Ο πατέρας μου ήταν στο Βερολίνο με την υποτροφία της DAΑD (Γερμανική Υπηρεσία Ακαδημαϊκών Ανταλλαγών), η μητέρα μου τον ακολούθησε όταν γεννήθηκα εγώ. Ήταν και οι δύο 30 ετών. Έπειτα από έναν χρόνο τέλειωσαν τα χρήματα της υποτροφίας και η μητέρα μου έπρεπε να δουλέψει. Στην Ελλάδα είχε χούντα και αποφάσισαν να μη φύγουν, τους άρεσε η ζωή εκεί. Επειδή όμως δεν είχαν κάποια βοήθεια, με έστειλαν στην Αθήνα, στη γιαγιά μου από την πλευρά της μητέρας μου, στην Κυψέλη – με παρέδωσαν σε μία αεροσυνοδό μέσα σε ένα καλαθάκι.
• Έχω πολλές αναμνήσεις από τα χρόνια που ήμουν μικρούλα, με τη γιαγιά μου και τις θείες μου στην οδό Μαυροματαίων. Ζούσε και η προγιαγιά μου, ήταν πάνω από 90, αλλά έβλεπε να περάσει μια κλωστή από μια βελόνα. Μαζί της πήγαινα στην παιδική χαρά στο Πεδίον του Άρεως. Ωστόσο οι γονείς μου περνούσαν πολύ καιρό στην Ελλάδα, ειδικά ο πατέρας μου, οπότε όταν βρισκόταν στην Αθήνα, ήμουν συνεχώς μαζί του. Εκείνος έμενε στο παλιό εξοχικό της οικογένειάς του, στο Νέο Ηράκλειο, που το θυμάμαι σαν εξοχή, με κοκόρια, κότες και πρόβατα. Διατηρούσε εκεί το ατελιέ του, αλλά στο πίσω μέρος υπήρχε λαχανόκηπος και πλυσταριό.
Δεν ήθελα να με συγκρίνουν με τον πατέρα μου. Και ενώ η δουλειά μου είναι κάτι το εντελώς διαφορετικό, μερικές φορές διακρίνω σε φωτογραφίες μου τους ίδιους χρωματικούς συνδυασμούς με κάποια από τα έργα του. Είναι οι στιγμές που πραγματικά ανατριχιάζω.
• Λίγο αργότερα μετακομίσαμε με τη γιαγιά στη Νέα Σμύρνη, η οποία αποτέλεσε τη βάση μου τα χρόνια του σχολείου. Η ζωή μου περιστρεφόταν γύρω από έναν μεγάλο οικογενειακό ιστό αλλά και το φιλικό περιβάλλον του πατέρα μου, ενώ τις σχολικές διακοπές τις περνούσα στο Βερολίνο. Θυμάμαι στην Α’ Δημοτικού ένα επεισοδιακό ταξίδι με το Φολκσβάγκεν του πατέρα μου και τη γιαγιά μου, μες στο καταχείμωνο. Ο πρώτος μας σταθμός ήταν στη Θεσσαλονίκη, όπου κάποιος μάς χάρισε μια κουβέρτα. Μαζί μας είχαμε και μια σόμπα που, καθώς διασχίζαμε τη Γιουγκοσλαβία, αναγκαστήκαμε, εν μέσω μιας φοβερής χιονόπτωσης, να την ανάψουμε. Λόγω κακοκαιρίας, κάναμε μια εβδομάδα να φτάσουμε στο Βερολίνο.
