Το AI φιλί του Δημήτρη Παπαϊωάννου και του Θεόδωρου Κουρεντζή που έκανε την ομοφοβική Ελλάδα να αποκαλυφθεί
Υπάρχουν εικόνες που δεν χρειάζεται να είναι αληθινές για να ταράξουν μια χώρα. Αρκεί να δείχνουν κάτι που η χώρα δεν αντέχει να φανταστεί.
Την Κυριακή, ένα AI φιλί ανάμεσα στον Δημήτρη Παπαϊωάννου και τον Θεόδωρου Κουρεντζή που ανάρτησε ο Παπαϊωάννου έκανε κάτι που κανένα δελτίο Τύπου, καμία παράσταση, καμία δημόσια συζήτηση δεν τόλμησε εδώ και χρόνια: έδωσε σώμα σε μια πιθανότητα. Και οι άνθρωποι αντέδρασαν σαν να τους έκλεψες το σενάριο της πραγματικότητάς τους.
Στα σχόλια κάτω από το post στο official page του Παπαϊωάννου ανάμεσα σε συγκίνηση, ειρωνεία, ηθικολογία και την γνώριμη ελληνική, ωμή ομοφοβία συνέβη το πραγματικό έργο: μια κοινωνία φανερώθηκε όπως είναι. Φοβισμένη μπροστά στην τρυφερότητα δύο ανδρών με κύρος. Αμήχανη μπροστά στην ιδέα ότι η τέχνη δεν είναι μόνο σκηνή, αλλά και σώμα. Ανίκανη να διαχειριστεί το ενδεχόμενο ότι η επιθυμία, ακόμα και ως αστείο, ακόμη και ως AI, έχει πολιτικό βάρος.
Γιατί δεν τους ενόχλησε το AI. Τους ενόχλησε ότι η εικόνα θα μπορούσε να είναι αληθινή.
Και ξαφνικά, μέσα σε μια χώρα που ξέρει να χειροκροτά τα σώματα μόνο όταν είναι βιδωμένα στη σκηνή, ένα ψηφιακό φιλί αποκάλυψε όλη την κρυμμένη γεωγραφία του φόβου: το άγχος για την ανδρική αξιοπρέπεια, την ανάγκη να μείνει η οικειότητα στο σκοτάδι, την ανικανότητα να δούμε δύο άνδρες χωρίς να τους επιβάλλουμε τον ρόλο του συμβόλου.
Ίσως τελικά το μόνο «ανεύθυνο» δεν ήταν η εικόνα. Ήταν το πόσο γρήγορα ξεγύμνωσε όσα αποφεύγουμε να πούμε: ότι ο έρωτας μεταξύ ανδρών εξακολουθεί να θεωρείται προσβολή, ότι το κύρος ακόμη φυλάσσεται με όρους ετεροκανονικής πειθαρχίας, ότι η τρυφερότητα τρομάζει πιο πολύ από την πρόκληση.
Και κάπως έτσι, ένα φιλί που δεν υπήρξε έγινε το πιο αληθινό καθρέφτισμα που είδαμε εδώ και καιρό. Όχι για το θέατρο, ούτε για την τέχνη. Αλλά για εμάς.
Κανονικά το 2026 δεν θα έπρεπε να ενοχλεί ένα φιλί μεταξύ ανδρών. Με ενοχλεί όμως ο τρόπος που ένα φιλί μπορεί να χωρίσει μια κοινωνία στα δύο, όχι επειδή συνέβη, αλλά επειδή θα μπορούσε να συμβεί. Στην Ελλάδα, η επιθυμία πάντα λειτουργούσε σαν σκιά. Επιτρέπεται μόνο όταν δεν αγγίζει κανέναν: στα ανέκδοτα, στις υπερβολές της τηλεόρασης, στα camp περάσματα που τα γελάμε για να μην τα φοβηθούμε. Όμως την Κυριακή, μια εικόνα δύο αντρών που φιλιούνται, ψηφιακή, άυλη, τίποτα περισσότερο από ένα queer παιχνίδι, άνοιξε πάλι μια πόρτα που προσποιούμαστε ότι είναι κλειστή εδώ και δεκαετίες.
Το συγκλονιστικό δεν ήταν η εικόνα. Ήταν οι αντιστάσεις που ξύπνησε: η βιασύνη να δηλωθεί ότι ο μαέστρος «δεν είναι gay», η αγωνία να προστατευθεί η «αξιοπρέπεια» ενός άντρα που θεωρείται πνευματικός, η μικρή ή μεγάλη φρίκη όσων δεν αντέχουν να δουν δύο male bodies σε τρυφερότητα, ακόμη κι αν αυτά τα σώματα δεν υπήρξαν ποτέ στην εικόνα.
