Παιδί, είχα την τύχη να μάθω τη «δουλειά» σε δυο μεγάλες σχολές του παρεμβατικού δημόσιου λόγου. Είμαι από τους ελάχιστους που έχουν συνεργαστεί ενεργά και με το «Αντί» και τον «Πολίτη». Στο «Αντί» του Χρήστου Παπουτσάκη έμαθα ότι η δημοσιογραφία είναι μια δουλειά στην οποία χρειάζεται να κάνεις τα πάντα, αρχισυνταξία και σκούπισμα ταυτόχρονα και σε αντάλλαγμα γνώρισα όλη την Ελλάδα (και μερικούς ξένους) της πολιτικής ανάλυσης, της διπλωματίας, των επιστημών, της λογοτεχνίας, της κριτικής, των τεχνών. Στον «Πολίτη» του Άγγελου Ελεφάντη κατανόησα τη δυναμική της ομάδας με κοινά ενδιαφέροντα και εξίσου κοινές, αυστηρές αρχές, κι επίσης ότι, όποια κι αν είναι η ιδεολογική βάση σου, στη δουλειά οφείλεις να την επικαλείσαι μόνο για να ξεκινάς - συχνά η ίδια η ιδεολογική βάση σού επιβάλλει να «τσακώνεσαι» ακόμα και με τους ιδεολογικά συγγενείς σου.

Δεν ήταν οι μοναδικές επιρροές μου. Ο σκηνοθέτης Σταύρος Τορνές μού έμαθε πολύ νωρίς το πείσμα και το πάθος, τη δουλειά με λίγα κι ότι αξίζει τον κόπο να μην είναι συνάθροιση κοινοτοπιών, έστω κι αν είναι για ελάχιστους. Ο επίσης σκηνοθέτης Σταύρος Τσιώλης, εκτός των άλλων, μου δίδαξε τι σημαίνει πραγματικά ειρωνεία, κυρίως ημών των ιδίων και των ρόλων που παίζουμε. Ο Χρήστος Βακαλόπουλος ήταν αυτός που με μύησε στο στυλ - κι ας με απέτρεψε κάποτε από το να δεχτώ μια υποτροφία σπουδών σκηνοθεσίας πλάι στον Κουροσάβα, στην Ιαπωνία! Ο Ριχάρδος Σωμερίτης μού υπέδειξε με γαλατική αβρότητα πώς να είμαι «ξεψάρωτος» με διάφορους που συναντώ, πώς να μην ντρέπομαι για τις κακές σπουδές μου. Πολλοί ακόμα άνθρωποι με βοήθησαν να μάθω τη δουλειά της δημόσιας παρέμβασης. Μερικοί δεν το φαντάζονται, νομίζουν ότι πιστεύω πως με έβλαψαν επειδή μου έκαναν κριτική, δημοσίως και ιδιωτικώς. Κάποια μέρα, ιδιωτικώς, πρέπει να τους βρω και να τους ευχαριστήσω: χωρίς τις επικρίσεις τους θα ήμουν ένα επηρμένο ψώνιο. Και τώρα είμαι ψώνιο, αλλά απλό.

Τα αγγλικά μου ήταν και παραμένουν άθλια. Για πολλά χρόνια, από τα πρακτορεία ξένου Τύπου αγόραζα μόνο δυο ειδών ξένα έντυπα: κόμικς της Μάρβελ κι ένα περιοδικό με γράμματα, που είχε την ίδια ατσούμπαλη, απλή τυπογραφία του «Αντί» (την «κλασική» τυπογραφία των βιβλίων), το «New York Review of Books». Χάρη σ' αυτά, έμαθα τουλάχιστον να διαβάζω τη γλώσσα, ενώ ταυτόχρονα παρακολουθούσα τι συνέβαινε έξω στον κόσμο κι εδώ δεν συχνά έφτανε ούτε ως απόηχος. Από παλιά ονειρευόμουν τι καλά που θα ήταν να βγάζαμε ένα περιοδικό όπως το «New York Review of Books» και στην Ελλάδα, μια λίμπεραλ φωνή, χωρίς προκαταλήψεις και αποκλεισμούς (εκτός από τους καθυστερημένους που, άλλωστε, μπορούν να φιλοξενούνται οπουδήποτε αλλού), όπου να γράφουν απλά οι πιο σοβαρές πένες, δημοσιογράφοι και καθηγητές και, κάποια στιγμή, χωρίς να το καταλάβουμε, να έχουμε και στην Ελλάδα μια κοινότητα σοβαρών ανθρώπων, παρεμβατική, με λόγο και χωρίς τουπέ, που να θέτει τα ζητήματα, να τα αναλύει, να τα συζητά, ακόμα και να παθιάζεται γι' αυτά και να καβγαδίζει. Κι όλα αυτά αναλυτικά, χωρίς αφορισμούς, χωρίς την αίσθηση ότι «είμαστε ένα ιερατείο, ξέρουμε εμείς, ακούστε μας».

