύπτουν στις θελήσεις της διεύθυνσης. Όσοι βρίσκονταν όμως στα άλλα δύο, αντιστάθηκαν μέχρις εσχάτων, μέχρι δηλαδή να ξεκαρφωθούν παράθυρα και πόρτες από τους αστυνομικούς και τους πυροσβέστες.
Η κατάληψη των οχυρών έγινε με άλλους τρόπους, αφού τα τζάμια των παραθύρων έσπαγαν με τα σιδερένια στόμια της αντλίας. «Όταν τα τζάμια εθραύοντο, τότε διά των ιδίων σωλήνων εξαπελύετο άφθονο νερό εις τους θαλάμους, ώστε οι ευρισκόμενοι εντός αυτών να υποχωρούν προς τα μέσα». Ταυτόχρονα, οι αστυνομικοί πηδούσαν στους θαλάμους, ενώ το προσωπικό του ιδρύματος με λοστούς έσπαγε τα περβάζια των παραθύρων ή άνοιγε τις πόρτες. Πολλές πόρτες λόγω αυτού έσπασαν, προκαλώντας έτσι μεγάλες ζημιές στα δύο περίπτερα.
Το θλιβερό θέαμα του ξεκαρφώματος και της εξαγωγής με τη βία των ασθενών που αντιστέκονταν κράτησε περισσότερο από δύο ώρες.
«Τέλος, ολίγον προ της μεσημβρίας, η τάξις είχεν αποκατασταθή, τοποθετηθεισών των νέων κλινών. Οι συλληφθέντες –υπέρ τους 15– ως πρωταίτιοι των σκηνών, εστάλησαν εις την Γ. Ασφάλειαν διά να εισαχθούν εις δίκην. Εν τω μεταξύ η αστυνομία έταξε προθεσμίαν εις τους έχοντας καταλάβει ένα ημιτελές νέον κτίριον του ιδρύματος αυθαιρέτως ασθενείς να εγκαταλείψουν τούτο και να επανέλθουν εις τας προτέρας των θέσεις, διότι άλλως θα μεταχειρισθή βίαν».