ΠΡΟΣΠΑΘΟΥΣΑ μέσα στις γιορτές να κλείσω δυο εισιτήρια για μια παράσταση που ξεκινάει αρχές Φλεβάρη και θεωρείται από τις καλύτερες που ανεβαίνουν φέτος στην Αθήνα. Παρότι είχα δύο ολόκληρους μήνες περιθώριο, δυσκολεύτηκα πολύ να βρω δυο θέσεις στις οποίες να μη χρειάζεσαι περισκόπιο ή κιάλια για να βλέπεις τι συμβαίνει στη σκηνή, και βέβαια ήταν σε μέρα που δεν θα επέλεγα αν είχα τη δυνατότητα. Πάλι καλά, σκέφτηκα, αν αργούσα λίγο ακόμα, πιθανότατα θα σκόνταφτα στον γνωστό εφιάλτη, ότι δηλαδή (και αυτή) η παράσταση είναι sold out.
Δεν στάθηκα, ωστόσο, εξίσου τυχερός όταν, πάλι μέσα στις γιορτές, αμέλησα να βγάλω έγκαιρα εισιτήριο για διάσημη ξένη DJ που εμφανίζεται σε γνωστό κλαμπ του κέντρου, επίσης τον Φλεβάρη, αλλά προς τα μέσα του μήνα. Ήδη αρχές Γενάρη είχαν εξαφανιστεί όλα τα early bird εισιτήρια, όπως και τα στοιχειωδώς οικονομικά – τα λίγα που απέμεναν ήταν πανάκριβα, τύπου σχεδόν δύο μεροκάματα, και παρότι η τύπισσα είναι εγγύηση, αποφάσισα ότι όχι, δεν θα άξιζε να δώσω τόσα ακόμα κι αν μου περίσσευαν, χώρια που την έχω ξαναδεί. Δεν ασχολήθηκα έκτοτε, αλλά στοιχηματίζω ότι είναι ήδη κι αυτή sold out. Σε όλο αυτό συμβάλλει και το επιθετικό promotion, τύπου «θα γίνει χαμός, οπότε βγάλε το εισιτήριο χτες, γιατί, αύριο, μπαρμπούτσαλα».
Αφότου «εφευρέθηκε» η ηλεκτρονική κράτηση εισιτηρίων και θέσεων, το ξαφνικό, το απρόβλεπτο, το απρογραμμάτιστο που θα μπορούσε να «νοστιμίσει» μια έξοδο κοντεύουν να τεθούν εκτός νόμου!
Θα μου πεις, σε τόσο περιζήτητα δρώμενα τι περιμένεις, δικέ μου, εννοείται ότι τα εισιτήρια θα γίνουν ανάρπαστα. Όμως η… «τυραννία» του sold out δεν περιορίζεται στα «πρώτης γραμμής» events, ούτε μόνο στις top θεατρικές παραστάσεις, τις συναυλίες, τα πάρτι και τις λοιπές μουσικές εκδηλώσεις, για κάποιες από τις οποίες πρέπει να κλείσεις έως και τρεις μήνες νωρίτερα αν θες να πεις «ήμουν κι εγώ εκεί». Αν, τώρα, σπάσει ο διάολος το ποδάρι του και λόγοι ανωτέρας βίας σε εμποδίσουν να παραστείς γιατί σε τρεις μήνες από τώρα κανείς δεν μπορεί να προβλέψει τι θα γίνει, πρόβλημά σου.
