ΠΑΡΑΜΟΝΗ ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑΣ σε επαρχιακό νοσοκομείο. Τα «καλή χρονιά» που φτάνουν αδύναμα ως εδώ έχουν αντικατασταθεί από τα «καλή αποκοπή», μια παραδοσιακή ευχή που λένε οι ντόπιοι, πολύ πιο ταιριαστή για ένα μέρος όπου οι άνθρωποι υποφέρουν.
«Αποκοπή, η τελευταία ημέρα καθ' ήν αποκόπτεται το έτος», γράφουν τα Νεοελληνικά Ανάλεκτα του Παρνασσού. «Καλή αποκοπή» σημαίνει πως δεν καλωσορίζεις απλώς τον καινούργιο χρόνο, αλλά εύχεσαι κιόλας να απαλλαγείς οριστικά από όσα έφερε μαζί του ο παλιός, να πετάξεις από πάνω σου όλα τα βάρη, τον πόνο, τη θλίψη, τα βάσανα, τις αναποδιές, όλα όσα θες να ξεχάσεις, και να μπεις καινούργιος και αναγεννημένος στη νέα χρονιά.
Παραμονή Πρωτοχρονιάς σε επαρχιακό νοσοκομείο. Θα μπορούσε έτσι να ξεκινά κι ένα διήγημα του Τσέχοφ. Το σκηνικό στην υποδοχή της Παθολογικής Κλινικής, που λειτουργεί και ως Καρδιολογική, έχει στηθεί. Ένα καχεκτικό χριστουγεννιάτικο δεντράκι, μια φτωχική φάτνη και μερικά λαμπιόνια προσπαθούν με κόπο να θυμίσουν πως έχουμε γιορτή.
Μόνο όταν έρχεσαι πρόσωπο με πρόσωπο με τα μεγάλα μυστήρια αρχίζεις να καταλαβαίνεις τι είναι η ζωή, μέχρι τότε ίσα που έχεις πάρει μυρωδιά. Αλλά και πάλι, είσαι ακόμα στην αρχή.
Οι πάνω όροφοι ανακαινίζονται και το νοσοκομείο είναι περιτριγυρισμένο από σκαλωσιές. Οι ασθενείς παρατηρούν από τα παράθυρα τους εργάτες να δουλεύουν. Πώς να μη νιώθουν έπειτα και οι ίδιοι πως βρίσκονται σε αναστήλωση; Ο μουντός χειμωνιάτικος καιρός της παραμονής είναι μια ανακούφιση. Οι λιακάδες δείχνουν παράταιρες μέσα στους θαλάμους, κανείς δεν αντέχει τον ήλιο. Στην απέναντι πλευρά της πτέρυγας, βρίσκονται τα πιο προνομιούχα –ή και όχι– δωμάτια. Οι νοσηλευόμενοι εκεί αντικρίζουν τη θέα της γκρίζας λιμνοθάλασσας, με τις αγριόπαπιες να διασχίζουν τα νερά. Πόσοι από αυτούς θα δουν, άραγε, ξανά τη θάλασσα; Πόσοι θα ζουν μέχρι την άνοιξη; Πόσοι θα προλάβουν να δουν και το 2026 να «αποκόπτεται»;
Οι περισσότεροι ασθενείς είναι υπέργηροι. Κοιτούν αποσβολωμένοι, με άδειο βλέμμα, όταν δεν είναι συνδεδεμένοι σε μηχανήματα. Οι ευχές δεν φτάνουν μέχρι τα δωμάτια, ξεθυμαίνουν στους διαδρόμους. Ποιος να τολμήσει να τις ξεστομίσει; Δίπλα τους οι εξουθενωμένοι συνοδοί, απλωμένοι σε καρέκλες και κρεβάτια. Κι οι νοσοκόμες περιφέρονται με εκείνη τη χαρακτηριστική αδιαπέραστη επαγγελματική αταραξία, χειρίζονται με άνεση τα σκελετωμένα σώματα και τους μιλούν τρυφερά, σαν να απευθύνονται σε μωρά.