• Ήξερα από τον πατέρα μου ότι η μητέρα του είχε σπουδάσει στο Παρίσι. Οι γονείς της την είχαν στείλει μαζί με τις δύο αδελφές της να σπουδάσουν, η γιαγιά μου Οικονομικά, η αδερφή της μόδα, η πιο μικρή αδερφή πήγαινε σχολείο. Όταν επέστρεψαν στην Αθήνα, άνοιξαν τον οίκο υψηλής ραπτικής Στάντζου. Δεν πρόλαβα να τη γνωρίσω καλά εκείνη τη γιαγιά γιατί πέθανε νωρίς, γνώρισα όμως τον παππού μου, που ήταν ένας ωραίος άνθρωπος αλλά απόμακρος. Και ο πατέρας μου φημιζόταν για την ομορφιά του και τις κατακτήσεις του. Από τους φίλους του θυμάμαι πιο πολύ τον Ταχτσή, τον Ιόλα, τον Δενέγρη, τον Γονατά, την Καίη Τσιτσέλη και τον Νίκο Παλαιολόγο που είχαν το Balthazar, όπου περνάγαμε πάρα πολύ χρόνο. Οι μνήμες που έχω από τα ατελιέ του πατέρα μου στο Νέο Ηράκλειο αλλά και στο Βερολίνο είναι χρώματα, ξύλα, εργαλεία, παρατημένοι καφέδες, αποτσίγαρα, μυρωδιά από ξυλόσομπα. Μεγάλα διαστήματα περνάγαμε και στα Βασιλικά Ευβοίας, όπου ολοκλήρωσε πολλά από τα έργα του. Εκεί ακολουθούσε μια από τις παλιότερες παρέες του, μέρος της οποίας ήτανε, αν θυμάμαι καλά, και ο Κούνδουρος και ο Δαμιανός. Περάσαμε πολλά καλοκαίρια εκεί μέχρι τα μέσα του ’70. Μετά αρχίσαμε να πηγαίνουμε στο Πήλιο, στο σπίτι φίλων των γονιών μου, σε ένα μικρό χωριό, τη Λαμπινού, όπου περνάγαμε τόσο πολύ χρόνο χειμώνα καλοκαίρι που ήθελα να ζήσω εκεί.
• Στη δικτατορία οι συζητήσεις γύρω μου ήταν πολιτικές και παρόλο που ήμουν μικρή, κάτι καταλάβαινα. Πήγαινα σε ιδιωτικό νηπιαγωγείο στην Αγία Παρασκευή και μια φορά επιστρέφοντας με το σχολικό περνούσαμε έξω από το Πεντάγωνο και με υπερηφάνεια ένας συμμαθητής μου είπε «εδώ δουλεύει ο πατέρας μου». Κι εγώ του απάντησα «δεν ξέρεις ότι εδώ είναι η φωλιά της χούντας;». Προτού καλά καλά φτάσω στο σπίτι, πήραν τηλέφωνο από το σχολείο λέγοντάς τους «μαζέψτε το παιδάκι, προτού σας μαζέψουν όλους σας». Γυμνάσιο πήγα στο Pierce, που τότε ακόμη ήταν θηλέων, αλλά δεν θα το έλεγα συντηρητικό, ίσα ίσα. Είχαμε και πάρα πολλά καλλιτεχνικά, στα οποία πρωτοστατούσα. Έχω κρατήσει όλες μου τις φίλες από το σχολείο και με μερικές μιλάμε καθημερινά όπου κι αν βρισκόμαστε. Μεγαλώνοντας δίπλα στον πατέρα μου, ακολουθούσα το μότο ότι ο καλλιτέχνης δεν έχει κοινωνική τάξη, εντάσσεται παντού. Όσο ήμουν μικρούλα τον θαύμαζα –άλλωστε ήταν ένας άνθρωπος που δεν μπορούσες παρά να τον θαυμάζεις–, αλλά αργότερα υπήρξαν και περίοδοι αμφισβήτησης. Ερχόντουσαν στιγμές που έλεγα «γιατί οι γονείς μου είναι αλλιώς, γιατί είμαστε διαφορετική οικογένεια;» κι αυτό κάπως με έκανε να αμφισβητώ και την τέχνη του πατέρα μου και όσα έκανε. Δεν κράτησε πολύ αυτή η φάση.