Πρώτη απόπειρα να φτιαχτεί μια τέτοια ενότητα παρεμβατικότητας, μια κυψέλη ζωής, έγινε πέρυσι. Με τον Μανώλη Βασιλάκη, αιώνες γνωστό, «κλέψαμε» τα συστατικά του «New York Review of Books» και φτιάξαμε το «Athens Review of Books». Πήγε καλά, τουλάχιστον ως προς την αποδοχή, υπήρχε όντως ένα μικρό κοινό στην Ελλάδα που το είχε ανάγκη. Θα μπορούσε να συνεχίσει να βγαίνει, θα μπορούσαμε να είμαστε κάτι σαν το δίδυμο Επστάιν και Σίλβερς του πρωτοτύπου. Δυστυχώς, τα πράγματα δεν έγιναν έτσι, δεν καταφέραμε να λειτουργήσουμε με τρόπο συμπληρωματικό και δημιουργικό, χρειάστηκε να φύγω από εκείνο το εγχείρημα.

Μια προσωπική ήττα; Και τι έγινε, κάτι τρέχει στα γύφτικα. Η ελευθερία και ο ανταγωνισμός δεν έβλαψε κανέναν. Μπορούσαμε να κάνουμε κάτι στο ίδιο μοντέλο, πιο επαυξημένο και βελτιωμένο; Μπορούσαμε, και γρήγορα. Απευθύνθηκα στους φίλους και τους συνεργάτες, με ορισμένους είχαμε συνεργαστεί στο «Athens Review», με ορισμένους άλλους αλλού, με ορισμένους γνωριστήκαμε επ' ευκαιρία και με ορισμένους άλλους γνωριστήκαμε στο μεταξύ. Ανταποκρίθηκαν πολλοί: Παπαδάτος, Σωτηρόπουλος, Κουντούρης, Κιντή, Μανδραβέλης, Παπαθεοδώρου, Ναούμ, Γιαννακάκη, Γκαλινίκη, Δημητρακάκη, Τέλλογλου, Μητσός, Τσιούρας, Βογιατζής, Δουλγερίδης, Σιακαντάρης, Καρτάλου, Δαμιανίδη, Δημητρολόπουλος, Χόπουλος, Χαρκιολάκης, Στεφάνου, Τσαντσάνογλου, Ταξοπούλου, Μαρωνίτη, Μανδηλαρά, Στεφανή, Παπανικολάου. Κάπως έτσι προέκυψε το Περιοδικό των Βιβλίων, το «Books' Journal» όπως το είπαμε (εν γνώσει μας ένας μικρός σολοικισμός στον τίτλο, για να μη μοιάζει με τίποτα γνωστό και να μπορέσουμε να τρέξουμε γρήγορα). Στόχος μας, να φτιαχτεί επιτέλους η παρεμβατική ομάδα.