Μόνο όταν έρχεσαι πρόσωπο με πρόσωπο με τα μεγάλα μυστήρια αρχίζεις να καταλαβαίνεις τι είναι η ζωή, μέχρι τότε ίσα που έχεις πάρει μυρωδιά. Αλλά και πάλι, είσαι ακόμα στην αρχή. Τότε μόνο λέξεις και έννοιες που άλλοτε νόμιζες πως ήξερες, αλλά στην πραγματικότητα ήταν κενές, αποκτούν νέο νόημα: ένα βιωματικό λεξιλόγιο που αγνοούσες.
«Ασθένεια». Ένα πολύ διακριτό σύνορο χωρίζει τους υγιείς από τους μη υγιείς. Έτσι και περάσεις τη γραμμή, το όριο της σοβαρής ασθένειας, όλοι σε αντιμετωπίζουν αλλιώς. Είσαι πια απέναντι. Βλέπεις τον τρόμο στο βλέμμα τους κι ας προσπαθούν να τον κρύψουν, τον όλεθρο που αφήνει πίσω της η ευθραυστότητα. Τρέχουν σαν λαγοί, όπου φύγει φύγει. Σκορπίζουν σαν ζώα που τα τύφλωσε τη νύχτα ο προβολέας του υπαρξιακού τρόμου. Οι επισκέπτες έρχονται πότε πότε, λένε λίγες κουβέντες παρηγορητικές, αλλά συνήθως δεν ξέρουν τι να πουν. Ένας από αυτούς μπροστά στο πάσχον σώμα του φίλου του, που τώρα τον βλέπει να λιώνει, ρίζωσε στο ίδιο σημείο, δεν μπορούσε να φύγει. Τον κοιτούσε βουβός για ώρες, ίσως αναλογιζόταν όλη τη ζωή του, ίσως μάζευε κουράγιο για να αντέξει και τη δική του φθορά.
«Αξιοπρέπεια». Μια λέξη κενή κι αυτή, που αφορούσε πάντα τους άλλους, όλο θεωρίες και μελοδραματισμούς να την κυκλώνουν, μέχρι να τη νιώσεις με αγριότητα στο πετσί σου. Ξαφνικά η αυτοεξυπηρέτηση αποδεικνύεται μια πολύ υποτιμημένη αξία. Σπας το χέρι σου και δεν μπορείς να ντυθείς χωρίς βοήθεια. Πόσο μάλλον αν είσαι καθηλωμένος σε ένα κρεβάτι. Νόμιζες πως αγοράζεται εξ ολοκλήρου. Μεγάλη πλάνη. Η ταξική της διάσταση δεν φεύγει ποτέ. Μόνο που μπροστά στο αβάσταχτο μαρτύριο του να μην μπορείς να πας ούτε στην τουαλέτα και να επιστρέφεις στη βρεφική σου ηλικία πολύ δύσκολα τη διατηρείς.
«Χαρά». Ποιος να το περίμενε πως σε ένα νοσοκομείο θα χαιρόσουν τόσο με πράγματα άλλοτε εντελώς ασήμαντα. Έφαγε; Έκανε την ανάγκη του; Έβαλε δυο λέξεις στη σειρά κατανοητές; Επικοινωνεί; Ήταν ήσυχη το βράδυ; Δεν σφάδαζε απ’ τους πόνους; Τον έπιασαν τα παυσίπονα; Η αντιβίωση; Τι έδειξαν οι δείκτες; Έφαγε δυο κουταλιές αλεσμένου φαγητού; Πανηγύρια και σταυροκοπήματα. Και από έναν κόσμο που δείχνει τώρα πολύ μακρινός, οι χαρές που κάποτε περιφρονούσες: μια βόλτα στον καθαρό αέρα, η απόλυτη ηρεμία, ένα λουκούλλειο γεύμα που μπορούσες να απολαύσεις, ένα ποτήρι κρασί, μια φιλική κι ανθρώπινη κουβέντα.
«Πίστη»: Τελικά η θρησκευτική των άλλων και η δική σου δεν έχουν τόσο μεγάλη διαφορά. Μπροστά στη μεγάλη θλίψη, στη μεγάλη αρρώστια και στην ελπίδα για ένα θαύμα οι διαφορές αμβλύνονται. Σε υπερβατικές δυνάμεις κατά βάθος πιστεύουμε όλοι. Άλλοι στον Xριστό και στους αγίους, άλλοι στις ικανότητες των γιατρών, άλλοι στην τύχη, άλλοι στη δύναμη του ίδιου του αρρώστου. Όταν μας παίρνει παραμάζωμα η απελπισία, όλοι το αδύνατο προσμένουμε.