Σε εστιατόρια, μπιστρό και ταβέρνες, ακόμα και αν δεν συγκαταλέγονται στα πρώτα ονόματα, σε σινεμά ακόμα, ειδικά όταν παίζουν blockbuster –παρότι στη μεγάλη οθόνη το «κακό» είναι πιο περιορισμένο, ένεκα που ταινίες βλέπεις και στη μικρή–, αν δεν έχεις ήδη κλείσει θέση από πριν, το πιθανότερο είναι να φας πόρτα ή, στην καλύτερη περίπτωση, να κάνεις τον πορτιέρη στην τουαλέτα αν δεν σε βολέψουν κάπου στην «εξορία». Και εννοείται ότι το ίδιο ισχύει για εκδρομές και ταξίδια με αεροπλάνα, πλοία, λεωφορεία και τρένα, όπου η προκράτηση θέσεων εφαρμοζόταν βέβαια από παλιά, ποτέ όμως σε τόσο απόλυτα μεγέθη, μια και δεν είχαμε καθένας και καθεμιά την ευκολία ανά πάσα στιγμή να κλείσουμε θέση μέσω του λάπτοπ ή του smartphone μας. Υπάρχουν οπωσδήποτε και τα παραπλανητικά sold out, οι λεγόμενοι «κράχτες»∙ αν, έπειτα, παρουσιάζεις μια παράσταση για δύο εβδομάδες, ας πούμε, σε έναν χώρο με είκοσι-τριάντα καθίσματα, κάτι όχι σπάνιο, μόνο οι φίλοι και οι γνωστοί να έρθουν σίγουρα θα «ξεπουλήσει», αυτό όμως είναι μια άλλη συζήτηση.
Γιατί τα γράφω όλα αυτά; Διότι κατά γενική ομολογία, καθώς δεν πρόκειται βέβαια μόνο για δική μου διαπίστωση, αυτό που ζούμε με την κατάσταση αυτή όπως έχει διαμορφωθεί τα τελευταία χρόνια και στην Ελλάδα –γιατί σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες αυτό αποτελεί «κεκτημένο» δεκαετιών, θυμάμαι μάλιστα που κοροϊδεύαμε παλιότερα όσους κανόνιζαν ακόμα και τις διακοπές τους έναν ολόκληρο χρόνο πριν– είναι ο «θάνατος» του αυθόρμητου, του τυχαίου, του στιγμιαίου. Και δεν αναφέρομαι στα ταξίδια, αυτό είναι το λιγότερο, αλλά στο ότι δεν μπορείς πια να πεις «απόψε θα πάω στην τάδε παράσταση ή τη δείνα συναυλία γιατί έτσι μου κάπνισε»: αφότου «εφευρέθηκε» η ηλεκτρονική κράτηση εισιτηρίων και θέσεων, το ξαφνικό, το απρόβλεπτο, το απρογραμμάτιστο που θα μπορούσε να «νοστιμίσει» μια έξοδο κοντεύουν να τεθούν εκτός νόμου! Συμβαίνουν έτσι καμιά φορά διάφορα ευτράπελα: φίλος που είχε κλείσει εισιτήριο για ροκ συναυλία κάνα δίμηνο πριν… απλώς ξέχασε να πάει την προγραμματισμένη μέρα (ούτε εγώ θα το θυμόμουν τόσο καιρό μετά, αν δεν το είχα σημειώσει), χάνοντας έτσι και το live και τα χρήματα που κατέβαλε.
Καταλαβαίνω φυσικά ότι έχουν αλλάξει οι εποχές κι αυτό ισχύει γενικότερα. Εδώ το τυχαίο και το αυθόρμητο κοντεύουν να εκλείψουν μέχρι και στις ερωτικές γνωριμίες, αφού κι αυτές πια γίνονται κυρίως μέσα από τις σχετικές ηλεκτρονικές εφαρμογές. Έτσι όπως πάει το πράγμα, οι νεότερες γενιές ειδικά δεν θα έχουν ιδέα πώς είναι να φλερτάρεις «ζωντανά», σε πραγματικό χρόνο – εδώ ακόμα και στα μπαρ «ψάχνονται» πια μέσα από τις εφαρμογές αντί μέσα από τα βλέμματα. Ούτε και εξιδανικεύω, καθώς και στις προ ίντερνετ εποχές έπρεπε να στηθείς σε ουρές για να εξασφαλίσεις θέση ή εισιτήριο αν δεν είχες «μέσο». Είναι οπωσδήποτε τεράστια ευκολία το να μπορείς να τα κάνεις όλα αυτά πατώντας απλώς δυο-τρία κουμπιά, αλίμονο. Μου λείπει, όμως, καμιά φορά –και δεν είμαι, νομίζω, ο μόνος– αυτό ακριβώς που ανέφερα και νωρίτερα, το να θελήσεις να πας κάπου ένα βράδυ, έτσι, για την καύλα σου, και να το κάνεις, χωρίς το άγχος ότι αν δεν έχεις κλείσεις εισιτήριο, θέση ή τραπέζι από… πρόπερσι, θα μείνεις με τη χαρά.