• Ήταν τρυφερός και πολύ γλυκός πατέρας ο Ακριθάκης. Στην εφηβεία συζητούσα μαζί του τα πάντα, και τα πρώτα μου φλερτ. Ο ίδιος ήταν πολύ ρομαντικός, είχε παντρευτεί τρεις φορές. Ο πρώτος γάμος του ήταν στο Παρίσι στα 20 του. Ο δεύτερος ήταν με τον πρώτο του έρωτα και παιδική του φίλη, αλλά ούτε αυτός ο γάμος κράτησε. Με τη μητέρα μου ήταν ο τρίτος γάμος, αλλά ουσιαστικά ο πρώτος, καθώς οι άλλοι κράτησαν ελάχιστα – ο ένας μάλιστα είχε ακυρωθεί. Δεν ήταν όμως όλα εύκολα. Ήταν ένας χαρισματικός και πολύ ευαίσθητος άνθρωπος με αγωνίες. Από κάποια ηλικία αισθάνθηκα ένα βάρος, πως, αν υπήρχε κάποιος που μπορούσε να τον βοηθήσει, θα ήμουν εγώ – έτσι τουλάχιστον μου το είχαν μεταφέρει. Όταν όμως πρόκειται για καταχρήσεις, καταλαβαίνεις σιγά σιγά πως δεν μπορείς να σώσεις έναν άνθρωπο, όσο κι αν τον αγαπάς. Είχα μεγαλώσει όταν η υγεία του είχε πια κλονιστεί, ήταν μια εμπειρία δύσκολη και βαριά, από αυτές που δεν θα ήθελα να ζήσει κανείς.
• Η μαμά μου, η Φώφη, ήταν από την Αίγυπτο. Είχε δουλέψει στις αρχές της δεκαετίας του ’60 στο γραφείο του Δοξιάδη στο Καράτσι όσο χτιζόταν το Ισλαμαμπάντ, μετά στο γραφείο του Γουλανδρή στο Λονδίνο και όταν γνώρισε τον Ακριθάκη δούλευε ως ιδιαιτέρα γραμματέας του Τομ Πάπας. Τότε της είπαν ότι δεν έπρεπε να συνδέεται με έναν επαναστατικό καλλιτέχνη – εκείνη βέβαια το αγνόησε. Λίγο αργότερα παντρεύτηκαν και τον ακολούθησε, όπως προανέφερα, στο τότε Δυτικό Βερολίνο. Το Βερολίνο ήταν ένα «νησάκι» στην Ανατολική Ευρώπη εκείνη την εποχή· η γερμανική κυβέρνηση προσπαθούσε να προσελκύσει ανθρώπους, είτε δίνοντας υποτροφίες σε ξένους καλλιτέχνες είτε απαλλάσσοντας τους Δυτικογερμανούς από την υποχρέωση της στρατιωτικής θητείας. Οι γονείς μου εγκαταστάθηκαν εκεί και η μητέρα μου αργότερα άνοιξε το Εστιατόριον, με συνεταίρους τους Βασίλη Κουράφαλο και Κώστα Κατσάμπαλη, που έγινε περισσότερο γνωστό ως Fofi’s.
Εγώ το έζησα από τα 8-9 μου μέχρι που έκλεισε. Ήταν ένας χώρος όπου μπορούσες να συναντήσεις από τον πρέσβη της Αμερικής και τον Χέλμουτ Κολ μέχρι διάσημους σκηνοθέτες του θεάτρου και του κινηματογράφου, όπως ο Βέντερς, ή Αμερικανούς σταρ που κατέφθαναν τον καιρό της Μπερλινάλε, αλλά και όλη την κοσμική κοινωνία του Βερολίνου. Οι διασημότητες δεν μου έκαναν ιδιαίτερη εντύπωση, έρχονταν πολλοί και αισθάνονταν τόσο άνετα που αν τύχαινε να γυρίζουν κάποια ταινία, έκλειναν τραπέζι για όσο διαρκούσαν τα γυρίσματα, όπως π.χ. ο Ρίτσαρντ Μπάρτον. Ωστόσο, τον Ρόμπερτ ντε Νίρο τον κοίταξα παραπάνω. Άλλωστε πολλοί από τους ηθοποιούς του σινεμά που έρχονταν ήταν τόσο απλοί, που σχεδόν δεν τους αναγνώριζες – συνέβαινε συχνά αυτό με έναν σερβιτόρο που τους έδιωχνε λέγοντας ότι δεν υπάρχει τραπέζι. Καλοί φίλοι της Φώφης ήταν ο Γιάννης Κουνέλλης, η Ρεμπέκα Χορν, ο Μπομπ Γουίλσον και ο Χάινερ Μίλερ. Το Fofi’s ήταν ένα κομμάτι της ζωής μου όσο ζούσα στο Βερολίνο, αλλά βασικά ήταν η ζωή της μητέρας μου. Σημαντικά πράγματα που ακούς και βλέπεις τα καταλαβαίνεις πολύ αργότερα, καταλαβαίνεις ότι έχεις εισπράξει κάτι για την τέχνη και τη ζωή σου. Είχα αρχίσει να σπουδάζω φωτογραφία και μια βραδιά που διάβαζα θεωρητικά με μια συμφοιτήτριά μου, πέτυχα εκεί τον Χέλμουτ Νιούτον, ο οποίος μας είπε: «Τι κάθεστε και διαβάζετε; Βγείτε έξω, ζήστε».
