Κι όμως, πέρασε μισός αιώνας από την αυγή των Talking Heads

Κι όμως, πέρασε μισός αιώνας από την αυγή των Talking Heads Facebook Twitter
Οι Talking Heads ποζάρουν ανάμεσα σε λούτρινα. Χόλιγουντ, Καλιφόρνια. 1977. Φωτογραφία: Michael Ochs Archives/Getty Images
0


ΣΤΑ ΜΕΣΑ ΤΗΣ ΔΕΚΑΕΤΙΑΣ ΤΟΥ 1970,
ο αγώνας για να αποφύγει την χρεοκοπία ήταν μόνο ένα από τα προβλήματα της Νέας Υόρκης, όπως θα θυμάται όποιος περπατούσε στους γεμάτους εγκληματικότητα και σκουπίδια δρόμους της πόλης εκείνες τις μέρες. Περισσότεροι από ένα εκατομμύριο κάτοικοι έφυγαν κατά το δεύτερο μισό της δεκαετίας, άλλοι ως θύματα της ανεργίας, άλλοι φοβούμενοι για την ασφάλειά τους. Ωστόσο, μια δημογραφική ομάδα παρουσίαζε σημαντική αύξηση: οι νέοι καλλιτέχνες που ξαφνικά διαπίστωσαν ότι η στέγαση ήταν προσιτή και η καθημερινότητα δεν ήταν τόσο τρομακτική αν πίστευες ότι άξιζε το ρίσκο.

Ανάμεσά τους ήταν τρεις νεαροί μουσικοί ενός σχήματος με το όνομα Talking Heads, το οποίο έκανε το ντεμπούτο του στις 5 Ιουνίου 1975 στη μικρή σκηνή του θρυλικού CBGB στο Lower East Side του Μανχάταν. Ήταν τόσο διαφορετικοί από ένα τυπικό ροκ γκρουπ όσο ένα φτέρνισμα από έναν τυφώνα. Η μπασίστρια Tina Weymouth φαινόταν ιδιαίτερα αβέβαιη για τον εαυτό της, πράγμα που δεν προκαλεί έκπληξη, αφού έπαιζε για λιγότερο από έξι μήνες. Οι δεξιότητες του ντράμερ Chris Frantz ήταν στην καλύτερη περίπτωση υποτυπώδεις, όπως και εκείνες του τραγουδιστή-κιθαρίστα David Byrne – όταν ο Byrne άνοιγε το στόμα του για να τραγουδήσει, όπως είχε πει τότε ένας κριτικός, «η φωνή του υψώνεται σαν να είναι έτοιμος να φωνάξει στη μητέρα του».

Ο Harrison μπορεί να προσέδωσε βαρύτητα στον μινιμαλιστικό ήχο του συγκροτήματος, αλλά ήταν η άφιξη του παραγωγού Brian Eno που τους μετέτρεψε από τους αγαπημένους των μικρών κλαμπ της Νέας Υόρκης σε διεθνή αστέρια.

Το διεισδυτικό βιβλίο «Burning Down the House» του Jonathan Gould παρακολουθεί το συγκρότημα από τις αδέξιες πρώτες μέρες του μέχρι το είδος εκείνο της μεθυστικής επιτυχίας που συνήθως έρχεται με μια σειρά από δικά της προβλήματα. Τα τρία μέλη του γκρουπ είχαν γνωριστεί στο Rhode Island School of Design και ο Byrne θυμάται ότι αρχικά ήταν «λιγότερο μια μπάντα παρά ένα περίγραμμα για μια μπάντα», καθώς σκάρωναν ιδιόρρυθμα τραγούδια και φορούσαν ρούχα που έμοιαζαν σαν να τα είχαν διαλέξει οι μαμάδες τους.

