Βλέπω πολλούς πίνακες, ζωγραφίζετε;

Οι πρώτες σπουδές μου ήταν στην αγιογραφία.

Ασχοληθήκατε με την αγιογραφία;

Δούλευα σε εκκλησίες, πριν τη χούντα, με τη χούντα αναγκαστήκαμε να φύγουμε έξω... Ήμουν πολιτικός βλέπεις, κι ήμουν στην παρανομία. Υπήρξα απ' τα ιδρυτικά στελέχη του Ρήγα Φεραίου, και το 1972 και οι τρεις που είχαν πιάσει, φύγαμε στο εξωτερικό.

Πού πήγατε;

Στο Λονδίνο. Πρώτα πήγα στην Ιταλία επειδή τότε υπήρχε το ΚΚΕ εσωτερικού και την ίδια χρονιά πήγα στο Λονδίνο με υποτροφία της Διεθνούς Αμνηστίας. Τέλη ‘72, αρχές του ‘73. Μόλις έπεσε η χούντα παράτησα τη σχολή και γύρισα πίσω.

Ποια ιδιότητα προτιμάτε να σας δίνει κανείς, του σκηνοθέτη ή του συγγραφέα;

Η σκηνοθεσία είναι το επάγγελμά μου, μ' αυτό ζω. Ούτε καν η σκηνοθεσία, το σενάριο, ουσιαστικά από εκεί ζω. Συγγραφέας είναι το κέφι μου.

Με τη θρησκεία ποια είναι η σχέση σας;

Κοίταξε, εγώ είμαι άθεος. Απλά σέβομαι τη θρησκεία, είναι μία σύμβαση η οποία είναι αναγκαία για τον κόσμο. Η πρώτη επανάσταση στον κόσμο είναι η θρησκεία, είχε πει ο Μπαλζάκ.

Πώς κάποιος που είναι άθεος επέλεξε να ασχοληθεί με την αγιογραφία;

Είναι σεβαστά πρόσωπα οι άγιοι, είναι αθλητές για το καλό της κοινωνίας και αυτοί. Συνοδοιπόροι στον αγώνα για το καλό του κόσμου.

Προσεύχεστε;

Ναι, αμέ, προσεύχομαι.

Τα βιβλία σας πόσο βιωματικά είναι;

Είναι αρκετά βιωματικά. Εκεί που διαδραματίζονται έχω γεννηθεί, στον Κολωνό, ο παππούς μου είχε μία μάντρα με κάρβουνα λίγο παρακάτω απ' τη Χαβάη. Και η Χαβάη υπήρξε πραγματικά βεβαίως, κάτω απ' το Θέατρο Περοκέ. Την είχαν επισκεφτεί μάλιστα και ο Τένεσι Ουίλιαμς με τον Τρούμαν Καπότε, ήταν το πρώτο μεταπολεμικό μαγαζί του είδους στα Βαλκάνια. Απ' το 1960 μέχρι το 1968. Όταν έγινε το βασιλικό πραξικόπημα δεν είχαν τα ερείσματα, κι έκλεισε. Δούλευε μόνο με τραβεστί - τραβεστί είναι η έννοια η νεότερη, εκείνη την εποχή δεν λέγονταν έτσι, ήταν υπάρξεις τραγικές, που ντύνονταν με γυναικεία ρούχα. Πούστης. Ο τραβεστί τώρα είναι λίγο πιο εξευγενισμένη έννοια. Τότε εξάλλου ήταν σκληρά τα πράγματα, πολύ σκληρά γι' αυτούς τους ανθρώπους.

Στο βιβλίο δεν φαίνονται τόσο σκληρά, υπάρχει μεγάλη ανεκτικότητα...

Δεν έχω βάλει όλα τα γεγονότα, τους παρουσιάζω με μια συμπάθεια γιατί ήταν τραγικά πρόσωπα, μυθικά. Με τα φουρό τους, νέα παιδιά...