• Είχα αποφασίσει νωρίς ότι δεν ήθελα να γίνω καλλιτέχνης και μετά το σχολείο έφυγα στο Βερολίνο για να σπουδάσω αρχικά γραφιστική. Μεταπήδησα στα νέα μέσα και στη φωτογραφία. Παρόλο που συγκατοικούσα για πρώτη φορά με τη μητέρα μου, βίωνα το δικό μου Βερολίνο. Δύο χρόνια αφότου έφτασα, έπεσε το Τείχος. Θυμάμαι τη βραδιά εκείνη ως μια μοναδική εμπειρία. Ήταν μια αναπάντεχη εξέλιξη που κανένας δεν περίμενε, παρόλο που εβδομάδες νωρίτερα υπήρχαν κινητοποιήσεις και οι Ανατολικογερμανοί είχαν αρχίσει να εγκαταλείπουν τη χώρα τους κυρίως μέσω των πρεσβειών στην Ανατολική Ευρώπη.
Εγώ πίστευα ότι ήταν η μόνη λύση, αλλά οι Βερολινέζοι φίλοι μου το θεωρούσαν αδιανόητο, παρόλο που το συζητούσαμε. Βρισκόμουν με μια παρέα στο Κρόιτσμπεργκ και στην επιστροφή με το αυτοκίνητο είχε κίνηση και πολύ κόσμο στους δρόμους. Κατάλαβα ότι κάτι συνέβαινε, ότι είχε συμβεί κάτι πολύ δραματικό. Πηγαίνω στο Εστιατόριον και το βρίσκω κλειστό, είχαν φύγει όλοι. Η μητέρα μου ήταν από τους πρώτους που το έμαθαν, καθώς εκείνο το βράδυ ήταν εκεί ένας πολιτικός στον οποίο έφτασε η είδηση. Έτρεξα στην Πύλη του Βρανδεμβούργου όπου είχαν μαζευτεί οι πάντες. Η πόλη βρισκόταν σε κατάσταση ευφορίας για εβδομάδες. Ο κόσμος σκαρφάλωνε στο Τείχος και έκοβε κομμάτια του. Ήταν πάρα πολύ συγκινητικό και πολύ ωραίο να το ζεις.
• Σύντομα άνοιξαν πολλά underground μαγαζιά στη ζώνη μεταξύ πρώην Δυτικού και πρώην Ανατολικού. Έμπαινες σε παράξενες πόρτες στα χαλάσματα ή κατέβαινες μέσα από καταπακτές σε παλιά καταφύγια. Ήταν μια μεταβατική φάση με πολλή ζωή, εκθέσεις, θέατρο, συναυλίες και πολλούς επισκέπτες, μια πόλη σε αναβρασμό. Έμεινα στο Βερολίνο μέχρι το 1994 και έζησα την εξέλιξη, δούλεψα στη διοργάνωση μεγάλων εκθέσεων στο Μartin Gropius Bau. Αργότερα, η πρώτη διαφημιστική εταιρεία στην οποία δούλεψα ήταν επάνω στο Checkpoint Charlie. Η πόλη και οι σχέσεις Ανατολικών - Δυτικών μετά την πρώτη φάση ευφορίας πέρασαν από πολλά στάδια και χρειάστηκε αρκετός καιρός για να ισορροπήσουν. Τώρα δεν βλέπεις καμία διαφορά.
