Τι ενώνει τα 27 διηγήματα του Μεταξύ σφύρας και Αλιάκμονος;

Οι εμμονές μου, πολλές φορές με διαφορετική γωνία οράσεως και με άλλο τόνο. Πάντα υπάρχουν οι θεματικές καθηλώσεις: η σχέση με το νερό, η μοναχικότητα, η φθορά, ο έρωτας, η απώλεια, η οδύνη, τα γηρατειά. Αλλά και η αιφνίδια ανατροπή - η έκπληξη των πραγμάτων. Η στιγμή που, μέσα στον καθημερινό βίο, συμβαίνει κάτι, ανοίγονται οι ουρανοί και τα πράγματα αποκαλύπτονται διαφορετικά.

Και τότε;

Τότε εκτρέπεσαι από τη συνήθη όραση, τότε μπορεί να έρθει η εξοικείωση με μία αντίληψη χαράς της ζωής. Όχι ο χαζοχαρούμενος ενθουσιασμός, αλλά η συγκατάβαση, η εγκόλπωση ή η εσωτερίκευση μιας μοίρας την οποία θα βιώσεις μ' έναν τρόπο θεληματικά ενθαρρυντικό. Ξέρεις δηλαδή τι θα συμβεί στη συνέχεια και στο τέλος της ζωής, ωστόσο, προσπαθείς να δώσεις σε όλα μια διαφορετική αξία, να τα φωταγωγήσεις για να γίνουν μοναδικά - κι έτσι να καταξιωθούν η ώρα και το δευτερόλεπτο μέσα στον βίο σου.

Ποια είναι τα υλικά ενός πετυχημένου διηγήματος;

Χρειάζεται κάποιο ριζικό, να υπάρχει έμπνευση, να υπάρχει η άνωθεν επίσκεψις, το αστραποβόλημα που ερεθίζει το μυαλό σου και το μέσα σου. Χρειάζεται η στόχευση, η πυρηνική πύκνωση, ο εσωτερικός ρυθμός και η ευθυβολία. Το διήγημα είναι ένα είδος ποιήματος σε πεζό. Η κυτταρική δομή του πρέπει να είναι πυκνή και εκρηκτική, οι αδυναμίες που ίσως συγχωρούνται στα μυθιστορήματα εδώ δεν συγχωρούνται. Το διήγημα είναι σαν να πυροβολείς με κοντόκαννη καραμπίνα - από κοντά!

Πώς νιώσατε με τις πρόσφατες διθυραμβικές κριτικές (από πολλές και τελείως διαφορετικές πλευρές) για το τελευταίο βιβλίο σας;

Πράγματι, υπήρξε μία έκρηξη επαινετικών σχολίων, πράγμα που φυσικά είναι ευάρεστο. Προσπαθώ να κρατηθώ απολύτως ψύχραιμος. Όπως είπε κι ο Άρης Αλεξάνδρου «Ποτέ μην παρασύρεσαι απ' τον σπινθηρισμό του τροχίσματος του μαχαιριού. Σκοπός σου εσένα είναι το μαχαίρι». Σκοπός μου είναι να γράψω το επόμενο, αυτή είναι η αγωνία. Τι θα γίνει αύριο; Θα με επισκεφτεί η έμπνευση; Θα πέσω στη συγκυρία τη λαμπρή; Θα εκραγεί το υλικό;

Θα εκραγεί λοιπόν; Τι ετοιμάζετε για τη συνέχεια;

Εδώ και έναν χρόνο στήνω ένα μεγάλο μυθιστόρημα (βασισμένο σε πραγματικά γεγονότα) που αναφέρεται στον υπόκοσμο της δεκαετίας του '90 στη Μακεδονία και τη Θράκη και στη διαπλοκή του με την πολιτική και την καθημερινότητα. Είναι μια καταβύθιση στο σκοτάδι, σ' έναν κόσμο λοξό, αθέατο, που συνυπάρχει μαζί μας και έχει τη δική του λαμπρότητα, το δικό του σκότος, τις άπειρες περιπέτειές του. Έχω κάνει μεγάλη έρευνα -τη συνεχίζω ακόμα- και ο τίτλος θα είναι «Υπουργός Νύχτας».

Ένας ακόμα ωραίος τίτλος-ευφυολόγημα...

Ο τίτλος ενός βιβλίου έχει μεγάλη σημασία για μένα, γιατί θέλω να είναι ένα είδος χρησμού. Να είναι (να το πω πιο χυδαία) ένα σλόγκαν: μια φράση καρκινική, ειρωνική, λοξή και αυτοανατρεπόμενη. Όπως το Γερνάω Επιτυχώς ή το Όλα βαίνουν καλώς εναντίον μας που έχουν έναν αυτόνομο υπαινιγμό. Όταν διαβάζει κάποιος τον τίτλο θέλω να νιώθει μια ευφροσύνη - ερήμην και του βιβλίου.

Πώς επηρεάζει η δημοσιογραφική σας ιδιότητα τη συγγραφική;

Η δημοσιογραφία σε κινητοποιεί, σε κρατάει πάντα σε εγρήγορση - με τη δημοσιογραφία δεν γερνάς ποτέ! Είναι όμως συχνά απαγορευτική όταν θες να θίξεις πράγματα βαθύτερα, ζητήματα αιώνια, υπαρξιακά, ερωτικά. Αναφέρεται κυρίως στην πραγματικότητα, την αντλεί και την επιβεβαιώνει, ενώ η λογοτεχνία κινείται στις παρυφές της φαντασίας, σ' ένα αυτόνομο σύμπαν ερήμην του πραγματικού, ερήμην του χρόνου. Μ' αρέσουν και τα δύο, όμως είναι γνωστό: η δημοσιογραφία είναι εφήμερη, πεθαίνει την ίδια μέρα που γράφεται.

