Η Πιο Άγρια Μοναξιά Του Κόσμου
Ενα κείμενο για τον Γιώργο Μαρίνο, τη βία της έκθεσης, τη νυχτερινή
σκηνή και τη μοναξιά που κρύβεται πίσω από κάθε μεγάλο καλλιτέχνη.
Κάθε φορά που σκέφτομαι τον Γιώργο Μαρίνο – όχι ως «πρώτο Έλληνα σόουμαν», όχι ως τηλεοπτικό φάντασμα από VHS, αλλά ως εκείνο το ηλεκτροφόρο σώμα που έσκιζε την πίστα στα δύο – νιώθω πως βλέπω μπροστά μου την πιο άγρια ντροπή μιας χώρας που δεν ήξερε τι είναι και γι’ αυτό τον άφησε να της κάνει queer μάθημα aπό μια μπουάτ. Έναν άνθρωπο που μεγάλωσε με «παιδική ηλικία χάλια», με δύο μητριές και κανένα σπίτι, και πήρε εκδίκηση όχι με θυμό αλλά με σόου. Με γκλίτερ και βωμολοχία. Με «Η πουτάνα δια μέσου των αιώνων» στη μέση της χούντας. Με το «εγώ κύριε είμαι ομοφυλόφιλος» στις φλέβες του.
Ο Γιώργος Μαρίνος ήταν από εκείνους τους ελάχιστους, τους επικίνδυνους, που δηλώνουν επί την εμφανίσει αυτό που οι άλλοι κρύβουν κάτω από τα χαλιά. Ο Philip Seymour Hoffman το έκανε στον κινηματογράφο, με εκείνη τη πένθιμη μελαγχολία που σε κοιτάζει σαν καθρέφτης απ’ το απέναντι πεζοδρόμιο. Ο Μαρίνος το έκανε ζωντανά, μπροστά σε τραπέζια, πάγους, ποτά και τσιγάρα. Η πίστα είναι πράγμα άγριο, λέει. Και σε αυτή την άγρια πίστα βγήκε να περπατήσει ένα σώμα queer πριν προλάβουμε να βρούμε τη λέξη «queer», πριν ακόμα βγει το Brokeback Mountain που επικαλείται αργότερα στη συνέντευξη της LIFO, με την ηρεμία εκείνου που έζησε την ταινία πριν παιχτεί.
«Ζούσα σε μια εποχή Brokeback Mountain, αλλά δεν είχα ποτέ κανένα πρόβλημα να πω την αλήθεια», λέει. Και κάπου εκεί θα ήθελα να τον σταματήσω, να του πω: όχι, δεν ζούσες σε εποχή Brokeback Mountain· ζούσες σε εποχή που ο ομοφυλόφιλος ήταν ή ανέκδοτο ή βρισιά. Αλλά δεν χρειάζεται. Το ξέρει. Γι’ αυτό πάει πρώτος και βγάζει τη λέξη από το στόμα: «εγώ κύριε είμαι ομοφυλόφιλος». Τι να σου πουν μετά; «Ρε πούστη»; Όταν δεν έχεις ενοχές και τύψεις, δεν έχουν πού να σε χτυπήσουν. Η ντροπή είναι μονίμως πίσω απ’ τη δική τους πόρτα, όχι τη δική σου.
Η ζωή του, όπως την αφηγείται εκείνη τη μέρα στον Νίκο Ράλλη, μοιάζει με τα παζλ που λέει ότι φτιάχνει στα γεράματα. Κομμάτια: Εθνικό Θέατρο κρυφά, Κατακόμβη στην Πλάκα, η Τζένη Καρέζη να έρχεται σχεδόν κάθε βράδυ, η Οδός Ονείρων, ο Χορν, το «Αυγό», οι μπουάτ, τα «Ταβάνια», τα κείμενα που «δεν είναι κείμενα γιατί εγώ δεν ξέρω να γράφω ούτε το όνομά μου», οι σάτιρες στον Παπαδόπουλο, η Ηλέκτρα που γίνεται πόρνη «δια μέσου των αιώνων», η Ελλάδα που προσποιείται ότι δεν βλέπει. Και στη μέση όλων αυτών, ένας τύπος που λέει: «όταν δουλεύω είμαι καλά, όταν δεν δουλεύω υπάρχει πρόβλημα. Αλλιώς, τρελαίνομαι». Δεν ξέρω αν υπάρχει πιο καθαρή περιγραφή καλλιτέχνη σε αυτή τη χώρα: όταν δουλεύω είμαι καλά. Όταν δεν δουλεύω, ο χρόνος σταματάει κι εγώ γερνάω.
