«Γίνε αυτό που είσαι»

«Γίνε αυτό που είσαι» Facebook Twitter
Στη φωτό: Ο Αndré Gide στο Κονγκό.
0

Εκατοντάδες σελίδες χρειάστηκαν για να αναλύσουν το αντιφατικό και άκρως επιβλητικό φαινόμενο «Αντρέ Ζιντ» αλλά και δεκάδες ντοκιμαντέρ, αμέτρητες δευτερεύουσες αναλύσεις, νέες λογοτεχνικές κατηγοριοποιήσεις. Ό,τι όμως ονομάζουμε έργο του δεν αποτελούσε γι' αυτόν παρά μια προσπάθεια να επαναπροσδιορίσει τον εαυτό του και τη λογοτεχνία, να δει μέσα από το ενσαρκωμένο βίωμα πώς θα γίνει αυτό που είναι. Όχι προκλητικός αλλά ανήσυχος, όχι πρωτοποριακός αλλά πρωτοπόρος. Ποτέ δεν θέλησε να ανεμίζουν στο όνομά του μανιφέστα και υψωμένες σημαίες: στο κατεξοχήν αριστούργημά του Οι Κιβδηλοποιοί μέμφεται όσο τίποτε άλλο τη μάταιη αναζήτησης της καινοφάνειας, τα «νέα»» μυθιστορήματα και τις επικρατούσες μόδες κι ούτε κρύφτηκε πίσω από σχολές και από παρέες (παρότι ήταν η ψυχή της λογοτεχνικής επιθεώρησης Nouvelle Revue Française, του πιο διάσημου εντύπου του Μεσοπολέμου). Η λογοτεχνία είναι απλώς ο κόσμος του και ο τρόπος για να υπάρχει. Εργάζεται δίχως οπαδούς και χωρίς να αποδέχεται τις παραδεδομένες αντιλήψεις. Σε όλη αυτή την αμφιβολία του Ζιντ –για τον εαυτό του, το μυθιστόρημα, την κοινωνική του ταυτότητα– οι σύγχρονοί του έρχονται να αντιληφθούν την αβεβαιότητα αλλά και τη συμφωνία τους. Τον θεωρούν κατεξοχήν εκπρόσωπο των συμβολιστών και τον αγκαλιάζουν ταυτόχρονα ως μοντερνιστή και κλασικό. Αυτός, πάλι, δεν κάνει τίποτε άλλο από το να αποτινάσσει διαρκώς από πάνω του τις ταμπέλες – όταν ο Στάλιν τον κάλεσε να εκφωνήσει τον επικήδειο του Μαξίμ Γκόργκι στη μέση της Κόκκινης Πλατείας αποφάσισε ότι ήρθε η στιγμή να αποποιηθεί τον Κομμουνισμό. Το ίδιο συνέβη και με το κίνημα του συμβολισμού, ακόμη και με το σύμπαν του περιοδικού που ο ίδιος δημιούργησε. Το σίγουρο είναι ότι δεν το κάνει για να επαναστατήσει αλλά γιατί δεν βρίσκει πια εκεί καμιά αυτοτέλεια. Γίνε αυτό που είσαι, συνέχιζε μέχρι τέλος να λέει. Ελεύθερος, ανεξάρτητος και μόνος.

Οι «κίβδηλοι» άνθρωποι ορίζονται μέσα από κίβδηλα αισθήματα, τα οποία, με τη σειρά τους, διαμορφώνουν κίβδηλες συνθήκες. Φοβούνται την αλήθεια, τρέφονται από την ευκολία και την προφάνεια.