Ποια ήταν η προσωπική σας σχέση με αυτό τον κόσμο;

Όταν γεννιέσαι σε αυτήν τη γειτονιά, είσαι αναγκαστικά παιδί της, όπως είσαι και παιδί της εποχής σου. Την κοπανάγαμε απ' το γυμνάσιο -στο 9ο πήγαινα- και πηγαίναμε στη Χαβάη για χαβαλέ - ήταν βιώματα όλα αυτά, μέσα μας. Ένα από τα παιδιά της Χαβάης ήταν συμμαθητής μου και κάναμε κολλητή παρέα, πάρα πολύ. Κι αυτός κρυφά απ' τους γονείς του πήγαινε στη Χαβάη, ντυνόταν και χόρευε. Θυμάμαι τη Βασίλω που αναφέρω στο βιβλίο να ανακοινώνει την έλευση όλων των γνωστών της ζευγαριών που έμπαιναν στο μαγαζί: η Κοντσίτα με το πουρό της, ή η Φέζω με το τεκνό της, δεν τα ξεχνάς αυτά. Μέσα στο εξτρέμ και μέσα στην πίεση την κοινωνική αυτό ήταν ένα ξέδομα. Δεν ήταν ότι ήθελαν απαραίτητα οι πελάτες να είναι ντυμένοι έτσι, γυναίκες, τα γυναικεία ρούχα όμως είχαν έναν εξωτισμό πάνω τους και το επεδίωκε και το αφεντικό της Χαβάης. Έφερναν πελατεία. Πολλοί πήγαιναν για χαβαλέ στην αρχή, για να δουν τις «πούστρες» να χορεύουν και σιγά σιγά τους τσίμπαγαν... Πέρα από αυτό, και τα ίδια τα παιδιά -μου τα έλεγε το φιλαράκι μου- μέσα εκεί ξέδιναν, αισθάνονταν ελευθερία σε ένα χώρο κλεισμένο και αυστηρά ελεγχόμενο. Δεν μπορούσε να μπει κάποιος να κάνει το μάγκα και τσαμπουκά μέσα στο μαγαζί, γιατί τον έφαγαν. Μέχρι το 1968 που έκλεισαν τη Χαβάη είχαν σκοτωθεί 5 άνθρωποι, τους είχαν σφάξει με μαχαίρι. Τα είχαμε ζήσει δίπλα μας. Δεν ερχόντουσαν μόνο για το σεξ, η Ραχήλ, π.χ., που πέθανε απ' την πρέζα, ερχόταν για να βγάλει λεφτά. Για τους πιο πολλούς δεν το ήξερε η οικογένειά τους, ζούσαν και κοιμόντουσαν εκεί μέσα τα βράδια. Πολλοί έμπαιναν στη Χαβάη γιατί δεν είχαν πού αλλού να πάνε. Θυμάμαι μια περίπτωση που ένας πατέρας ΕΑΤατζής ανέβηκε στην ταράτσα κι απειλούσε να πέσει να αυτοκτονήσει, αν δεν έφευγε το παιδί του από εκεί. Ήταν πολύ σκληρά τα πράγματα. Ήταν ένα ταμπού που σου τρέλαινε το μυαλό, ειδικά στους οικογενειάρχες νοικοκυραίους.

Το ταμπού παραμένει...

Εντάξει, τώρα δεν είναι έτσι ακριβώς. Εμένα δεν θα με πείραζε, θα του στεκόμουν του παιδιού. Απ' τη στιγμή που θα διάλεγε αυτόν το δρόμο, θα του στεκόμουν. Τις έχω ζήσει αυτές τις κόντρες, το στέλνεις απέναντι, στην παρανομία και στη βρόμα.

Τι απέγιναν αυτοί οι άνθρωποι όταν έκλεισε η Χαβάη;

Φτιάχτηκαν κι άλλα μαγαζιά όταν έκλεισε η Χαβάη. Πιο κάτω ήταν τα 7 αδέλφια του Δράκου. Γίνανε διάφορες ταβέρνες, πάλι στις δυτικές συνοικίες, υπήρχε και κάποιο μαγαζί στον Άγιο Νικόλαο στην Αχαρνών. Υπάρχουν και τώρα, αλλά είναι εξευγενισμένα, έχω δει στη Θεσσαλονίκη. Αλλά είναι κανονικές τραβέστες, με drag show, τέτοια. Τότε ήταν το φτηνό κρέας, πήγαινε ο λαϊκός κόσμος, ο εργάτης, ο φαντάρος, και οι διαχωρισμοί ήταν σαφείς: κωλομπαράς, μπώκος, μπινές, πούστης, δεν υπήρχε η λέξη ομοφυλοφιλία τότε, ήταν άγνωστη.