th
Το εξώφυλλο του Burning Down the House του Jonathan Gould

Παραδόξως, η αμήχανη παρουσία τους απεδείχθη ένα σημαντικό κομμάτι της γοητείας τους. Δεδομένου ότι η Weymouth είχε μάθει μόλις πρόσφατα να παίζει μπάσο, κοιτούσε διαρκώς επί σκηνής τον Byrne με τέτοια ένταση σα να υποδηλώνει στο κοινό ότι ήταν κάποιος που άξιζε πραγματικά να τον παρακολουθεί κανείς. Μέσα σε ένα χρόνο, στο γκρουπ προστέθηκε ο Jerry Harrison, ο οποίος είχε θητεύσει στους Modern Lovers και επίσης είχε κάνει μαθήματα πιάνου όταν ήταν παιδί. Το παίξιμό του στα πλήκτρα και την κιθάρα «πύκνωσε» τον ήχο του συγκροτήματος, για να χρησιμοποιήσουμε την όρο του Gould, μετατοπίζοντας τους Talking Heads από την «ανήσυχη ένταση ενός κιθαριστικού τρίο» στο τέμπο και το ύφος της soul και της funk ιδιοσυγκρασίας.

Ο Harrison μπορεί να προσέδωσε βαρύτητα στον μινιμαλιστικό ήχο του συγκροτήματος, αλλά ήταν η άφιξη του παραγωγού Brian Eno που τους μετέτρεψε από τους αγαπημένους των μικρών κλαμπ της Νέας Υόρκης σε διεθνή αστέρια. Ο Gould υποστηρίζει ότι ο Eno «ενδιαφερόταν πολύ περισσότερο για τον τραγουδιστικό ήχο του τραγουδιού παρά για το νόημα αυτού που τραγουδιέται», οπότε υποβάθμιζε την προεξέχουσα θέση των φωνητικών στην τελική μίξη ενός τραγουδιού. Η προσέγγιση του Eno είχε ιδιαίτερη απήχηση για τον ηγέτη του συγκροτήματος, και οι ολοκαίνουργιοι Heads απέκτησαν μια ζωτικότητα που τροφοδοτήθηκε από τη νέα προσωπικότητα που κατοχύρωσε ο David Byrne: «Το φωνητικό ύφος του Byrne», γράφει ο Gould, «είναι αυτό ενός ανθρώπου που τρομοκρατείται από τη νέα εμπειρία, αλλά έχει εμμονή με την ανάγκη να βουτήξει στα βαθιά έτσι κι αλλιώς».

Κι όμως, πέρασε μισός αιώνας από την αυγή των Talking Heads Facebook Twitter
Ο David Byrne και ο Brian Eno το 1978.

Ο Eno ξεκίνησε τη συνεργασία του με τους Talking Heads το 1978, όταν έκανε την παραγωγή του δεύτερου άλμπουμ τους, «More Songs About Buildings and Food», και συνέχισε με την παραγωγή δύο ακόμη άλμπουμ που περιλάμβαναν μερικά από τα χαρακτηριστικά τραγούδια του γκρουπ: Το «Life During Wartime», το οποίο περιλαμβάνει τον στίχο «This ain't no party, this ain't no disco, this ain't no foolin' around», ο οποίος αποτυπώνει την αγωνία της εποχής για την αστική παρακμή και την πολιτική αναταραχή, και το «Once in a Lifetime», ένα κομμάτι που ο Eno διαμόρφωσε μέσω της επανάληψης και της διαστρωμάτωσης ήχων, προσθέτοντας grooves και πολυρυθμικά μοτίβα από Αφρικανούς καλλιτέχνες όπως ο Fela Kuti. Μερικά από τα πιο γνωστά τραγούδια των Talking Heads δεν κατάφεραν να μπουν στο Top 100 του Billboard, παρόλο που έφεραν στο συγκρότημα αναγνώριση στην πρώιμη εποχή του MTV και σήμερα περιλαμβάνονται σε λίστες με τα καλύτερα τραγούδια του σύγχρονου ροκ. Όπως είχε πει ο Harrison στο απόγειο της φήμης του συγκροτήματος, «είμαστε περισσότερο διάσημοι παρά επιτυχημένοι».