Πώς βλέπετε το μέλλον των «χάρτινων» βιβλίων;

Λένε ότι θα αντικατασταθούν τελείως απ' τα ηλεκτρονικά, αλλά δεν ξέρω αν το πιστεύω. Νομίζω ότι το φετίχ της ανάγνωσης, η τελετουργία και η μαγεία που νιώθεις πιάνοντας τις σελίδες και γυρνώντας το χαρτί είναι κάτι που θα επιβιώσει. Έστω και ως είδος πολυτελείας. Πάντως, σημασία έχει το κείμενο.

Άλλωστε, οι ιστορίες δεν διαβάζονταν πάντα απ' το αντικείμενο που εμείς αποκαλούμε σήμερα «βιβλίο»...

Σαφώς, υπάρχει πάντα μια εξέλιξη, απ' την πέτρα στον πάπυρο, στην οθόνη. Αν το κείμενο είναι εξαιρετικό, όπως και να το διαβάσει κανείς θα παραμείνει εξαιρετικό. Δεν έχει νόημα να πολεμήσουμε την εξέλιξη, πάντα θα γράφονται ωραία ποιήματα, σπουδαία μυθιστορήματα. Λίγη σημασία έχει το πού θα βιώνουμε τη σημαντική τέχνη του μέλλοντος - αρκεί το ότι θα τη βιώνουμε.

Πώς και δεν αφήσατε τη Θεσσαλονίκη;

Για να πάω στην Αθήνα; Επειδή πιστεύω ότι ένας συγγραφέας πρέπει να γράφει στον τόπο του.

Γιατί;

Γιατί τότε επικοινωνείς πιο άμεσα με τα πράγματα που γνωρίζεις καλύτερα: με τη γλώσσα, τους ανθρώπους, τη φύση. Πιστεύω πως όσο βαθύτερα ξέρεις κάτι τόσο καλύτερα το εκφράζεις. Βέβαια, συνομιλώ στενά και με την Αθήνα αλλά και με την περιφέρεια - άλλωστε πιστεύω ότι η λογοτεχνία κατοικεί στην περιφέρεια, το υλικό της είναι εκεί. Στον λαό. Αν ο συγγραφέας δεν συνομιλεί με τον λαό, δεν μπορεί να αντλήσει θέματα. Άμα είναι εγκλωβισμένος στο σπίτι του, δεν θα μπορέσει να βρει το πρωτογενές ορυκτό που θα προκαλέσει την έκρηξη και το κείμενο. Στην Καστοριά, στα Τρίκαλα, στο Βόλο, στην Κομοτηνή υπάρχει άπειρο υλικό για να γράφεις βιβλία για πεντακόσιους αιώνες. Πιστεύω όμως ότι ακόμα και μία τυχαία πολυκατοικία στη Θεσσαλονίκη ή οπουδήποτε κρύβει μέσα της δέκα μυθιστορήματα. Κάθε πολυκατοικία. Υπάρχει τόσο υλικό γύρω μας που δεν ξέρεις τι να πρωτογράψεις.

Έχετε γράψει το σενάριο του Όλα είναι δρόμος, βιβλία σας έχουν μεταφερθεί (από εσάς) στο θέατρο και έμαθα πως το Ουζερί Τσιτσάνης θα γίνει σύντομα και ταινία. Πόσο διαφέρουν αυτά απ' το γράψιμο ενός μυθιστορήματος;

Στα βιβλία έχω όσους ήρωες θέλω, βάζω άπειρους τόπους όπου εκεί, ως συγγραφέας, κινούμαι ελεύθερα και ανέξοδα. Αν προσπαθήσεις να τα μεταφέρεις π.χ. στο σινεμά, όλα αλλάζουν. Ας πούμε, αν ξαναστήσω το γκέτο των Εβραίων ως συγγραφέας, δεν θα έχω κανένα έξοδο. Σκεφτείτε όμως να πρέπει να το στήσουμε αυτό στη Θεσσαλονίκη κινηματογραφικά. Προσαρμόζομαι λοιπόν στο μπάτζετ, κάποια πράγματα γίνονται ελλειπτικά και συμπυκνωμένα.

Υπάρχουν περιορισμοί λοιπόν...

Υπάρχουν ζόρικοι περιορισμοί όμως, κι αυτό είναι μια πρόκληση για το μυαλό, το να ξαναγράψεις κάτι μέσα σ' ένα άλλο καλούπι. Κόβω δρόμο και μερικές φορές συνειδητοποιώ πως θα μπορούσα να είχα κόψει δρόμο και στο μυθιστόρημα. Είναι τελικά χαρά το ότι μπορείς να κάνεις ένα βιβλίο σου θέατρο, να το κάνεις σινεμά, ή να το κάνεις χαϊκού. Άλλωστε η υπέρτατη εκδοχή του μινιμαλισμού είναι το χαϊκού - μπορείς να πεις τα πάντα σε τρεις γραμμές.

Τα χαϊκού δεν είναι η ζωντανή απόδειξη πως όλα μπορούν να γίνουν;

Ακριβώς. Όλα γίνονται, αρκεί να ξέρεις τον μηχανισμό. Ή, αν δεν τον ξέρεις, αρκεί να τον επινοήσεις.