Ο Γαζούρης -ο νεαρός ήρωας του βιβλίου σας- υπήρξε;

Ναι, είναι μια σύνθεση αρκετών προσώπων. Είναι διονυσιακό στοιχείο, βακχικό, σάτυρος. Νεαρός, αλλά καλός άνθρωπος στην ψυχή, είναι η άνοιξη που δολοφονείται ουσιαστικά.

Δεν είχε σχέση με την Αριστερά ο Γαζούρης, είναι πολύ αγνό και αθώο παιδί...

Κοίταξε, παρ' όλο που στα χωριά και σε άλλα μέρη της Αθήνας υπήρχε διαχωρισμός Αριστεράς-Δεξιάς, πολύ καθορισμένα πράγματα, στις λαϊκές γειτονιές, επειδή σε έφερνε η ανάγκη κοντά στον άλλο, δεν υπήρχαν αυτά. Όταν κοντραριζόμασταν στα πολιτικά, έπεφταν μπουνιές και κλωτσιές, αλλά τις άλλες μέρες ήμασταν όλοι μαζί. Είχα φίλους της Δεξιάς -και της σκληρής δεξιάς-, παρ' όλο που με ήξεραν ως αριστερό κι έλεγαν «να ο Λαμπράκης»...

Τι είδους ήρωας είναι ο Γαζούρης;

Είναι το παιδί που αγαπούσε τη ζωή. Που γεννήθηκε με αισιοδοξία μέσα του, με φυσικά χαρίσματα, γιατί το να είσαι αρσενικός αρσενικός εκείνη την εποχή ήταν ένα προσόν τεράστιο. Και ο ίδιος χαιρόταν τη ζωή του. Αυτό το πράγμα ήταν.

Γιατί του επιφυλάσσετε τέτοιο τέλος άδοξο;

Γιατί η διαρκής χαρά δεν σε πάει πουθενά, αυτή είναι η ζωή. Γολγοθάς είναι η ζωή, αυτό να το κατανοήσουμε, η διαρκής χαρά δεν σε προχωράει. Κανείς δεν έχει διαρκή χαρά, μόνο ο ζουρλός ή ο χαπακωμένος, κι αυτοί μέσα τους όμως κάτι θα βρουν, αν ψάξουν...

Είναι κοινωνικό ζήτημα τελικά ο πόθος;

Σαφέστατα και είναι. Η σάρκα, το αίτημα της σάρκας, ο έρωτας, η καύλα. Χωρίς καύλα ζει κανείς; Χωρίς καύλα δεν θα ερωτευόμασταν. Είναι πολύ ισχυρό το ένστικτο, και ειδικά εκείνη την εποχή που για μας τα αγόρια ήταν δύσκολο το σεξ. Μην κοιτάς τώρα που είναι αλλιώς, τότε για να πλησιάσεις κοπέλα ήταν ένα τεράστιο βήμα. Ήταν δύσκολες οι σχέσεις. Η παρθενιά ήταν προσόν τεράστιο και το πού θα την χάριζε η κοπέλα ήταν ολόκληρο ζήτημα. Όχι για την ίδια, γιατί η σάρκα της την οδηγούσε, αλλά για τον περίγυρο, την οικογένεια. Ήταν μεγάλο πράμα, γι' αυτό είχε και τόσα πολλά εγκλήματα τιμής. Οι τσαμπουκάδες για τη γυναίκα ήταν καθημερινοί, το λένε κι όλα τα λαϊκά τραγούδια που μιλάνε μόνο για έρωτες, πόνους και «θα σε σφάξω»...