• Λίγο προτού τελειώσω τη σχολή, το 1993, πήραμε με τη φίλη μου την Τζένη το νυχτερινό τρένο και πήγαμε στην Πράγα. Φτάσαμε ξημερώματα και όλη τη μέρα διασχίσαμε απ’ άκρη σ’ άκρη ολόκληρη την πόλη. Το μεσημέρι καθίσαμε στο κάστρο από όπου έχεις πανοραμική θέα και γύρισα και της είπα: «Είναι το ομορφότερο μέρος που έχω δει στη ζωή μου, εδώ θέλω να ζήσω». Το βράδυ επιστρέψαμε καταταλαιπωρημένες πίσω στο Βερολίνο. Μια μέρα πριν από το ταξίδι είχα βγει για καφέ με κάποιον που μόλις είχα γνωρίσει, που επειδή ήξερε ότι πήγαινα στην Πράγα, μου είχε χαρίσει έναν οδηγό της αρχιτεκτονικής της. Άρχισα να βγαίνω μαζί του και πολύ γρήγορα αποφασίσαμε να παντρευτούμε. Έναν χρόνο μετά, εργαζόταν σε τράπεζα της Φρανκφούρτης και του πρότειναν μια δουλειά στην Πράγα. Ήταν κάρμα. Αμέσως μετά τον γάμο μας μετακομίσαμε εκεί και κατά κάποιον τρόπο ακόμα εκεί είμαστε. Λίγο μετά πέθανε ο πατέρας μου και φυσικά δεν ήταν εύκολη στιγμή για εμένα. Η δουλειά στη διαφήμιση ξαφνικά δεν είχε κανένα νόημα και έτσι πήγα στο FAMU, τη γνωστή σχολή φιλμ και φωτογραφίας της Πράγας, τα σχέδιά μου όμως άλλαξαν γρήγορα: έμεινα έγκυος και αφοσιώθηκα στον ρόλο της μητέρας. Σαν να ήθελα να «επανορθώσω», ήθελα να μεγαλώσω εγώ τα παιδιά μου σε ένα ζεστό οικογενειακό περιβάλλον: τρία παιδιά, δύο σκυλιά, μία γάτα και ένα σπίτι γεμάτο φίλους. Παράλληλα φωτογράφιζα. Τα θέματά μου τα αντλούσα από την καθημερινότητά μου, αλλά φωτογράφιζα και γάμους και εκδηλώσεις.
• Επισκεπτόμασταν συχνά τη Φώφη στο Βερολίνο, ενώ τα καλοκαίρια τα περνούσαμε στην Ελλάδα. Ήταν σημαντικό για μας τα παιδιά μας να μιλάνε ελληνικά και να έχουν ένα σημείο αναφοράς στην Ελλάδα, αν και πια έχουν σκορπίσει σε Λονδίνο, Αμβούργο, Πράγα. Έρχονται κι αυτά με τις δικές τους παρέες και οικογένειες. Δεν γνώρισαν τον Αλέξη, αλλά τον έμαθαν μέσα από τις διηγήσεις της Φώφης, η οποία αγαπούσε πάρα πολύ τα εγγόνια της, ίσως γιατί δεν έζησε εμένα ως παιδί. Η μητέρα μου πέθανε ξαφνικά από έναν πολύ επιθετικό καρκίνο. Ήταν σοκ, γιατί ήταν ένας δυναμικός και πολύ ζωντανός άνθρωπος μέχρι εκείνη τη στιγμή. Είχε κλείσει το κεφάλαιο Βερολίνο και ζούσε πια στην Ελλάδα.
• Πριν από δεκαπέντε χρόνια έκανα την πρώτη μου ατομική έκθεση. Έπρεπε να με σπρώξουν λίγο, γιατί ένιωθα βαριά κληρονομιά το όνομά μου. Ζήτησα πρώτα τη γνώμη του Ντένη Ζαχαρόπουλου, δεν ήθελα να με συγκρίνουν με τον πατέρα μου. Και ενώ η δουλειά μου είναι κάτι το εντελώς διαφορετικό, μερικές φορές διακρίνω σε φωτογραφίες μου τους ίδιους χρωματικούς συνδυασμούς με κάποια από τα έργα του. Είναι οι στιγμές που πραγματικά ανατριχιάζω. Έτσι έκανα τις δύο πρώτες μου ατομικές εκθέσεις συγχρόνως στην Πράγα και στην Αθήνα. Ακολούθησαν κι άλλες. Μετά τον θάνατο της Φώφης άλλαξε πάλι κάτι στη ζωή μου. Ήταν σαν να ενηλικιώθηκα, παρόλο που είχα ενήλικα παιδιά. Πήρα την απόφαση να ασχοληθώ ενεργά με το έργο του πατέρα μου, αλλά και με την τέχνη γενικά.
