Το καλοκαίρι του 2025 ο Milovan Farronato επιμελήθηκε την ομαδική έκθεση Public Secrets στην γκαλερί The Breeder, θέλοντας να δείξει όσα προτιμούμε να παραβλέπουμε, διερευνώντας παράλληλα την περίπλοκη αλληλεπίδραση ορατότητας και απόκρυψης, εσωτερικού και εξωτερικού, ιδιωτικού και δημόσιου.
Στην έκθεση αυτή παρουσίασε μια εντελώς άγνωστη ζωγράφο, την Αλεξάνδρα Χρήστου, που χάθηκε το 2009, πολύ νέα, χωρίς κανένας να έχει δει τα μεγάλων διαστάσεων έργα της που απεικόνιζαν συναθροίσεις προσώπων και γυναίκες σε καφενεία, όπου η χρήση του σώματος ήταν εντυπωσιακή και στα πρόσωπα διαγραφόταν μια απροσδόκητη ένταση. Ήταν άμεσα αντιληπτό ότι τα πρόσωπα αυτά βρίσκονταν εκτός του κοινωνικού κανόνα, σε ένα περιθώριο που προσπερνάμε.
Την ανακάλυψη της Αλεξάνδρας Χρήστου την οφείλουμε σε μια τυχαία συνάντηση της εικαστικού Paulina Olowska –που στην ίδια έκθεση δημιούργησε μια τοιχογραφία στην οδό Ιάσονος με τις σεξεργάτριες με τις οποίες καλημερίζεται καθημερινά– με μια παλιά γειτόνισσα της Χρήστου, τη Χαρά Αγαλιώτου. Σε έναν τοίχο του σπιτιού της είδε ένα έργο που της είχε χαρίσει η ζωγράφος, οποία κατοικούσε εκεί κοντά, σε ένα υπέροχο νεοκλασικό. Έτσι άρχισε να ξετυλίγεται η ιστορία μιας καλλιτέχνιδας άγνωστης, αόρατης, όπως τα πρόσωπα που ζωγράφιζε.
Οι γυναίκες της και η εξπρεσιονιστική γραφή της δεν έχουν τίποτα ρομαντικό ή ωραιοποιημένο. Η απεικόνισή τους σημαίνει αναγνώριση της εργασίας τους, της αντοχής τους και της παρουσίας τους στον ιστό της πόλης.
Η κόρη της Χρήστου ήρθε για την έκθεση στην Αθήνα από την Ελβετία όπου ζει μόνιμα και οι άνθρωποι της Breeder έμειναν κατάπληκτοι όταν τους είπε ότι τα έργα της μητέρας της βρίσκονται εδώ και δεκάξι χρόνια, άθικτα, σε μια αποθήκη. Μεταφέρθηκαν όλα στην γκαλερί, φωτογραφήθηκαν, καταγράφηκαν και παρουσιάστηκαν στη Frieze και στο Παρίσι. Η Sadie Coles, βλέποντάς τα, ενθουσιάστηκε και αποφάσισε να τα δείξει σε μια έκθεση με τίτλο «Τaverna» που άνοιξε στην γκαλερί της στο Λονδίνο τον Ιανουάριο και θα διαρκέσει μέχρι τις 11 Απριλίου. Πόσο παράδοξο για μια γυναίκα που γκαλερί απέρριψαν το έργο της σε μια εποχή που το ανείπωτο, το κρυφό έμοιαζε να μην ενδιαφέρει κανέναν, να θριαμβεύσει στην πρώτη μετά θάνατον ατομική έκθεσή της, και μάλιστα στο Λονδίνο.
Η πρώτη ατομική έκθεση της Χρήστου στην Ελλάδα με τίτλο «The gravity of desire» θα ανοίξει στην γκαλερί Breeder στις 12 Μαρτίου και θα διαρκέσει μέχρι τις 9 Μαΐου 2026. Σε αυτήν θα ξεδιπλώνονται δυο αλληλένδετα κεφάλαια. Το πρώτο αφορά ερωτικά έργα σε καμβά και σχέδια της καλλιτέχνιδας από τα μέσα της δεκαετίας του '90. Στο άλλο προβάλλονται πορτρέτα σεξεργατριών και γυναικών που συναντούσε στη γειτονιά της, στο κέντρο της Αθήνας – φιγούρες που στέκονται έξω από ξενοδοχεία, κάθονται κάτω από τα φώτα του δρόμου, γέρνουν πάνω σε αυτοκίνητα, μιλάνε, καπνίζουν, περιμένουν.
Αυτό που είναι εντυπωσιακό στο σώμα αυτών των έργων είναι η αφοσίωση της ζωγράφου στο να κάνει ορατό αυτό που τόσο συχνά περιθωριοποιείται: τη γυναικεία σεξουαλικότητα και τα αληθινά βιώματα των γυναικών. Μάλιστα, σε μια εποχή που λίγες γυναίκες απεικόνισαν τη γυναικεία σεξουαλικότητα χωρίς αλληγορίες, εκείνη την απέδωσε με ειλικρίνεια και ενσυναίσθηση.