Ήταν πιο ξεκάθαρες οι θέσεις πιστεύετε;

Ήταν. Επειδή ήταν μικρές οι κοινωνίες. Δεν ήταν πολύπλοκες. Ήταν δηλαδή πολύ μικρές οι συντεταγμένες και οι συνιστώσες που κινούνταν οι άνθρωποι: να ζήσει, να βρει δουλειά, να φάει, με την οικογένειά του, να σπουδάσει τα παιδιά του. Τα μέσα που είχαμε ήταν πολύ λίγα. Χθες μου ήρθε ένα καινούργιο στρώμα, μαλακό, και θυμάμαι πού κοιμόμασταν τότε που ήμασταν κοντά στην αρχαϊκή εποχή (γέλια). Μετά τη χούντα έγιναν τεράστια αναπτυξιακά και οικονομικά άλματα εδώ στην Ελλάδα. Ο πατέρας μου μου έλεγε για πλάκα «ρε συ, με τη φουφού μεγαλώσατε και μου θες τώρα πράματα»... Δεν μπορείς να συλλάβεις εύκολα την πρόοδο που έχει γίνει. Κι ας είναι πιο πολύπλοκη η ζωή σήμερα και οι απαιτήσεις μεγαλύτερες.

Υπήρξε και προσωπική απογοήτευση, κύριε Σκρουμπέλο, από την εξέλιξη της Αριστεράς, ο Μπόης στο τέλος του βιβλίου μοιάζει απογοητευμένος.

Ο Μπόης εκφράζει εκείνη την εποχή. Μέσα στα σπάργανα της ΕΔΑ υπάρχει η διάσπαση του ΚΚΕ εσωτερικού, υπάρχει η άνθιση σε σχέση με το δογματισμό που έφερναν οι του εξωτερικού, οι εξόριστοι. Εκφράζει ένα πνεύμα ανανέωσης, το «σφάξε με, αγά μου, για να αγιάσω» δηλαδή, και οι υπογραφές (οι εθελοντικές θυσίες) έπρεπε να τελειώσουν κάποτε στην Αριστερά. Ήμασταν το μοναδικό κόμμα που λόγω μιας υπογραφής πήγαιναν άνθρωποι στο θάνατο. Απογοήτευση προσωπική δεν υπήρξε. Καμία. Ο πατέρας μου ήταν απογοητευμένος, αλλά είναι και θέμα ανθρώπου, πιστεύω. Ξέρεις κάτι; Η γενιά του πατέρα μου δεν κατάφερε να αναπληρώσει το ιδεολογικό κενό και το χάσμα που τους προέκυψε, γιατί αυτοί συγκρούστηκαν πιστεύοντας στα ανθρώπινα δικαιώματα και τη λαϊκή δημοκρατία. Δηλαδή ήταν κοιμισμένοι 100 χρόνια πίσω. Είχαν μοιραστεί τα κράτη κι αυτοί πίστευαν στη λαϊκή δημοκρατία, σκοτώνονταν γι' αυτό το λόγο. Η δικιά μου γενιά δεν το είχε αυτό, γιατί ανοίχτηκαν σε ιδέες καινούργιες, μπήκε μια καινούργια θεώρηση των πραγμάτων και προχωρήσαμε, δεν μείναμε στα παλιά. Ο πατέρας μου έμεινε στα παλιά. Είχε αποτέλεσμα η θυσία τους πάντως, το ότι υπήρξαν τα παιδιά τους είναι αποτέλεσμα, απλά δεν μπορούσαν να το δούνε.

Τα ιδανικά εκείνης της εποχής τι απέγιναν;

Ήταν άλλες οι συνθήκες ζωής τότε. Κοίταξε, η κοινότητα υπήρχε, η γειτονιά υπήρχε, συνέτρεχε τότε ο ένας στον πόνο του άλλου γιατί και ο ίδιος άμα πάθαινε κάτι ήθελε βοήθεια. Τώρα πια ζούμε με πολύ μεγάλες ανέσεις, κι οπότε, ο καθένας ατομικά νομίζει ότι μπορεί να τα καταφέρει. Έχουν σπάσει οι γειτονιές, έχουν αλλάξει οι συνθήκες τελείως. Τα περισσότερα σημερινά παιδιά έχουν ιδανικά, είμαι σίγουρος, απλά δεν μπορώ να τα ανιχνεύσω - αυτό δεν σημαίνει ότι δεν έχουν. Δεν υπάρχει γενιά χωρίς ιδανικά, θα αυτοκτονούσαν όλοι, θα έπεφταν στη θάλασσα.