Μου έκανε εντύπωση πόσοι άνθρωποι έσπευσαν να υπερασπιστούν μια καθαρότητα. Την καθαρότητα του ανδρισμού, την καθαρότητα της τέχνης, την καθαρότητα της δημόσιας εικόνας. Λες και το φιλί απειλούσε μια ισορροπία που οι ίδιοι κρεμούν πάνω σε μια λεπτή κλωστή. Λες και η τρυφερότητα είναι πιο επικίνδυνη από την εξουσία.
Το AI απλώς έκανε ορατό κάτι που ήδη υπήρχε: τον φόβο ότι οι άντρες με κύρος μπορούν να είναι κι αυτοί σώματα, όχι μόνο σύμβολα. Ότι μπορούν να είναι υλικοί, τρυφεροί, ανθρώπινοι. Ότι ο θαυμασμός δεν καταρρέει όταν ένα ανδρικό πρόσωπο αγγίζει ένα άλλο ανδρικό πρόσωπο , αλλά για κάποιο λόγο, αυτή η κοινωνία το ζει σαν απειλή.
Το πραγματικό έργο, όχι αυτό της Λυρικής αλλά αυτό των ανθρώπων κάτω από το post αποκάλυψε κάτι βαθύτερο: στις πιο «πνευματικές» εκδοχές του, το δήθεν προοδευτικό κοινό εξακολουθεί να φέρεται στην επιθυμία σαν σε ενοχλητικό θόρυβο. Θέλει την τέχνη ασώματη, καθαρή, αποστειρωμένη. Θέλει τους δημιουργούς σε κάποια απόσταση από τον εαυτό τους: λαμπερούς αλλά αμίλητους, ριζοσπαστικούς αλλά ακίνδυνους.
Κι όμως, όλη η ιστορία της τέχνης και ειδικά η ιστορία των σωμάτων επί σκηνής λέει ακριβώς το αντίθετο: τίποτα σημαντικό δεν γεννήθηκε ποτέ χωρίς την παραβίαση ενός ορίου. Χωρίς την είσοδο της επιθυμίας στο δωμάτιο.
Το AI φιλί του Παπαιωάννου και του Κουρεντζή ξέφυγε από τον έλεγχο όχι επειδή ήταν προβοκατόρικο, αλλά επειδή ήταν αθώο. Και η αθωότητα, όταν εκτίθεται σε κοινωνίες που έχουν μάθει να φοβούνται τον εαυτό τους, γίνεται επικίνδυνη. Τους τρόμαξε η πιθανότητα. Τους τρόμαξε η εικόνα που δεν μπορούσαν να τοποθετήσουν σε κουτί. Τους τρόμαξε ένα βλέμμα που δεν ήξεραν σε ποιον ανήκει.
Ίσως τελικά αυτό είναι το μόνο που πέτυχε η εικόνα: να υπενθυμίσει ότι η επιθυμία δεν χρειάζεται να είναι πραγματική για να είναι πολιτική. Φτάνει να εμφανιστεί. Φτάνει να πάρει μορφή έστω ψηφιακή, έστω επισφαλή, έστω αστεία για να αποκαλύψει όλες τις κρυφές ρωγμές μιας κοινωνίας που παλεύει ακόμη να συμφιλιωθεί με το ίδιο της το σώμα.
Και μέσα σε αυτή τη ρωγμή, για μια στιγμή, φάνηκε κάτι που η Ελλάδα ξεχνάει συχνά: ότι η τέχνη δεν έχει υποχρέωση να προστατεύει την εικόνα μας. Έχει υποχρέωση να προστατεύει την αλήθεια μας, ακόμη κι όταν αυτή εμφανίζεται με τη μορφή ενός φιλιού που δεν συνέβη ποτέ.
Αν κοιτάξει κανείς προσεκτικά το τοπίο των τελευταίων ετών, θα δει ότι η ελληνική κοινωνία δεν φοβάται την πρόκληση· φοβάται την τρυφερότητα. Την πρόκληση μπορεί να την καταναλώσει, να την σχολιάσει, να την εντάξει στο γνωστό της θέατρο. Η τρυφερότητα, όμως, ειδικά η τρυφερότητα ανάμεσα σε δύο άντρες, έρχεται χωρίς άμυνες. Δεν έχει ειρωνεία, δεν έχει απόσταση, δεν έχει άλλοθι. Έρχεται σαν κάτι που λέει το αδιανόητο: ότι ο άντρας δεν είναι μόνο ρόλος· είναι σώμα.