Οι γυναίκες της και η εξπρεσιονιστική γραφή της δεν έχουν τίποτα ρομαντικό ή ωραιοποιημένο. Η απεικόνισή τους σημαίνει αναγνώριση της εργασίας τους, της αντοχής τους και της παρουσίας τους στον ιστό της πόλης.
Σε μια σημείωση από το 1995 αναφέρει: «Δεν θέλω απλώς να δω τι υπάρχει. Θέλω να δω τι συμβαίνει όταν κανείς δεν κοιτάζει πια».
Η ίδια, όταν της είχαν ζητήσει να μιλήσει για τη δουλειά της, παρέθεσε τους τελευταίους στίχους από την «Όπερα της Πεντάρας» του Μπρεχτ. «Κι αυτοί στέκονται στη σκιά, κι άλλοι στέκονται στο φως, κι αυτούς που στέκονται στο φως τους βλέπουμε μα τους άλλους στη σκιά δε τους βλέπει κανείς».
Κόρη αστικής οικογένειας, η Αλεξάνδρα Χρήστου, γεννημένη το 1950, έκανε πολύ νωρίς την επανάστασή της, αφήνοντας πίσω της μια κοινωνία στην οποία έβρισκε πολύ λιγότερη αλήθεια από αυτή που συναντούσε στους ανθρώπους της σκιάς, σε Ρομά, πλανόδιους, μουσικούς, μικροπωλητές και σεξεργάτριες, σε φτωχούς και κοινωνικά ασήμαντους. Ταύτιζε αυτό το περιθώριο με μια ελευθερία που την αναζητούσε στη συνέχεια σε κοινωνίες και κουλτούρες που συνάντησε σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της Γης, όπου κι αν ταξίδεψε. Έψαχνε την ελευθερία που της έδινε η άμεση έκφραση, τον αυθορμητισμό και τον ίδιο τον άνθρωπο με τα πάθη του, στοιχεία που βρίσκονται στο επίκεντρο των έργων της.
Η αυτοδίδακτη καλλιτέχνιδα έφυγε από την Ελλάδα στα τέλη της δεκαετίας του '60 για να ταξιδέψει και να ακολουθήσει το καλλιτεχνικό της όνειρο στις Ηνωμένες Πολιτείες, σπουδάζοντας κεραμική στο East Tennessee State University (ETSU), προτού μετακομίσει στην Αυστραλία και τη Γερμανία. Μετά από χρόνια στο εξωτερικό, επέστρεψε στην Ελλάδα με την κόρη της, όπου ανέπτυξε την ανεξάρτητη ζωγραφική πρακτική της, ενώ ζούσε μεταξύ Αθήνας και Αστυπάλαιας.
Η κόρη της Χρήστου, Σοφία Χάρισον, μόνιμα εγκατεστημένη στο εξωτερικό, που τα τελευταία χρόνια περνούσε τα καλοκαίρια μαζί με τη μητέρα της στην Αστυπάλαια, μίλησε αποκλειστικά στη LiFO για το έργο της. «Η μητέρα μου ήταν ένας πολύ ειλικρινής άνθρωπος που έλεγε πάντα αυτό που νόμιζε και πίστευε. Ήταν μια γυναίκα που επαναστατούσε με την αδικία, αγαπούσε τη ζωή και παρατηρούσε με μεγάλη προσοχή ό,τι βρισκόταν γύρω της, έδινε σημασία στη λεπτομέρεια. Ήθελε όπου και αν μέναμε να δημιουργεί σχέσεις, να υπάρχει η αίσθηση της οικειότητας και να ζει τη στιγμή. Αυτό που μου έμαθε ήταν να ζω με ελευθερία, χωρίς φόβο. Ειδικά όταν ήρθαμε από το εξωτερικό και μείναμε στην Αστυπάλαια, παρόλο που δεν είχαμε χρήματα, αισθανόμασταν σαν πριγκίπισσες. Δεν είχα καινούργια ρούχα, αλλά ως παιδί που ήμουν δεν με ενδιέφερε καθόλου, ήταν θησαυρός τα χρόνια μας εκεί.
Ζούσαμε σαν νομάδες μέχρι να έρθουμε στην Αθήνα το 1987 – εγώ ήμουν έφηβη πια. Σκεφθείτε, είχαμε ζήσει σε Αμερική, Γερμανία και Αυστραλία.