«Αγάπη». Η δική μου η γενιά δεν πίστεψε το παραμύθι του «για πάντα». Έμαθε να περιγελά και να υποτιμά τις «σχέσεις ζωής» μπορεί από φόβο, μπορεί και από δειλία. Εξασκήθηκε στο να εμπιστεύεται το εφήμερο. «Άσε, πού να μπλέκεις τώρα, είναι πιο ασφαλές να είσαι με το ένα πόδι έξω». Το «Amour» του Χάνεκε μάς προκάλεσε ασφυξία. Δεν πιστεύεις πως υπάρχει το «για πάντα», μέχρι να δεις με τα ίδια σου τα μάτια με πόση τρυφερότητα μιλάνε μεταξύ τους άνθρωποι που γέρασαν μαζί και τώρα ο ένας από τους δύο αποχαιρετά τον άλλον. Μόνο αν δεις το βλέμμα ανθρώπου που είχε την τύχη να γεράσει με κάποιον που αγάπησε και ακόμα αγαπά, μόνο τότε ξέρεις. «Τα φιλιά είναι καλύτερη μοίρα από τη σοφία» έχει πει ο Κάμινγκς. Και οι πιο σοφοί πρέπει να είναι όσοι φιλούν το πονεμένο σώμα του ανθρώπου που αγαπούν.
«Μοναξιά». Μια ασθενής στον απέναντι θάλαμο που έχει μείνει μόνη της ούρλιαζε όλο το βράδυ της παραμονής. Αναζητούσε τον άντρα της. Μια άλλη ηλικιωμένη, σε προχωρημένο στάδιο άνοιας, έχει γείρει σχεδόν έξω από το κρεβάτι και μονολογεί για ώρες. Θυμάται περιστατικά απ’ τα παλιά; Κάποιον ζητά; Η υπομονή προσωπικού, ασθενών και συνοδών εξαντλείται. Η μοναξιά των μοναχικών αρρώστων είναι η πιο εκκωφαντική. Αλλά και η μοναξιά της αρρώστιας χτίζει ένα τείχος απροσπέλαστο γύρω σου, ακόμα κι αν έχεις κόσμο να πηγαινοέρχεται δίπλα σου.
«Γηρατειά»: Μια νεαρή νοσοκόμα φώναξε «παππού» τον άνθρωπό σου. «Δεν είναι “παππούς”, είναι ο κύριος τάδε», σου έρχεται να της ουρλιάξεις. Είχε μια προσωπικότητα μέχρι χθες, δεν ευθύνεται αυτός για το πώς τον κατάντησε η αρρώστια και αξίζει κάθε σεβασμό. Κάτι ήξερε η Σιμόν ντε Μποβουάρ που στο βιβλίο της «Γηρατειά» υποστήριζε πως αντιμετωπίζουμε τους ηλικιωμένους ως «άλλους», τους στερούμε τη φωνή και την υπόσταση. Κάτι ήξερε κι ο Ντιντιέ Εριμπόν που στο βιβλίο του «Η ζωή, τα γηρατειά και ο θάνατος μιας γυναίκας του λαού», με αφορμή την εισαγωγή της μητέρας του στο γηροκομείο, μίλησε για το πώς τα γηρατειά δεν παραγκωνίζονται απλώς αλλά αποκρύπτονται και εννοιολογικά. Η φιλοσοφία δεν τα αγγίζει. Κακώς, γιατί είναι ένα πεδίο που μπορεί να αποφέρει πολλούς καρπούς.
«Θνητότητα»: «Τι μένει από όλα αυτά; Μερικά βλακώδη κόκαλα», όπως έχει πει ο Νίκος Καρούζος. Η πιο αδυσώπητη δικαιοσύνη: η φθαρτότητα. Δόξες, υπεροψίες, κατακτήσεις, περιουσίες, βεβαιότητες, όλα γκρεμίζονται με θόρυβο μπροστά της. Μια άλλου είδους αφύπνιση σε περιμένει έτσι και περάσεις τις πόρτες ενός νοσοκομείου. Μήπως, τελικά, η υπενθύμιση της θνητότητας είναι που μας επιτρέπει να πανηγυρίζουμε και για την πιο μικρή χαρά της κάθε μέρας;