Είναι συγκλονιστικό πώς τα λέει χωρίς καμία δραματοποίηση, σαν να μιλάει για τον καιρό. «Έχω χόμπι», λέει. Παζλ, γραμματόσημα, βιβλία. «Είναι όλα μοναχικά χόμπι, άμα προσέξεις». Αυτό το «άμα προσέξεις» είναι το χαστούκι. Ο άνθρωπος που ήταν επί δεκαετίες το κέντρο μιας ολόκληρης νυχτερινής βιομηχανίας, τελειώνει με μοναχικά χόμπι σε ένα σπίτι που δεν φιλοξενεί πλέον θεατές. Η σκηνή έχει πια μετακομίσει αλλού. Τα σώματα που έρχονται να φωνάξουν την επιθυμία τους είναι άλλα, τα hashtags άλλα, η Αθήνα άλλη. Εκείνος μένει με τα παζλ του, με τα γραμματόσημά του και με μια αστρολογία που τον κρατάει δεμένο με κάτι πιο μεγάλο από το ρεβεγιόν της κάθε σεζόν.
Γιατί η αστρολογία, για τον Μαρίνο, δεν είναι το cute χόμπι ενός γερασμένου σταρ. Είναι «μανία μεγάλη». Διαβάζει εικοσιπέντε χρόνια, κάνει μαθήματα με τη Θεοδώρα Ντάκου, ξέρει χάρτες καλύτερα απ’ ό,τι ξέρουμε εμείς τους δικούς μας εραστές. «Τα άστρα δείχνουν τάσεις, δεν δίνουν συμβουλές», ξεκαθαρίζει. Και μετά ρίχνει τη βόμβα: «στη ζωή κερδίζουμε αυτό που αξίζουμε». Αν το έλεγε πολιτικός, θα ήταν προσβολή. Από το στόμα του Μαρίνου ακούγεται σαν πικρή, ιδιωτική ομολογία κάποιου που ποτέ δεν θεώρησε τον εαυτό του αθώο θεατή της ζωής του. «Ό,τι έχω κάνει, το υπογράφω», λέει. Ακόμα κι αν το τέλος γράφτηκε σε γηροκομείο.
Κι όμως, όλα αυτά δεν είναι για μένα απλώς βιογραφικά δεδομένα. Είναι ο τρόπος που μπήκε εκείνος στο δικό μου σώμα.
Τον πρώτο Μαρίνο δεν τον γνώρισα στην πίστα, ούτε στα εξώφυλλα. Τον γνώρισα από τη φωνή του στην «Οδό Ονείρων», όταν ήμουν έφηβος και άκουγα τον «Κάθε κήπος έχει μια καρδιά» του Χατζιδάκι. Δεν ήξερα ακόμη τι ακριβώς ακούω. Ήξερα μόνο ότι μέσα σ’ αυτή τη φωνή υπήρχε μια τρυφερή παραφωνία, ένα ράγισμα, που μιλούσε σε ένα αγόρι χωρίς γλώσσα για τον εαυτό του. Μια φωνή που δεν έμοιαζε ούτε «αντρική» με τον κλασικό τρόπο, ούτε «θεατρική» με την επισημότητα που πουλούσε τότε η τηλεόραση. Έμοιαζε με κάποιον που έχει ήδη δει το χειρότερο και αποφάσισε να το τραγουδάει.
Τον δεύτερο Μαρίνο τον γνώρισα στα 90s, στα σόου του ΑΝΤ1, τότε που το queerness του – ήδη αποδεκτό καλλιτεχνικά – μπήκε ανενδοίαστα και στην τηλεόραση. Σε μια Ελλάδα που προσπαθούσε να γίνει «προοδευτική» με τον δικό της μπερδεμένο τρόπο, η ατάκα «Λυσσάξτε τσαούσες!» γινόταν κάθε εβδομάδα κάτι σαν κωδικός queer πρόσβασης. Ένα καλιαρντό σύνθημα που απευθυνόταν σε ένα live κοινό, σε ένα Ciao ANT1 γεμάτο θεατές που ίσως δεν ήξεραν ακριβώς τι βλέπουν, αλλά γελούσαν, συμμετείχαν, παραδίνονταν. Δεν υπήρχε ακόμη η λέξη viral, αλλά αυτό ήταν: ένα viral πριν τα virals, μια queer ατάκα που τρύπωνε στα σαλόνια μαζί με τα τηλεκοντρόλ και τις πίτσες.