Είναι η καριέρα ιδανικό άραγε; Έχουν περιθώρια σε αυτό τον αγώνα για να διακριθούν να σκεφτούν ότι πρέπει να αλλάξουν τον κόσμο;

Υπάρχει η άνοδος και η πτώση. Περνάμε μια μεταβατική περίοδο, η οποία όμως νομίζω ότι πολύ σύντομα θα βρει το δρόμο της. Το φαινόμενο Τσίπρα δείχνει την τάση του κόσμου για ένα πράγμα αντιδογματικό, φρέσκο. Μπορεί να φέρει και το καινούργιο, την καινούργια αναζήτηση, το καινούργιο ιδανικό, γιατί όχι. Η κόρη μου πάει στο Πολυτεχνείο, έχει ιδανικά. Δεν είναι κατ' ανάγκη αριστερή, ποτέ δεν της μίλησα για Αριστερά, παρ' όλο που ξέρει για μένα, αλλά έχει έναν ουμανισμό, πιστεύει στον άνθρωπο.

Είναι ο Τσίπρας Αριστερά, κύριε Σκρουμπέλο;

Οι έννοιες αυτές έχουν φθαρεί πια, Αριστερά, Δεξιά, Κέντρο. Είναι μπερδεμένοι πια οι άνθρωποι, «πούστηδες και παλικάρια γίναμε μαλλιά κουβάρια» (γέλια). Είναι πάντως ένα φρέσκο πράγμα που πάει να καθαρίσει τη σαπίλα και τη σαβούρα που βλέπουμε κάθε μέρα. Τη λάσπη. Εντάξει, ας μην έχει και το μεγάλο λόγο του μαρξισμού, χέστηκα αν τον έχει ή δεν τον έχει, μόνο που ταράζει τα νερά σε αυτήν τη φάση, μου αρκεί εμένα. Μια δροσερή φάτσα θέλω, που να μην λέει μαλακίες και να μην είναι μισαλλόδοξος. Η μισαλλοδοξία σήμερα σε πάει στο άλλο άκρο.

Αν δούμε μακροπρόθεσμα όλους αυτούς τους αγώνες, τι αποτέλεσμα είχαν; Ο Μάης του '68 δεν οδήγησε μετά από 40 χρόνια στον Σαρκοζί;

Κάνεις λάθος, δεν είναι ανώφελοι. Οι αγώνες του Μάη του '68 ενσωματώθηκαν στην καθημερινότητα και πέτυχαν καλύτερες συνθήκες εργασίας, καλύτερες διεκδικήσεις, οι ομοφυλόφιλοι σήμερα αναγνωρίζονται και δεν τους κυνηγάνε. Δεν μπόρεσε η κοινωνία να πάει παραπάνω, αλλά είναι σε πτώση η ίδια η κοινωνία γενικά. Κάθε αγώνας δεν μπορεί να είναι αιώνιος, δίνει αυτό που έχει να δώσει, σβήνει και πας για άλλον. Αλλιώς θα ήμασταν ακόμα στις σπηλιές και θα το απολαμβάναμε. Και ο δικός μας ο αγώνας δεν χάθηκε, ανεξάρτητα αν έχει φθαρεί και σήμερα δεν υπάρχει. Κερδίσαμε πράγματα.

Τι κερδίσατε;