Σταδιακά, ο δεσμός που είχε αναπτυχθεί ανάμεσα στον Byrne και τον Eno, αλλά και οι προσωπικές φιλοδοξίες και μονομανίες του ηγέτη του γκρουπ, έσπρωξαν τους άλλους τρεις στο περιθώριο. Χωρίς τον Byrne, όμως, δεν θα υπήρχαν οι Talking Heads. Οι Talking Heads πέτυχαν επειδή ο ηγέτης τους έδωσε σάρκα και οστά στην ιδέα ότι «η δημιουργικότητα πηγάζει από το μαρτύριο - το μαρτύριο, στην περίπτωσή του, ενός ισόβιου αγώνα να κατανοήσει έναν κόσμο του οποίου τα περιγράμματα, τα ήθη και τα έθιμα ήταν συχνά ένα μυστήριο γι' αυτόν».

Talking Heads -  Once in a Lifetime (Official Video)

Με στοιχεία από The Washington Post

Βιβλίο
0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

Λάιζα Μινέλι: Η εξωφρενική, τραγική ζωή της όπως ξεδιπλώνεται στη νέα αυτοβιογραφία της

Βιβλίο / Λάιζα Μινέλι: Η εξωφρενική, τραγική ζωή της μέσα από τη νέα αυτοβιογραφία της

Προτού πεθάνει μόνη της σε ένα μπάνιο ξενοδοχείου σε ηλικία 47 ετών, η Τζούντι Γκάρλαντ κληροδότησε στην κόρη μια διά βίου εξάρτηση από το αλκοόλ και τα ναρκωτικά και μια τάση να ερωτεύεται γκέι άνδρες.
THE LIFO TEAM
Ο μόνος τρόπος αντίστασης είναι με τη σάρκα

Βιβλίο / Ο μόνος τρόπος αντίστασης είναι με τη σάρκα

Στο μυθιστόρημα του Ντέιβιντ Σολόι, «Σάρκα» (Μπούκερ 2025), ένας άνδρας αγωνίζεται να βρει την ταυτότητά του σε έναν πολύπλοκο κόσμο. Όσα συμβαίνουν γύρω του μοιάζουν με αρχαία τραγωδία. Τα αντιμετωπίζει εκφράζοντας ελάχιστα. Πιο συγκεκριμένα, με 500 περίπου ΟΚ σε όλο το βιβλίο.
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ
Σοφία Αυγερινού: «Όλα ξεκίνησαν από το Έγκλημα και Τιμωρία του Ντοστογιέφσκι»

Βιβλίο / Η Σοφία Αυγερινού έκανε κάτι σημαντικό. Μετέφρασε Μπροχ στα ελληνικά

Έχει αναμετρηθεί με τα μνημειώδη έργα του Χέρμαν Μπροχ –«Οι υπνοβάτες», «Τα μάγια», «Ο θάνατος του Βιργιλίου» και έχει κατορθώσει να τα παραδώσει σε ένα νέο κοινό. Η συγγραφέας και μεταφράστρια μιλάει για τη σχέση της με τη λογοτεχνία και τον τρόπο με τον οποίο έχει επηρεάσει τη δουλειά της.
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ
ΕΠΕΞ Δέκα βιβλία που δεν θα βρεις εύκολα σε άλλες λίστες

Βιβλίο / Δέκα βιβλία που δεν θα βρεις εύκολα σε άλλες λίστες

Μια επιλογή τίτλων που καλύπτει από την Κατοχή και τους δωσίλογους, μέχρι τη συναίνεση, το «1984», ένα «αρχέγονο queer», τα Τέμπη, τη hyperpop, έναν αυτοκράτορα-φιλόσοφο και τους συνειρμούς ενός Αθηναίου «ευπατρίδη».
ΘΟΔΩΡΗΣ ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ
90’ με τη συντακτική ομάδα της «βλάβης»