Δεν είμαστε όλοι ίδιοι. Στα μόνα που συμφωνούμε είναι η εγκυρότητα των κειμένων και η ανάγκη της ελευθερίας (εντάξει, δεν θέλουμε να έχουμε σχέση και με όσους λένε σοβαρά ότι είναι καλύτερα να χρεοκοπήσει η χώρα). Ελευθερία δεν σημαίνει ότι φιλοξενούμε ό,τι να 'ναι, γι' αυτό διεκδικήσαμε να φτιαχτεί μια επιστημονική επιτροπή, να μας συμβουλεύει και να μας ξελασπώνει όταν τίθεται θέμα σοβαρότητας κάποιων κειμένων. Ορισμένοι καθηγητές δέχτηκαν ασμένως, στόχος είναι να συμπληρωθεί και με άλλες ειδικότητες. Και ναι, επιτέλους φτιάξαμε μια ομάδα: σχετικώς νέοι (αλλά όχι πολύ νέοι, όλων το μυαλό έχει πήξει), παρακολουθούμε τα πράγματα, τις ιδέες, τα βιβλία, εδώ κι αλλού, γράφουμε και φωνάζουμε να γράψουν και όσοι ξέρουμε ότι έχουν κάτι να πουν κι έχουν διαθεσιμότητα.

Δεν είμαστε της κουλτούρας του τσάμπα, αν και όλοι δουλέψαμε τσάμπα - δεν θα ήταν δυνατόν να βγει ένα τέτοιο έντυπο με λεφτά, κανένας επιχειρηματίας δεν θα επένδυε σε ένα περιοδικό που με βία θα πουλήσει στην καλύτερη των περιπτώσεων 2.000-2.500 αντίτυπα (και αν...). Τα λεφτά που χρειάστηκαν τα έβαλα εγώ. Είχα κάτι οικονομίες από τη δουλειά μου - για πρώτη φορά αισθάνομαι την υπεραξία μου να πιάνει τόπο. Αλλά στόχος είναι κάποια στιγμή να μπορούν οι συνεργάτες να πληρώνονται κι ακόμα να μην καταχρόμαστε το γραφείο και την καλή διάθεση του φίλου σκηνοθέτη Σταύρου Καπλανίδη που καλά καθούμενα έχει αναλάβει όλα τα πρακτικά, τη δεξιοτεχνία του κουμπάρου-φίλου-γραφίστα Ανδρέα Ρεμούντη, ο οποίος συνεχίζει το τσάμπα που είχε αρχίσει στο «Athens Review», τον χρόνο των ανθρώπων που δουλεύουν γι' αυτό (που δεν τους περισσεύει)...

Κάπως έτσι έφτασε στα περίπτερα (και καθυστερημένα και στα βιβλιοπωλεία) το νέο, εντελώς ανεξάρτητο περιοδικό, το «Books' Journal» (σύμβουλος έκδοσης η μεταφράστρια και κριτικός λογοτεχνίας Κατερίνα Σχινά, αρχισυντάκτρια η δημοσιογράφος Όλγα Σελλά). Το περιοδικό έχει μεγάλες σελίδες γεμάτες γράμματα, λίγες συνοδευτικές και κατατοπιστικές των κειμένων φωτογραφίες, αγωνία για γραπτά, για ύφος, για επιχειρήματα, την επένδυση πολλών ανθρώπων σε διάβασμα και ένα υποδόριο κέφι για μια δουλειά που μας κουράζει αλλά δημιουργικά, γιατί δεν την κάνουμε από αγγαρεία. Θα βγαίνει κάθε μήνα, οσονούπω ετοιμάζει και ηλεκτρονική έκδοση, παρακαλεί την προσοχή σας, την προσοχή των αναγνωστών (από τον άλλο μήνα θα τους καλέσουμε να γίνουν συνδρομητές) αλλά και των διαφημιζομένων (αν δεν έχουμε διαφημίσεις, θα πρέπει να δουλεύουμε περισσότερο για να βγάλουμε το κόστος και κάτι τέτοιο δεν μπορεί να γίνεται για πάντα).

Ένα πράγμα θέλω να πω για το τέλος. Το κίνητρό μας δεν είναι εμπορικό, είναι πιο πολύ το πάθος και η λόξα μας. Αλλά αν το «προϊόν» (διότι προϊόν είναι, παράγεται και ζητάει την προσοχή και τα 5 ευρώ των αναγνωστών) πάει στην αγορά, μπορεί να είναι ένα θετικό μήνυμα για το τι σημαίνει ακριβώς κρίση του Τύπου και τι μπορεί αυτή η κρίση να γεννήσει. Ελπίζουμε να σας γίνουμε απαραίτητοι.