Κερδίσαμε ελευθερίες που δεν τις είχαμε. Δεν έχεις ζήσει την εποχή της πρώτης καραμανλικής οκταετίας, έβγαινα στο δρόμο και μας έπιανε κάθε τρία βήματα η αστυνομία για εξακρίβωση. Η ελευθερία που απολαμβάνει ο νέος σήμερα οφείλεται σε αυτούς τους αγώνες, που σπάγαμε τη μούρη μας με το αυταρχικό κράτος της Δεξιάς, το μετεμφυλιακό. Για να μην πω τη φτηνή έννοια «με τους μπάτσους», γιατί κι ο μπάτσος τι είναι; Υπηρετεί ο άνθρωπος το κράτος το οποίο τον έχει διορίσει. Σήμερα η Ελλάδα έχει δημοκρατία, πράγματι, κι αυτή τη δημοκρατία δεν την έχουμε ξαναζήσει. Εμάς πιτσιρίκια 15-16 χρονών μας έπιαναν και μας πήγαιναν στην ασφάλεια τρεις φορές την ημέρα για εξακρίβωση, για να μας σπάσουν τον τσαμπουκά, επειδή ήμασταν γειτονιά λαϊκή, αριστεροί κατά παράδοση. Είχαν και χαφιέδες μέσα, ήξεραν ποιος ήταν ο καθένας. Ο πατέρας μου, ο παππούς μου, ο νονός μου, όλοι εκεί πέρα ζούσαν, ήμασταν γνωστοί. Και μην ξεχνάς, τότε δεν υπήρχαν δίαυλοι επικοινωνίας με την υπόλοιπη Ευρώπη, εδώ ήταν μετεμφυλιακό κλίμα, ήταν τρομαγμένος ο κόσμος. Και οι Λαμπράκηδες αυτό δώσανε, δηλαδή ο κόσμος μπορεί να μην τους ακολουθούσε διαφορετικά. Όταν πήγα εγώ δεν ήξερα κανέναν κομουνισμό, δεν ήξερα τι πάει να πει. Πήγα επειδή ήταν μια επαφή με το καινούργιο, με την πρόοδο, με το εξωτερικό, με τη δημοκρατία. Και μετά έμαθα για τον Μαρξ και τον Λένιν και οποιονδήποτε άλλο. Αυτά λοιπόν ενσωματώθηκαν στη σημερινή ελευθερία που απολαμβάνουμε όλοι. Δεν χάνονται οι αγώνες ποτέ. Απλώς αλλάζουν μορφή, ξεφτίζουν τα οράματα, πάμε για άλλα. Έτσι είναι η ζωή. Γεννιόμαστε, ωριμάζουμε, πεθαίνουμε. Δεν σταματάει όμως.

Την έχετε απομυθοποιήσει τη δράση σας την πολιτική;

Όχι, δεν ξέρω τι πάει να πει απομυθοποίηση. Ο μύθος είχε την εποχή του. Τότε. Σήμερα δεν ζεις αυτό το μύθο. Σήμερα καταγράφω αυτά που ήταν μέσα μου.

Το βιβλίο πώς προέκυψε;

Το βιβλίο είναι το τρίτο μέρος μιας τριλογίας, ας την ονομάσουμε έτσι. Το πρώτο που είχα βγάλει ήταν για τη χούντα - Οι Κόκκινοι Φίλοι μου, που αφορά στην οργάνωση Ρήγας Φεραίος, τον αντιδικτατορικό αγώνα. Το BellaCiaoήταν για τον εμφύλιο και το τρίτο είναι για τους Λαμπράκηδες, το 1964. Με αυτό το βιβλίο, τα Μπλε Καστόρινα Παπούτσια, κλείνει ο κύκλος της Αριστεράς. Είναι το χρονικό του 1964, μέχρι την προβοκάτσια του Γοργοπόταμου. Είναι οι εφιάλτες οι δικοί μου. Μπορεί να έχουν πέσει αυτά, αλλά είναι ζωντανά μέσα μου ακόμη, έπρεπε να τα πω. Οφείλω πραγματικά πολλά πράγματα στην Αριστερά, στη λαϊκή γειτονιά ήταν για μένα μια διέξοδος. Ένα σωρό νέα παιδιά της εποχής ήρθαν σε επαφή με έναν οργανωμένο τρόπο σκέψης που σου παρείχε η Αριστερά και πράγματα που δεν τα 'χαμε απ' τους γονείς μας - οι περισσότεροι ήταν διαλυμένοι ή εξόριστοι. Τα γυμνάσια ήταν φανατισμένα με το νεοχριστιανικό πολιτισμό που είχε επιβάλλει το σύνταγμα του 1952. Η Αριστερά μάς έμαθε ένα νέο τρόπο σκέψης και μας έφερε σε επαφή με τις ξένες ελευθερίες της δημοκρατίας που εδώ ήταν άγνωστες. Η ουμανιστική Αριστερά. Μην ξεχνάς τον Πικάσο, τον Ζεράρ Φιλίπ, τον Αραγκόν, ήταν μια μεγάλη γκάμα διανοούμενων καλλιτεχνών στην Αριστερά, κι εγώ από τον Κολωνό πού θα τα μάθαινα αυτά τα ονόματα; Της οφείλω πολλά της Αριστεράς εκείνης της εποχής σε κοινωνικό επίπεδο. Ανεξάρτητα αν σήμερα λες ότι είναι αρτηριοσκληρωτική -και όντως είναι- και τα παλιά συνθήματα δεν αντέχουν πια.