Εκείνα τα χρόνια, για εμάς, δεν υπήρχε μόνο η ντροπή της ομοφυλοφιλίας. Υπήρχε και το AIDS, σαν σκιά πάνω από κάθε επιθυμία, μέχρι τα μέσα των 90s που ήρθαν τα αντιρετροϊκά. Μέσα σε αυτό το κλίμα, το ότι ένας άνθρωπος με τόσο ξεκάθαρη queer ενέργεια στεκόταν στο κέντρο του πλατό, φώναζε «Λυσσάξτε τσαούσες» και δεν απολογούνταν σε κανέναν, ήταν κάτι πολύ περισσότερο από αστείο. Ήταν ένα είδος πρόωρης περηφάνιας, πριν μάθουμε τη λέξη «περηφάνια».
Μεγάλωνα κι εγώ, μεγάλωνε κι εκείνος. Στο queer πάνθεον των «εθνικών μου πουστήδων» – αυτών των ιερών μορφών που στήνεις μέσα σου για να έχεις κάπου να προσεύχεσαι όταν δεν χωράς πουθενά – άρχισαν να μπαίνουν κι άλλοι. Ο Παπαϊωάννου, για παράδειγμα, ήρθε να συμπληρώσει μια άλλη όψη του θάρρους. Μετά ήρθε ο Ταχτσής, με την αυτοκαταστροφική του άβυσσο, και ο Χατζιδάκις, με τη βελούδινη queer σαγήνη του. Αλλά ο πρώτος, ο πρωτόπλαστος, ήταν ο Μαρίνος. Ο πρώτος ανοιχτά queer καλλιτέχνης που με έκανε – μαζί με τον Παπαϊωάννου – να νιώσω ότι κάπως, κάπου, υπάρχουμε.
Δεν τον συνάντησα ποτέ πραγματικά. Θυμάμαι μόνο ένα τυχαίο συναπάντημα σε μια στοά που οδηγούσε στο θέατρο της Κάτιας Δανδουλάκη. Μαύρη καπαρντίνα, κουστούμι, βήμα συγκεντρωμένο – προφανώς πήγαινε να ετοιμαστεί για τον ρόλο του στο «Παρακαλώ, ας μείνει μεταξύ μας». Tο βλέμμα του είχε κάτι από την πιο άγρια μοναξιά του κόσμου. Όχι άδειο, όχι ψυχρό. Περισσότερο σαν κάμερα που έχει γυρίσει τόσες σκηνές, ώστε ο διάδρομος να της φαίνεται πια σαν ατελείωτο backstage.
Αν έπρεπε να τον συμπυκνώσω σε μία πρόταση, θα έλεγα ότι υπήρξε η πρώτη περήφανη, unapologetic queer φιγούρα της προσωπικής μου μυθολογίας αλλά και της ελληνικής ειδικά όταν μιλάμε για impact. Η queer μήτρα πάνω στην οποία πάτησαν και εμπνεύστηκαν γενιές Ελλήνων queer καλλιτεχνών. Και ταυτόχρονα, στο συλλογικό φαντασιακό μιας χώρας βαθιά ομοφοβικής – ακόμη και σήμερα – καταχωρήθηκε ως το σώμα που ενσάρκωνε ταυτόχρονα τον κώλο, τον φαλλό και το μουνί του ελληνικού queerness μέχρι το milleniumn,
Είναι πολύ εύκολο να πάμε τώρα, από το 2026, και να τον βαφτίσουμε με σύγχρονες λέξεις: «τραυματισμένο inner child», «self-sabotage», «εσωτερικευμένη ομοφοβία», «attachment issues». Όλα αυτά μπορεί να είναι αλήθεια. Αλλά ο τρόπος που μιλάει εκείνος τότε μ’ εμποδίζει να το κάνω. Προτιμά τα καθαρά ρήματα: «μεγάλωσα μόνος», «δεν κατάλαβα την πηγή του δράματος», «κάποια στιγμή μου τελείωσε το συναίσθημα και μαζί του τελείωσε και ο έρωτας». Όχι γιατί κάποιος τον πρόδωσε, αλλά γιατί η σκηνή έγινε ο σημαντικότερος εραστής του. Κανείς δεν μπορεί να συναγωνιστεί ένα ολόκληρο μαγαζί που σηκώνεται όρθιο και χειροκροτάει.