Από εκεί αφορμάται και το μοναχικό ταξίδι που πραγματοποιεί ο βασικός του ήρωας –τολμούμε να πούμε alter ego του– Εντουάρ στην καρδιά των Κιβδηλοποιών του, τόσο ετοιμάζοντας μόνος του το προσχέδιο για το ομώνυμο μυθιστόρημά του όσο και στις σχέσεις του με τους άλλους και τον κόσμο. Σε αυτό τον παράδοξο εγκιβωτισμό –«mise en abyme» τον ονόμασε ο ίδιος ο Ζιντ σε ομώνυμο κείμενό του– που δημιουργείται από την ύπαρξη του Ημερολογίου του Εντουάρ, από το έργο δηλαδή μέσα στο έργο, ο Γάλλος νομπελίστας καταγράφει τις σκέψεις του για τη λογοτεχνία, η οποία δεν πρέπει να αρκείται στην αποτύπωση των περιστατικών και των χαρακτήρων ούτε να ρέπει στον εύκολο ψυχολογισμό. Εδώ καταγράφονται οι βεβαιωμένες θέσεις του για την ομοφυλοφιλία, η βαθιά του απέχθεια για τους λογοτεχνικούς κύκλους και το «πετυχημένο» μυθιστόρημα, τα οξυδερκή του συμπεράσματα για τον εκφυλισμό της σκέψης. Οι «κίβδηλοι» άνθρωποι ορίζονται μέσα από κίβδηλα αισθήματα, τα οποία, με τη σειρά τους, διαμορφώνουν κίβδηλες συνθήκες. Φοβούνται την αλήθεια, τρέφονται από την ευκολία και την προφάνεια. Απεχθάνονται το βάθος. Βασίζονται στο λίγο και στο ευτελές, όπως κάνει με χαρακτηριστική άνεση και ο συγγραφέας πετυχημένων μυθιστορημάτων της εποχής, Πασαβάν, στους Κιβδηλοποιούς. Παρότι είναι πολλοί οι χαρακτήρες που σατιρίζονται δεόντως στους Κιβδηλοποιούς, ο βασικός κορμός του πολυεστιακού αυτού μυθιστορήματος εντοπίζεται γύρω από τη σχέση των τριών φίλων που μπερδεύονται σε ένα παράδοξο ερωτικό γαϊτανάκι: οι δύο κολλητοί φίλοι Μπερνάρ και Ολιβιέ και ο θείος Εντουάρ. Ο τελευταίος καταφτάνει από την Αγγλία για να συναντήσει τον ανιψιό του –και, όπως αποδεικνύεται, μεγάλο του έρωτα– Ολιβιέ, ο οποίος παρακολουθείται από τον ερωτοχτυπημένο μαζί του Μπερνάρ (ένα αστόπαιδο που το έχει σκάσει από το σπίτι του). Ο Μπερνάρ όχι μόνο κλέβει τη βαλίτσα του ανταγωνιστή του Εντουάρ από τον σταθμό Σαν Λαζάρ αλλά καταλήγει να γίνει και πιστός γραμματέας του. Κι αυτό το καταφέρνει έχοντας ανακαλύψει τα μεγάλα μυστικά του Εντουάρ από το ημερολόγιό του που είχε κρυμμένο στην κλεμμένη βαλίτσα – το οποίο τελικά γίνεται και ένα παράλληλο σχόλιο για το μυθιστόρημα και την αφήγηση, ένα μικρό μανιφέστο των ιδεών του Αντρέ Ζιντ για το μυθιστόρημα. Και κάπου εκεί, ανάμεσα στην αναζήτηση της αλήθειας και του ψεύδους, στο οποίο εν τέλει υποπίπτουν όλοι οι χαρακτήρες τρέφοντας μια εσφαλμένη εικόνα για τον εαυτό τους και τον κόσμο, προκύπτουν και τα κίβδηλα νομίσματα που διοχετεύει στην αγορά ο αδελφός του Ολιβιέ, Ζορζ. Τελικά, ο ανομολόγητος, πλατωνικού τύπου έρωτας Ολιβιέ και Εντουάρ, δηλαδή ανιψιού και θείου, καταλήγει σε δεσμό, ενώ ο Μπερνάρ επιστρέφει στην οικογενειακή εστία.

Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις κάπου υπάρχει και μια γυναίκα, η Λορά. Οι ήρωες φαίνονται να συγκρούονται με την ψευδή αυτοεικόνα τους, να τρέφουν ανύπαρκτα, αν και υποτίθεται βαθιά, αισθήματα και να εγκλωβίζονται σε μια φυλακή που έχουν φτιάξει οι ίδιοι για τον εαυτό τους. Η αδυναμία τους να δουν το προφανές τούς μετατρέπει αυτομάτως και αυθωρεί σε «Κιβδηλοποιούς», σε μοναδικούς διεκδικητές μιας ζωής «σε πτώχευση», όπως θα έλεγε ο Νίτσε. Δεν αποκλείεται, μέσα από την τοιχογραφία των ψευδών χαρακτήρων, ο Ζιντ ουσιαστικά να διαβάζει τους εκπροσώπους της εποχής του, τον δοκησίσοφο, τον δήθεν επαναστάτη αστό, τον ψευτοδιανοούμενο. Αποτραβηγμένος ο ίδιος στο εσωτερικό της ιστορίας του και γράφοντας το ημερολόγιο-σπουδή πάνω στους Κιβδηλοποιούς μέσω του ήρωά του, του Εντουάρ, είχε τη δυνατότητα να κοιτάξει τους ανθρώπους και τη φύση με τον τρόπο που μόνο ένας διεκδικητής της αλήθειας μπορεί. Στην πραγματικότητα, ο Ζιντ ήθελε να αποδομήσει όλα τα προκατασκευασμένα διλήμματα που έθεταν οι συγκαιρινοί του –φιλόσοφοι ή λογοτέχνες– ανάμεσα στη διάνοια και τις αισθήσεις, την παραστατικότητα και την αφαίρεση, τον ρεαλισμό και τη θρησκεία. «Το θάμβος της πίστης κάνει αυτούς τους ανθρώπους τυφλούς απέναντι στον κόσμο που τους περιβάλλει αλλά και απέναντι στον εαυτό τους. Εγώ, πάλι, που δεν θεωρώ τίποτα τόσο σημαντικό όσο την πνευματική διαύγεια, μένω κατάπληκτος μπροστά στο μέγεθος του ψεύδους με το οποίο μπορεί να μείνει ικανοποιημένος ένας πιστός» γράφει σχετικά στους Κιβδηλοποιούς. Η κατάρρευση της βεβαιότητας, ωστόσο, σε καμιά περίπτωση δεν σημαίνει ότι ο λογοτέχνης πρέπει να διέπεται από έναν υψιπετή ιδεαλισμό ή να υποκύπτει στα αφελή συμπεράσματα της φυσιοκρατίας. Οι ιδέες είναι αληθινές στον βαθμό που μεταποιούν την πραγματικότητα και τη συνοψίζουν – η συνοχή του κόσμου είναι η συνοχή μιας ιδέας κι ενός πράγματος. Μέσα από το μυθιστόρημα οι ιδέες εικονοποιούν το αίνιγμα της πραγματικότητας και εκείνο με τη σειρά του τις δικαιώνει. Εφόσον μυθιστόρημα και ιδέες είναι φτιαγμένα από την ίδια στόφα, θα πρέπει και οι ιδέες να διαμορφώνονται κατά κάποιον τρόπο μέσα στα πράγματα ή θα πρέπει η φανερή ορατότητα των πραγμάτων να αποκαλύπτεται με έναν τρόπο εσωτερικό και σχεδόν μυστικό – ο μυστικισμός ήταν για τον Ζιντ μέρος της φύσης. Το ακριβές και απέριττο ύφος, οι αποκαθαρμένες από περιττά στολίδια περιγραφές, οι λεκτικές ποιότητες που θέλουν να αποκαλύψουν και όχι να παρασύρουν (σε λανθασμένα μονοπάτια) βρίσκονται στα βιβλία του σε απόλυτη αρμονία, έχοντας ως μοναδικό σκοπό να αποκαλύψουν τη βαθύτερη αλήθεια. Αυτή η αποκαλυπτική, σχεδόν μετασχηματιστική δύναμη της λογοτεχνίας, είναι που ορίζει την επαναστατική της χάρη, καθώς προκύπτει και δεν επιβάλλεται, αναφύεται ως απαραίτητη ανάγκη μέσα από το εσωτερικό πλέγμα της αφήγησης. «Η πραγματικότητα με ενδιαφέρει χάρη στην πλαστικότητά της – ενδιαφέρομαι περισσότερο γι' αυτό που θα μπορούσε να υπάρξει, απείρως περισσότερο απ' ό,τι γι' αυτό που υπήρξε κάποτε. Σκύβω, σε μεγάλο βαθμό που να νιώθω ίλιγγο, ώστε ν' ανακαλύψω τις δυνατότητες του κάθε πλάσματος και θρηνώ για καθετί που καταδικάζεται σε ατροφία από το βάρος των ηθών».