Βιβλίο / Αυτή η παρέα φτιάχνει τη «βλάβη», το πιο φρέσκο έντυπο για το βιβλίο

Είναι millennials, πιστεύουν ακόμα στην αξία του τυπωμένου χαρτιού, δεν δέχονται διαφημίσεις, ξέρουν πολύ καλά το βιβλίο, δεν αναρτούν τίποτα στο internet γιατί θέλουν να σε δουν να ξεφυλλίζεις το περιοδικό τους. Και πολύ καλά κάνουν γιατί η «βλάβη» τους είναι ένας νέος τρόπος να μιλάς για το βιβλίο και για τον πολιτισμό.
M. HULOT
«Εκτελούσαμε αποφάσεις, ακόμα κι όταν διαφωνούσαμε»

Το πίσω ράφι / «Εκτελούσαμε αποφάσεις, ακόμα κι όταν διαφωνούσαμε»

Η Μαρία Μπέικου αφηγείται με τρόπο λιτό τη ζωή της στο «Αφού με ρωτάτε, θα θυμηθώ», τη συμμετοχή της στην Αντίσταση, τον Εμφύλιο, τα χρόνια της στην ΕΣΣΔ και τη σχέση της με μεγάλους Ρώσους καλλιτέχνες.
ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ
Ζιζέλ Πελικό: «Έχω ξαναβρεί τη χαρά της ζωής»

Βιβλίο / Ζιζέλ Πελικό: «Οι βιαστές μου να σκύψουν το κεφάλι• όχι εγώ»

Πέρα από κάθε προσδοκία και παρά τη φρίκη που κρύβουν οι σελίδες της, η αυτοβιογραφία της Πελικό, «Ύμνος στη ζωή», είναι ένα απαράμιλλο παράδειγμα γενναιότητας κι ένα μήνυμα αισιοδοξίας, δικαιώνοντας απόλυτα τον τίτλο του. Κυκλοφόρησε μόλις και στα ελληνικά από τις εκδόσεις Ψυχογιός.
ΕΙΡΗΝΗ ΓΙΑΝΝΑΚΗ
Γιατί διαβάζουμε (και αγαπάμε) ακόμα τα «Ανεμοδαρμένα Ύψη»

Βιβλίο / Γιατί διαβάζουμε (και αγαπάμε) ακόμα τα «Ανεμοδαρμένα Ύψη»

Η ταινία της Έμεραλντ Φένελ μας θύμισε την αξεπέραστη αξία του κλασικού έργου της Έμιλι Μπροντέ και τους άπειρους λόγους για τους οποίους παραμένει ανάμεσα στα αγαπημένα αναγνωστών και κριτικών.
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ
Ευάρεστος Πιμπλής: «Το να σε λέει “τέρας” ένας Πρόεδρος είναι τρομακτικό»

Lifo Videos / Ευάρεστος Πιμπλής: «Το να σε λέει “τέρας” ένας Πρόεδρος είναι τρομακτικό»

Ο νεαρός συγγραφέας που έκανε αίσθηση με το πρώτο του μυθιστόρημα «Πέρα από τη συναίνεση» (εκδ. Πόλις) μιλά για την queer κουλτούρα στα χρόνια του Tραμπ και για το πώς συμφιλιώνεται κανείς με τον ομοερωτικό σεξουαλικό του προσανατολισμό σε μια ανδροκρατούμενη κοινωνία.
ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ
«Εξομολόγηση και μαθητεία»

Long Stories / «Εξομολόγηση και μαθητεία»

Ο Βαγγέλης Ραπτόπουλος υπήρξε στενός φίλος του Μένη Κουμανταρέα από το 1978 μέχρι το 2014, που ο σημαντικός Έλληνας συγγραφέας δολοφονήθηκε. Σε αυτό το διάστημα αντάλλαξαν επιστολές, «ένα δούναι και λαβείν ανάμεσα σε δυο ψυχές, ένα γραμμένο από την ίδια τη ζωή επιστολογραφικό μυθιστόρημα», που ετοιμάστηκαν για να κυκλοφορήσουν, η έκδοσή τους όμως έχει «παγώσει». Δημοσιεύουμε τον πρόλογο που ο Β. Ραπτόπουλος ετοίμασε για αυτόν τον τόμο, υπό μορφή μιας τελευταίας άτυπης επιστολής, όπως λέει ο ίδιος.
ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΡΑΠΤΟΠΟΥΛΟΣ