Έχει και ροκ το βιβλίο, ούτε κι αυτό άντεξε...

Βεβαίως, ούτε αυτοί άντεξαν στο χρόνο, γιατί ο καθένας είναι άνθρωπος της εποχής του κι αφού η εποχή φθάρηκε τελειώσαν και τα συνθήματά της, ξέφτισαν. Κάτι άφησαν όμως πίσω τους. Πιστεύω ότι ζούμε σε μια μεταβατική περίοδο, δεν θα αργήσει να γεννηθεί κάτι.

Υπάρχει κάτι που νοσταλγείτε από εκείνα τα χρόνια;

Τίποτα! Μου αρέσει το σήμερα πάρα πολύ, και οι ελευθερίες που απολαμβάνω. Μου αρέσουν και τις εκτιμάω ακόμα περισσότερο, επειδή ακριβώς είχα ζήσει έτσι εκείνα τα χρόνια. Δεν είναι βιβλίο νόστου τα Μπλε καστόρινα Παπούτσια, άλλωστε...

Στο βιβλίο σας κανένας έρωτας δεν έχει αίσιο τέλος. Είναι καταραμένος ο έρωτας;

Όχι! Απλά η ένταση του έρωτα δεν μπορεί να διαρκέσει συνέχεια, ανάβει, σβήνει, οπότε μετά τι παραμένει; Αν συνεχίσει να υπάρχει συνύπαρξη, υπάρχει η αγάπη και ο σεβασμός. Η καύλα σβήνει. Γι' αυτό η Ελλάδα έχει διαφορετική λέξη για την αγάπη και τον έρωτα. Ο έρωτας είναι καύλα...

Τα νέα παιδιά πώς τα βλέπετε; Είναι καλύτερα απ' τη γενιά σας;

Δεν νομίζω ότι είναι θέμα καλύτερου ή χειρότερου, μην το θέτεις έτσι. Είναι η άνοιξη που θα προχωρήσει τα πράγματα με έναν άλλο τρόπο απ' ότι τα προχωρήσαμε εμείς. Κι εξίσου οδυνηρό. Μπορεί εμείς να είχαμε την Ασφάλεια να μας κυνηγάει, αλλά κι αυτά έχουν σήμερα φοβερό ανταγωνισμό, κι είναι κι η γνώση τεράστια. Πρέπει να πολεμήσουν, να δώσουν μάχες.

Πείτε μου μια επαναστατική πράξη σήμερα.

Νομίζω το γεγονός ότι προχωράει μπροστά η ανθρωπότητα, αυτό είναι επαναστατική πράξη. Αν περάσει ο γάμος των ομοφυλόφιλων θα είναι επαναστατική πράξη επειδή σπάει κάποια πρότυπα και εδραιώνει τη δημοκρατία. Και εν πάση περιπτώσει, δείχνει ότι όλοι είμαστε ίσοι. Και ο κομμουνισμός τότε ήταν κάτι το απεχθές για το νοικοκύρη που είχε χάσει το παιδί του ή τα αδέλφια του ή γιατί πίστευε ότι θα τον φάνε οι Ρώσοι! Το δικαίωμα της συνύπαρξης το είχαν οι Αθηναίοι στη Δημοκρατία του Περικλή πριν 2,5 χιλιάδες χρόνια, δεν θα έπρεπε καν να τίθεται θέμα σήμερα.

Κάπου διάβασα ότι τα βιβλία σας είναι μονοθεματικά, είναι κακός χαρακτηρισμός αυτός άραγε;

Δεν ξέρω. Είναι θέμα εμπειριών, αναγκαστικά θα γράψω απ' τη μεριά που έζησα ο ίδιος. Θα μπορούσα να διαβάσω 15 βιβλία ξένης λογοτεχνίας, να τα βγάλω αμάσητα και να μιλάω για οτιδήποτε, αλλά θα ήταν μία μαλακία και μισή. Είναι προτιμότερο να είσαι εσύ, αυθεντικός, κι ας το πιάσουν όσοι θέλουν. Κι αυτός που με χαρακτηρίζει μονοθεματικό προφανώς δεν καταλαβαίνει ούτε ο ίδιος τι εννοεί. Αυτά ξέρω, δεν ξέρω και τίποτα άλλο...