Κι έτσι πάμε προς το τέλος. Τον Μαρίνο τον έχουμε ήδη βάλει σε ένα φάκελο μέσα στο κεφάλι μας: «παλιά δόξα», «θρύλος της πίστας», «πρώτος Έλληνας σόουμαν». Ένας τίτλος, ένα τραγούδι, κάποιες κασέτες, μερικές αναμνήσεις των γονιών μας, ίσως των παππούδων μας. Κι ύστερα έρχονται οι ειδήσεις των τελευταίων χρόνων: ασθένεια, άνοια, γηροκομείο, δύσκολα, απομόνωση. Η χώρα που κάποτε γέμιζε μαγαζιά για να τον δει, μια χώρα που στήθηκε οικονομικά, αισθητικά, ηθικά πάνω σε τέτοιους ανθρώπους της νύχτας, τον αφήνει να γερνάει στα περιθώρια ενός συστήματος φροντίδας που δεν φτιάχτηκε ποτέ για τους δικούς του.
Δεν θέλω να κάνω μελό εδώ. Δεν με ενδιαφέρει η εύκολη αντίστιξη «τι δόξα, τι μοναξιά». Αλλά είναι αδύνατον να μην βάλεις δίπλα δίπλα την εικόνα ενός ανθρώπου που λέει «όταν δουλεύω είμαι καλά, αλλιώς τρελαίνομαι» και την πληροφορία ότι τα τελευταία του χρόνια δουλειά δεν υπήρχε. Ότι ο χρόνος σταμάτησε, εκείνος όμως γερνούσε. Ότι τα μοναχικά χόμπι έγιναν όχι επιλογή αλλά αναγκαστική συνθήκη. Ότι η πίστα, αυτό το άγριο, τόσο ζεστό στις καλές του μέρες, σώμα, αντικαταστάθηκε από το ουδέτερο πάτωμα ενός ιδρύματος.
Κι εμείς; Εμείς τώρα ζούμε σε μια άλλη πόλη, σε μια άλλη πραγματικότητα, με drag shows, με queer events, με social media, με βίντεο που γίνονται viral, με νέους και νέες που δηλώνουν ταυτότητες, επιθυμίες, καύλες, τραύματα, όλα μαζί, σε δημόσιο λόγο. Μερικές φορές με θράσος, άλλες φορές με αφοπλιστική ευαισθησία, άλλες με όλα τα φάλτσα μιας γενιάς που μεγαλώνει live. Κάπου ανάμεσα σε όλα αυτά, ο Μαρίνος κινδυνεύει να μείνει απλώς «παλιός». Ένα όνομα για trivia. Ενώ στην πραγματικότητα είναι κάτι πολύ πιο επικίνδυνο: ο πρόγονος μιας γλώσσας που εμείς σήμερα θεωρούμε δεδομένη.
Το σκέφτομαι σαν εξής: εκείνος στάθηκε στην άκρη ενός σανιδιού, σε μια εποχή που δεν υπήρχε δίχτυ ασφαλείας από κάτω, και είπε «εγώ κύριε είμαι αυτός». Εμείς σήμερα περπατάμε πάνω σε σανίδια πολύ πιο φαρδιά, με θεσμούς από κάτω – έστω προβληματικούς, έστω μισο-υποκριτικούς – με Pride, με νόμους, με hashtags. Και πάλι ζοριζόμαστε. Τρελαινόμαστε. Μας λείπει χώρος, λεφτά, φροντίδα, ασφάλεια. Φαντάσου να το έκανες αυτό στο πουθενά. Να μην είχες ΛΟΑΤΚΙ+ κοινότητα, να μην είχες ορολογία, να μην είχες τίποτα πέρα από το δικό σου στόμα και την αντοχή σου απέναντι σε τριακόσια ζευγάρια μάτια.