Ποια, επομένως, είναι η συμπερασματική θέση του Ζιντ σε ένα μυθιστόρημα που παραμένει εσκεμμένα ανοιχτό σε καταληκτικές θέσεις; Όχι ανατροπή για την ανατροπή –αφού κι αυτή ουσιαστικά προϋποθέτει ένα είδος εμμονικής στοχοπροσήλωσης– αλλά μια ειρωνική και διορατική αμφιβολία. Σαν αυτή που διέκρινε από την πρώτη στιγμή ο Ζιντ στον αγαπημένο του φίλο Όσκαρ Ουάιλντ και σαν αυτή που κράτησε από την «ανάποδη» ανάγνωση του Λα Ροσφουκό (υπάρχουν αναφορές στο βιβλίο). Πρόκειται για μια στωική και βαθιά φιλοσοφική στάση ζωής που έδινε πρωτεύοντα ρόλο στις ιδέες αλλά και επέμενε μέσα από αυτήν τη συμπαθητική –με την αρχαία έννοια– ενατένιση να προτείνει και να διακρίνει το καινούργιο: «Αυτή η οξυδέρκεια, κύριο συστατικό της οποίας είναι η συμπάθεια, που θα μας επέτρεπε να υπερβαίνουμε τις διαφορετικές εποχές της ζωής μας είναι, άραγε, απαγορευμένη; Ποια προβλήματα θ' απασχολούν αύριο εκείνους που έρχονται; Γι' αυτούς θέλω να γράψω. Να δώσω τροφή σε περιέργειες που δεν έχουν εκδηλωθεί ακόμη, να ικανοποιήσω απαιτήσεις που δεν έχουν προσδιοριστεί ακόμη ακριβώς, ώστε αυτοί που σήμερα δεν είναι παρά παιδιά να εκπλήσσονται αύριο, όταν θα με βρίσκουν μπροστά τους» – και το κατάφερε με το παραπάνω. Πολύ ορθά οι εκδόσεις Πόλις αποφάσισαν να εκδώσουν τους Κιβδηλοποιούς μαζί με τα σχετικά «Ημερολόγιά» τους σε νέα, ακριβή απόδοση από τον Ανδρέα Παππά και κατατοπιστικότατη εισαγωγή από την Αλεξάνδρα Σαμουήλ, παραθέτοντας επίσης κείμενα που ανέδειξαν τη σπουδαιότητα του Ζιντ και των Κιβδηλοποιών του. Άλλωστε, δεν πρόκειται απλώς για ένα μυθιστόρημα αλλά για τον τρόπο που ο κάθε λογοτέχνης μπορεί να ζει και τελικά να γίνεται οι ιδέες του, αποτελώντας, όπως έλεγε και ο Σαρτρ για τον Ζιντ, «ένα αναντικατάστατο παράδειγμα, γιατί επέλεξε να γίνεται η αλήθεια του». Τόσο απλά, τόσο αληθινά.

0

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

Χλόη Κολύρη: «Ποιος είπε ότι οι ηλικιωμένοι δεν ερωτεύονται;»

Βιβλίο / Χλόη Κολύρη: «Ποιος είπε ότι οι ηλικιωμένοι δεν ερωτεύονται;»

Με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Τρίτης Ηλικίας, η ψυχίατρος-αναλύτρια και συγγραφέας εξηγεί τι είναι το νέο γήρας και πώς μπορούν οι ηλικιωμένοι σήμερα να καταρρίψουν τα στερεότυπα, να εξέλθουν από την κοινωνική απομόνωση και να διεκδικήσουν όλα όσα επιθυμούν και τους αξίζουν. 
ΛΟΥΙΖΑ ΑΡΚΟΥΜΑΝΕΑ
Γιώργος Χωματηνός: «Οι Βρίκελοι είμαστε εμείς, οι ζωντανόνεκροι της ιστορίας»

Βιβλίο / Ο Γιώργος Χωματηνός έγραψε ένα βιβλίο για τους βρικόλακες της ιστορίας: εμάς

Οι «Βρίκελοι» είναι ένα μυθιστόρημα-επίτευγμα, όπου, με συναρπαστική γλώσσα και μοναδικό ρυθμό, συναντιούνται το δημοτικό τραγούδι, η αρχαία τραγωδία, η λαϊκή και λόγια παράδοση, σε ένα έργο που μιλά για μια κοινωνία που έχει χάσει την αίσθηση του συνανήκειν.
M. HULOT
Βερένα Κέσλερ: «Υπάρχουν πράγματι πολλά κοινά μεταξύ της κουλτούρας των ναρκωτικών και αυτής των αναβολικών και των λογής συμπληρωμάτων διατροφής»

Βιβλίο / Βερένα Κέσλερ: «Όσο πιο πολλά “άψογα” σώματα βλέπεις, τόσο νιώθεις ότι το δικό σου υστερεί»