Αυτό το AI φιλί λειτούργησε ως μικρογραφία ενός πολύ μεγαλύτερου πολιτισμικού ρήγματος: της μετάβασης από μια εποχή όπου η queer εικόνα λειτουργούσε ως εξαίρεση σε μια εποχή όπου η queer εικόνα ζητά να τοποθετηθεί στο κέντρο όχι ως πρόκληση, αλλά ως πραγματικότητα. Γι’ αυτό και τα σχόλια ήταν τόσο «μιχτά»: ανάμεσα στην ωμή ομοφοβία και την υψηλή αισθητικολογία, υπήρχε μια υπόκωφη ένταση. Τι γίνεται όταν η εικόνα, ακόμη κι αν είναι ψεύτικη, αναγκάζει το βλέμμα μας να δει κάτι που δεν θέλαμε να παραδεχτούμε;
Η queer ιστορία το ξέρει καλά: ποτέ δεν χρειάστηκε να είναι αληθινή για να είναι απειλητική. Αρκούσε μια υπόνοια, μια πόζα, ένα άγγιγμα, μια σκιά στο φως.
Το φιλί Παπαϊωάννου–Κουρεντζή (ή μάλλον: το φάντασμα του φιλιού τους) εντάσσεται σε αυτή την παράδοση της εικονικής διατάραξης: εκεί όπου το σώμα δεν υπόσχεται τίποτα, αλλά αποκαλύπτει τα πάντα. Δεν είδαμε δύο άντρες να φιλιούνται· είδαμε μια κουλτούρα να καταρρέει μπροστά στο ενδεχόμενο ότι η ανδρική οικειότητα δεν είναι πια ανέκδοτο, ούτε σκάνδαλο, ούτε κάτι που πρέπει να δικαιολογηθεί.
Στην queer εικονογραφία, τέτοιες εικόνες λειτουργούν σαν τελετουργικές χαραμάδες: η πραγματικότητα ανοίγει για λίγο και μπαίνει μέσα το μέλλον. Ένα μέλλον όπου η επιθυμία δεν χρειάζεται άδεια, όπου οι δημιουργοί δεν χρειάζεται να υπηρετούν ρόλους, όπου το φίλημα ακόμη και το artificial δεν φορτώνεται τόσα άγχη.
Και ίσως το πιο ενδιαφέρον δεν είναι ότι οι άνθρωποι παρεξηγήθηκαν. Είναι ότι κατάλαβαν. Διαισθητικά, ενστικτωδώς, σχεδόν σωματικά. Κατάλαβαν ότι η εικόνα δεν τους έδειχνε κάτι «απίθανο», αλλά κάτι πιθανό. Και αυτή η πιθανότητα ήταν αρκετή για να ανάψει όλα τα συστήματα συναγερμού μιας κοινωνίας που φοβάται αυτό που ήδη υπάρχει μέσα της.
Στο τέλος μένει μόνο το σώμα. Όχι το πραγματικό, ούτε το ψηφιακό αλλά το σώμα ως χώρος όπου συναντιούνται όσα δεν ξέρουμε να πούμε. Ένα φιλί που δεν συνέβη, δυο άντρες που ίσως δεν αγγίχτηκαν ποτέ έτσι, και μια κοινωνία που παλεύει ακόμη να αποφασίσει τι δικαιούται να την αγγίζει.
Κι όμως, κάτι αληθινό συνέβη. Για λίγα δευτερόλεπτα, η εικόνα έδωσε μορφή στην πιο απαγορευμένη μας τρυφερότητα: την τρυφερότητα που δεν ζητά εξηγήσεις, δεν ζητά ετικέτες, δεν ζητά ετεροκανονική άδεια.
Εκεί βρίσκεται το μεταφυσικό: ότι μια εικόνα χωρίς ύλη μπόρεσε να αποκαλύψει όλη την ύλη της ψυχής μιας χώρας. Και εκεί βρίσκεται το σωματικό: ότι κάθε κοινωνία, όσο και αν το αρνείται, διαμορφώνεται από τα φιλιά που δεν τολμάει να δει.
Ίσως αυτό είναι το πραγματικό ρέκβιεμ: όχι η τελευταία παράσταση στη Λυρική, αλλά ο αποχαιρετισμός ενός κόσμου που επιμένει να φοβάται την οικειότητα. Γιατί το φιλί, ακόμη κι όταν δεν είναι αληθινό, μένει πάντα μια υπόσχεση: ότι κάποτε θα γίνουμε αυτό που δείχνουμε. Και ότι η εικόνα, πριν από εμάς, το έχει ήδη πιστέψει