Δεν γράφω αυτό το κείμενο για να τον κλείσω σε μια ανώδυνη νοσταλγία. Η νοσταλγία είναι ο πιο εύκολος τρόπος να εξουδετερώνεις κάποιον. Τον κάνεις αφίσα, playlist, «ωραία χρόνια» και τον αφήνεις εκεί. Ο Μαρίνος δεν υπήρξε «ωραία χρόνια». Υπήρξε ηλεκτρική καταιγίδα σε σκηνή. Υπήρξε παιδική ηλικία χάλια που μετατράπηκε σε queer φαντασμαγορία. Υπήρξε αναιδές αστείο που έκρυβε μέσα του ένα αίτημα αξιοπρέπειας. Υπήρξε η απόδειξη ότι, σε αυτή τη χώρα, μερικές φορές η πίστα γίνεται πιο προοδευτικός χώρος από το κοινοβούλιο.
Και βέβαια υπήρξε κι αυτό που φοβόμαστε όλοι: άνθρωπος που δεν σώθηκε τελείως από την τέχνη του. Που η σκηνή τον θεράπευσε μέχρι ένα σημείο, αλλά δεν του χάρισε ούτε οικογένεια, ούτε στέρεο γήρας, ούτε μια τελευταία πράξη γεμάτη φίλους και φροντίδα. Αν η ιστορία του ήταν ταινία, θα φώναζαν για καλύτερο ending. Αλλά δεν είναι. Είναι ελληνική ζωή. Με το γηροκομείο στο τελευταίο πλάνο και μια οθόνη κινητού να γράφει «πέθανε ο πρώτος Έλληνας σόουμαν» ανάμεσα σε διαφημίσεις.
Γι’ αυτό έχει σημασία που ξαναδιαβάζουμε σήμερα τη συνέντευξη εκείνη στη LIFO. Όχι για να πούμε «α, τι ωραία τότε», αλλά για να δούμε πώς μιλούσε για τον εαυτό του ένας άνθρωπος που δεν είχε ανάγκη να τον πούμε ήρωα. Που ήξερε τα λάθη του, τις υπερβολές του, τις υπεκφυγές του, αλλά δεν ντράπηκε ποτέ για την πιο βασική του αλήθεια. Που έβαλε τη λέξη «ομοφυλόφιλος» στη φράση του χωρίς εισαγωγικά, χωρίς φόβο μήπως χάσει κοινό, χωρίς να χρειαστεί να πει καμία θεωρία.
Αν κάτι του χρωστάμε, ίσως είναι αυτό: να τον θυμηθούμε όχι μόνο ως κομμάτι της νύχτας των γονιών μας, αλλά ως έναν από τους πρώτους που σήκωσε το βλέμμα και είπε «εγώ είμαι αυτός, εσύ ποιος είσαι;» σε ένα κοινό που δεν είχε μάθει ακόμη να απαντά. Να κρατήσουμε, μέσα στην κοσμική φασαρία της εποχής μας, λίγο χώρο για να ακουστεί ξανά εκείνη η φωνή που έλεγε «όταν δουλεύω είμαι καλά». Και να κοιτάξουμε γύρω μας, σε όλες τις μικρές σκηνές – θέατρα, μπαρ, drag shows, υπόγεια, στούντιο – και να αναρωτηθούμε πόσοι και πόσες σήμερα κάνουν ακριβώς το ίδιο: ανεβαίνουν στη σκηνή για να μην τρελαθούν.
Ο Γιώργος Μαρίνος πέθανε. Το λένε ψυχρά τα sites, το βάζουν στον τίτλο, μαζί με την ηλικία του. Αυτό που δεν χωράει σε τίτλο είναι ότι, για μερικές δεκαετίες, αυτός ο άνθρωπος πήρε την πιο άγρια ντροπή αυτής της χώρας και την έκανε σόου. Την έκανε γέλιο. Την έκανε κείμενο που «δεν είναι κείμενο». Την έκανε ένα σώμα που στέκεται όρθιο στην πίστα και λέει: «αυτό μπορώ να κάνω, αυτό κάνω».
Κι αυτό, όσο κι αν προσποιούμαστε ότι το ξεχάσαμε, μας αφορά ακόμα. Γιατί κάθε φορά που κάποιος βγαίνει σε μια σκηνή και λέει την αλήθεια του λίγο πριν τον φάνε, εκεί στο βάθος της αίθουσας, ανάμεσα σε ποτήρια και παλιές φωνές, υπάρχει πάντα ένας Μαρίνος που μας κοιτάζει και κουνάει το κεφάλι: άντε μωρή, βγες, μην ντρέπεσαι.