Η Γερμανίδα συγγραφέας που γνώρισε μεγάλη επιτυχία με το «Γυμναστήριο», ένα μυθιστόρημα-θρίλερ για την εμμονή με την αυτοβελτίωση και την κουλτούρα της γυμναστικής, μιλά στη LiFO. 
ΘΟΔΩΡΗΣ ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ
Η ανυπότακτη, μυστηριώδης, ερωτική, Αβάνα του Λεονάρδο Παδούρα

Βιβλίο / Η ανυπότακτη, μυστηριώδης, ερωτική, Αβάνα του Λεονάρδο Παδούρα

Ο κορυφαίος Κουβανός συγγραφέας μάς ξεναγεί στην πόλη που αγάπησε βαθιά και αρνήθηκε να εγκαταλείψει. Στη συναρπαστική «Αβάνα» του, τη δείχνει τραυματισμένη αλλά και ακατάλυτη, να αντιστέκεται πεισματικά στη λήθη.
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ
Γεωργία Παπαγεωργίου, επιμελήτρια κειμένων

Οι Αθηναίοι / Γεωργία Παπαγεωργίου: «Δεν υπάρχει βιβλίο χωρίς λάθος»

Από τα παιδικά χρόνια στο Παγκράτι και τη Φιλοσοφική μέχρι τη γνωριμία με τον Φίλιππο Βλάχο και τη δημιουργία του εκδοτικού «Κείμενα», η ακαταπόνητη επιμελήτρια βιβλίων μιλά για την τέχνη της διόρθωσης, την ενασχόληση με την τυπογραφία, τις προσωπικότητες που συνάντησε και την ελπίδα που βλέπει σήμερα.
M. HULOT
Τι θα κάνατε αν βρίσκατε 350.000 ευρώ;

Το πίσω ράφι / Ο Κωνσταντίνος Τζαμιώτης ρωτά: Τι κάνεις αν βρεις 350.000 ευρώ;

Στο μυθιστόρημά του «Η πόλη και η σιωπή», ο διακεκριμένος συγγραφέας αφηγείται την ιστορία ενός σκληρά δοκιμαζόμενου ανθρώπου που παλεύει να διαφυλάξει την ακεραιότητά του, εν μέσω της οικονομικής κρίσης, στα τέλη της δεκαετίας του 2000.
ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ
Mάργκαρετ Αλεξίου (1939-2026)

Guest Editors / Mάργκαρετ Αλεξίου (1939-2026): Η γυναίκα που μελέτησε πώς πενθούν οι Έλληνες

Καθηγήτρια επί δύο δεκαετίες στο Πανεπιστήμιο του Μπέρμιγχαμ, προτού διαδεχθεί τον Γιώργο Σαββίδη στην Έδρα Σεφέρη του Χάρβαρντ, η επιδραστική ερευνήτρια της ελληνικής γραμματείας έφυγε πριν από λίγες ημέρες από τη ζωή, αφήνοντας μια σπουδαία παρακαταθήκη.
ΚΙΜΩΝ ΒΕΛΙΤΖΑΝΙΔΗΣ
Ίαν ΜακΓιούαν: «Ξέρεις πόσο ανόητοι μπορούν να γίνουν οι έξυπνοι;» 

Βιβλίο / Ίαν ΜακΓιούαν: «Ξέρεις πόσο ανόητοι μπορούν να γίνουν οι έξυπνοι;» 

Λίγο προτού έρθει στην Ελλάδα, ο σπουδαίος Βρετανός συγγραφέας μιλά αποκλειστικά στη LiFO για το νέο του μυθιστόρημα «Τι μπορούμε να γνωρίζουμε», την τεχνητή νοημοσύνη, την κλιματική αλλαγή, τη μνήμη και τους νέους.
ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΝΤΑΖΟΠΟΥΛΟΣ
Μάκης Μαλαφέκας, συγγραφέας

Οι Αθηναίοι / Μάκης Μαλαφέκας: «Τα social media παράγουν ακατάσχετα μέσους όρους»

Από τα παιδικά χρόνια στη Νεάπολη Εξαρχείων και τα πρώτα διαβάσματα μέχρι τις σπουδές στο Παρίσι και τη συγγραφή αστυνομικών, ο γνωστός συγγραφέας μιλάει στη LiFO για τη χαρά της δημιουργίας, την επιτυχία του «Deepfake» και για το πόσο μοιάζει στον ήρωά του Μιχάλη Κρόκο.
M. HULOT