Μείναμε στου Φιλοπάππου, σε ένα πολύ ωραίο σπίτι που το φτιάχναμε σιγά-σιγά, γιατί όταν το πήρε η μητέρα μου ήταν ερείπιο. Της άρεσε να περιδιαβαίνει στο κέντρο, να βλέπει τους εργάτες, τις σεξεργάτριες στα ξενοδοχεία της Αθηνάς, τους μικροπωλητές, βλέπαμε κάθε Κυριακή τον Σαμψών – αυτός ήταν ο κόσμος που ζωγράφιζε διαρκώς, παθιασμένα. Όταν επέστρεφε το βράδυ μού αφηγούνταν όλες τις ιστορίες της. Θυμάμαι ότι επέστρεφα από το σχολείο, ανέβαινα στο ατελιέ της και συζητούσαμε για ώρες. Είχαμε μια στενή σχέση, μάλιστα πολλοί νόμιζαν ότι ήμασταν αδερφές, κάτι που τη χαροποιούσε πολύ γιατί αυτήν τη στενή σχέση την είχε μόνο με τη γιαγιά της που είχε καταγωγή από το Αϊβαλί – ήταν πρόσφυγες η οικογένεια, από τη Μικρά Ασία. Νομίζω η γιαγιά της ήταν ο άνθρωπος με τον οποίο αισθάνθηκε τη πιο μεγάλη σιγουριά και αγάπη σε όλη της τη ζωή».
Η αδικία ήταν κάτι που απασχολούσε την Αλεξάνδρα Χρήστου σε όλη της ζωή, γι’ αυτό έψαχνε να ρίξει ένα βλέμμα συμπόνιας στους αδικημένους με τους οποίους ένιωθε πολύ κοντά. Επιδίωκε μέσα από το έργο της να τους δώσει φωνή και χώρο. Άρχισε να ζωγραφίζει όταν ζούσε στη Γερμανία, αφού είχε ήδη εγκαταλείψει τις σπουδές που έκανε στην Αμερική πάνω στη διοίκηση επιχειρήσεων. Είχε καταλάβει ότι δεν την ενδιέφερε το αντικείμενο και είχε κάνει ήδη κάποια μαθήματα κεραμικής, ενώ πόζαρε κάποιες φορές και ως μοντέλο. Εκεί, προφανώς, τις ώρες της ακινησίας άκουγε όσα έλεγαν οι καθηγητές στο εργαστήριο και στο Μάρμπουργκ άρχισε να πειραματίζεται με τα δικά της έργα».
«Στην Αθήνα», συνεχίζει η Σοφία, «με τις γυναίκες που συνάντησε άρχισε να αναπτύσσει τη δική της γλώσσα. Την άγγιζαν όσα συναντούσε στους δρόμους και στα στενά της πόλης. Αργότερα, επέστρεψε στα κεραμικά, μετά το 1990, αλλά δεν σταμάτησε ποτέ να σχεδιάζει».
Η Χρήστου είχε πει στην κόρη της κάτι που αποδείχτηκε προφητικό: «Ό,τι και να γίνει κράτησέ τα τα έργα γιατί, να το θυμηθείς, μια μέρα θα τα δουν». Ένιωθε πικραμένη που κανένας δεν ενδιαφερόταν για τα έργα της, οι πόρτες των γκαλερί ήταν κλειστές. Εκείνη όμως ήταν πολύ υπερήφανος άνθρωπος και όταν την απέρριψαν πληγώθηκε, έλεγε «δείχνω τη δουλειά μου, δείχνω ποια είμαι, τι βλέπω, τι ζω, τις ιστορίες μου με τους ανθρώπους, και δεν τα κοιτάζουν καν».
«Όταν πέθανε η μητέρα μου, δεν το σκέφτηκα καθόλου, τα φύλαξα όλα σε μια αποθήκη. Και τώρα είναι σαν να έχει συμβεί ένα θαύμα», περιγράφει η Σοφία. «Σκέφτομαι ότι θα ήταν πολύ περήφανη γι’ αυτό που έχει κάνει και ότι αυτά τα έργα ξεκινούν μια καινούργια ζωή. Στην αρχή ήταν δύσκολο να τα αποχωριστώ, αλλά ήρθε το πλήρωμα του χρόνου σε κάποια να πω “αντίο”». Κοιτάζοντας αυτά τα έργα ξανά, είναι σαν να ακούω όλες τις ιστορίες που μου έλεγε, σαν να ξεπροβάλλουν από τους δρόμους του Ψυρρή, την κρεαταγορά και τα καταγώγια οι γυναίκες που στέκονταν έξω από τις πόρτες των ξενοδοχείων στη Σωκράτους και την Αθηνάς, σαν οι ιστορίες τους να βγαίνουν ξανά στο φως, αποκτώντας ταυτότητα, πρόσωπο, όνομα. Έχουν πια τη δική τους ζωή, τη δική τους φωνή και μια καθηλωτική παρουσία».
Δείτε περισσότερες πληροφορίες για την έκθεση της Aλεξάνδρας Χρήστου «The gravity of desire» εδώ.