• Παρακολούθησα κύκλους μαθημάτων για τη διαχείριση του artist estate καθώς και για επιμέλεια εκθέσεων στην Καλών Τεχνών στο Βερολίνο. Από τη μία μεριά ένιωθα την υποχρέωση απέναντι στον πατέρα, αλλά μου αρέσει η επιμέλεια και η οργάνωση εκθέσεων, θέλω να δουλεύω με ανθρώπους που με συμπληρώνουν και μου μαθαίνουν κάτι. Αυτή η απασχόληση και η αναζήτηση ενός χώρου για τη στέγαση του Αρχείου Ακριθάκη με έκανε να ξαναγνωρίσω την Αθήνα έπειτα από 30 χρόνια και με έφερε γρήγορα σε επαφή με τα καλλιτεχνικά δρώμενα της πόλης. Η ιδέα της αναδρομικής στο Μπενάκη μπήκε ύστερα από μια συζήτηση με τη Δέσποινα Γερουλάνου το 2018. Κάναμε το 2019 το «Τσίκι-τσίκι» με τον Αλέξιο Παπαζαχαρία, μετά μεσολάβησε ο Covid, και έτσι φτάσαμε στο 2026 για να μπορέσει να γίνει η τωρινή έκθεση. Αυτό έκανε καλό και στην έκθεση και σε εμένα, που έχω ωριμάσει. Έδωσε χρόνο για την έκδοση των ημερολογίων του πατέρα μου, ένα βιβλίο που σε βάζει στο κλίμα και στη σκέψη του και κατά κάποιον τρόπο συμπληρώνει τη φετινή έκθεση. Συγκεντρώσαμε το υλικό για τον τόμο, ο οποίος περιλαμβάνει πάνω από 380 έργα, φωτογραφίες καθώς και πολλά και διαφορετικά κείμενα και αρχειακό υλικό που καλύπτουν όλο το φάσμα της καλλιτεχνικής πορείας του. Η έκθεση και η έκδοση, εκτός από πολύ μεγάλο άγχος, μου έχουν δώσει και πολύ μεγάλη χαρά.
• Στο σπίτι της Αθήνας έχω συγκεντρώσει θραύσματα μιας ζωής με πράγματα των γονιών μου και ό,τι άλλο έχω μαζέψει. Μου αρέσει, όπου βρίσκομαι, να ζω στο κέντρο, να μπορώ να πάω παντού με τα πόδια. Η ζωή μου στην Αθήνα κοινωνικά είναι πιο έντονη από οπουδήποτε. Μου αρέσει πολύ να έχω φίλους γύρω μου, να μαγειρεύω, και στον χώρο του αρχείου οργανώνω μικρές εκθέσεις. Αλλά υπάρχει πάντα μια βάση στην Πράγα όπου επιστρέφω για περισυλλογή, για να ηρεμήσω, για να μαζευτούμε με τα παιδιά και να γεμίσω μπαταρίες. Τα τελευταία χρόνια επιστρέφω συχνά και στο Βερολίνο, για δουλειά ή οικογενειακούς λόγους, και κάθε φορά αισθάνομαι σαν να γυρνάω σπίτι.
Η Χλόη Ακριθάκη συνεπιμελείται με τον Αλέξιο Παπαζαχαρία την έκθεση «Αλέξης Ακριθάκης. Μια γραμμή κύμα» στο Μουσείο Μπενάκη (Πειραιώς 138), που θα διαρκέσει μέχρι τις 24 Μαΐου 2026.
Βρείτε περισσότερες πληροφορίες για την εικαστική έκθεση «Αλέξης Ακριθάκης. Μια γραμμή κύμα» εδώ.
Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO.