Δημοσίευμα της Washington Post αναδεικνύει τους κινδύνους και τις συνέπειες που «επιφύλαξε» στην Ινδία η εξαφάνιση των γυπών -από ανθρώπινη παρέμβαση- οδηγώντας μακροπρόθεσμα σε κρούσματα λύσσα.
Η εικόνα στο Jorbeer της Ρατζαστάν της Ινδίας είναι δυστοπική: σκυλιά τριγυρίζουν γύρω από κουφάρια βοοειδών, εργάτες αφαιρούν δέρματα μέσα σε μια αποπνικτική δυσωδία και λίγοι εναπομείναντες γύπες πετούν πάνω από το χώρο αναζητώντας τροφή. Είναι το αποτέλεσμα μιας αλυσίδας γεγονότων που ξεκίνησε από τον άνθρωπο και κατέληξε σε μια οικολογική κατάρρευση με τραγικές συνέπειες για τη δημόσια υγεία.
Από το 1992 έως το 2007, τρία είδη γυπών στην Ινδία, που κάποτε αριθμούσαν περίπου 4 εκατομμύρια, μειώθηκαν σε μόλις 32.000. Η πτώση υπήρξε τόσο ραγδαία που συγκρίνεται μόνο με την εξαφάνιση είδους περιστεριού στις ΗΠΑ, στις αρχές του 20ού αιώνα. Η αιτία; Ένα παυσίπονο, η δικλοφενάκη, που αποδείχθηκε τοξικό για τα πουλιά όταν κατανάλωναν κουφάρια ζώων, τα οποία -λανθασμένα- είχαν λάβει το φάρμακο.
Η κατάρρευση της «φυσικής καθαριότητας» της Ινδίας
Για αιώνες οι γύπες καθάριζαν ταχύτατα τα κουφάρια των εκατομμυρίων ιερών ζώων της χώρας, της αγελάδας, λειτουργώντας ως ζωτικός κρίκος στο αόρατο σύστημα δημόσιας υγιεινής της Ινδίας. Χωρίς αυτούς, (σ.σ. εννοούνται τα κουφάρια) άρχισαν να συσσωρεύονται στους εκτεταμένους χώρους απόρριψης ζώων, προσφέροντας μια ανεξάντλητη πηγή τροφής σε έναν άλλο πληθυσμό: τα αδέσποτα σκυλιά.
Οι επιστήμονες καταγράφουν ότι την περίοδο 1992–2007 ο αριθμός των αδέσποτων αυξήθηκε κατά περίπου 5,5 εκατομμύρια. Το αποτέλεσμα ήταν εκρηκτικό: 38 εκατομμύρια επιπλέον δαγκώματα σκύλων και περισσότερους από 47.000 πρόσθετους θανάτους από λύσσα.
Μια πρόσφατη μελέτη στο American Economic Review υπολόγισε ότι η «λειτουργική εξαφάνιση» των γυπών αύξησε τη θνησιμότητα στην Ινδία κατά πάνω από 4%, εξαιτίας μόλυνσης νερού, αύξησης ασθενειών και του κατακλυσμού από αδέσποτα.
Ένα παιδί σε κώμα, μια χώρα σε συναγερμό
Στην πόλη Χαϊντεραμπάντ, ο 7χρονος Μανιτέτζα ζει εδώ και εννέα μήνες σε κατάσταση σχεδόν απόλυτης σιωπής. Ένα δάγκωμα σκύλου ήταν αρκετό για να του μεταδώσει λύσσα, παρά το ότι εμβολιάστηκε αμέσως. Οι γονείς του κρατούν το παράθυρο ανοιχτό, ελπίζοντας ότι οι ήχοι από τα παιδιά της γειτονιάς θα τον ξυπνήσουν από το σκοτάδι.
Η οικογένεια ξοδεύει περισσότερα από όσα κερδίζει για φροντίδα στο σπίτι, σε μια μάχη χωρίς τέλος.
Η Ινδία απαγόρευσε τη δικλοφενάκη το 2006 και προώθησε ασφαλέστερα φάρμακα όπως η μελοξικάμη. Ειδικές «ταΐστρες» γυπών δίνουν στα πουλιά ασφαλείς αγελάδες, ενώ γίνονται προσπάθειες να εμβολιαστούν και να στειρωθούν τα αδέσποτα.
Όμως οι απειλές πολλαπλασιάζονται: δηλητηριάσεις από κτηνοτρόφους που προστατεύουν κοπάδια, ηλεκτροπληξίες από γραμμές υψηλής τάσης, τουρμπίνες αιολικών πάρκων. Και οι γύπες, που κάνουν μόνο ένα αυγό τον χρόνο, ανακάμπτουν βασανιστικά αργά.
«Σήμερα, αν ρωτήσεις 100 ανθρώπους σε μια πόλη, σχεδόν κανείς δεν θα έχει δει γύπα», λέει Ινδός οικολόγος. «Αν συνεχιστεί αυτό, θα πιστέψουν ότι ήταν φανταστικά πουλιά».
Το μήνυμα της φύσης
Οι επιστήμονες είναι ξεκάθαροι: η Ινδία πληρώνει τώρα το κόστος μιας ανισορροπίας που δημιούργησε μόνη της.
Όπως είπε κορυφαίος ειδικός στους γύπες: «Όταν θέτουμε σε κίνδυνο άλλα είδη, θέτουμε σε κίνδυνο τον εαυτό μας».
Το παράδειγμα των γυπών είναι μια δραματική υπενθύμιση ότι η εξαφάνιση ακόμη και «αντιπαθών» ειδών δεν είναι ποτέ ουδέτερη, οι συνέπειες φτάνουν πάντα στον άνθρωπο.
Με πληροφορίες από Washington Post