» Είχα περάσει από το Central στο Κολωνάκι, μεσημέρι Σαββάτου, πριν από δυο εβδομάδες. Στην κεντρική κολόνα ένας πίνακας χωρίς κάδρο, ασπρόμαυρος, busy, γεμάτος σύμβολα και σχόλια για το σύγχρονο άνθρωπο και τα «απόβλητα» που τον προσδιορίζουν (όσο τον πρόσεχα περισσότερο, εννοείται), ταίριαζε παράδοξα σε ένα χώρο busy Αθηναίων σε ανάπαυλα. Αμέσως άρχισα να συνδυάζω το έργο με την εξαιρετική καμπάνια της BSB και κατάλαβα πως ανήκει στον Γρέγο Ψυχογιό, ένα μακρινό φίλο από τα παλιά, την ελλειπτική πορεία του οποίου είχα παρακολουθήσει, αλλά τον ίδιο είχα να τον δω είκοσι χρόνια. Όταν πρωτοπήγα στο Παρίσι, με φιλοξενούσε η μητέρα του Σοφία, οικογενειακή φίλη, στο Marais, η οποία μάλιστα με είχε εντυπωσιάσει γιατί έψηνε ολημερίς κοσμήματα με πηλό και χρυσό σε ένα φουρνάκι και τα πουλούσε σε σχεδιαστές που της τα ζητούσαν για τις επιδείξεις μόδας υψηλής ραπτικής. Ο Γρέγος, νέος φοιτητής στη Νομική τότε, έμπαινε βιαστικά στο διαμέρισμα κάποια βράδια, ορμούσε στο πιάνο, έπαιζε λίγο κλασική μουσική, τσιμπούσε από το ψυγείο στα όρθια, μιλούσε ανυπόμονα και βαθιά για ένα τεταρτάκι, φορούσε το κράνος του και χανόταν στη νύχτα καβάλα στο ποδήλατό του. Επεδίωξα να του μιλήσω (λίγο δύσκολο καθώς δεν έχει κινητό) και τον συνάντησα στο ατελιέ του, ένα υπέροχο μικρό στούντιο στη Πλάκα. Μέσα στον άδειο χώρο, ένα ψυγείο, ένα παλιό πιάνο, ένα μηχάνημα που έπαιζε τζαζ CD και ένα ποδήλατο. Ο Γρέγος δεν είχε μεγαλώσει, είχε προοδεύσει και δεν είχε αλλάξει καθόλου, ούτε αυτός ούτε και οι ανάγκες του. Έδειξε τα συναρπαστικά έργα του, απαλλαγμένα από περιττά χρώματα και μαύρα σαν το μελάνι που χρησιμοποιεί πριν από μια εβδομάδα σε ένα preview, στον ίδιο χώρο που σύντομα ευελπιστεί να μετατρέψει σε λέσχη για κάθε ευπρόσδεκτη ανταλλαγή ιδεών και καλής διάθεσης. Μιλήσαμε λίγο για τη ζωγραφική του και πολύ για όλα τα υπόλοιπα, την οικονομία, τη φιλοσοφία της τέχνης, τον πιανίστα Mehldau που ανυπομονούσε να δει στο Παλλάς.

»Βλέποντάς τον, ωστόσο, επισκέφτηκα νοερά την εποχή που ζούσα στο Παρίσι, και η μόνη μου διασκέδαση ήταν να ανακαλύπτω, πριν από την επέλαση του βίντεο, το σινεμά που δεν είχα τη δυνατότητα να δω ποτέ, σε φοιτητικά σινέ στέκια, όπως το Action Christine και το Action Ecole, κοντά στο quartier latin. Εκεί είδα τις παλιές αμερικανικές κωμωδίες του ‘30 και του ‘40, τους μεγάλους δημιουργούς, μιούζικαλ και μελοδράματα χωρίς περιστροφές, τα εμβληματικά νουάρ και τα σύμβολα των Γάλλων θεωρητικών, όπως τον Γουέλς, τον Φορντ, τον Κιούκορ, αλλά και τους Ευρωπαίους και τους Γάλλους, μαζί με συνομήλικους θεατές, κυρίως Γάλλους, κάτι που με έκανε να αισθάνομαι ιδιαίτερα Ευρωπαίος. Εκεί, στο ιστορικό Theatre le Ranelagh, είδα τα μνημειώδη Παιδιά του Παραδείσου του Μαρσέλ Καρνέ, σε μια αίθουσα που τα πρόβαλλε μια φορά την εβδομάδα επί δυο δεκαετίες τουλάχιστον - στο φυσικό τους περιβάλλον δηλαδή! Και θυμήθηκα, μιας και το έφεραν οι κουβεντιαστές καλές αναμνήσεις παρέα με τον Γρέγο, ένα παραμελημένο φιλμ, το Fury, σε σκηνοθεσία του επίσης αγαπημένου των Γάλλων Φριτς Λανγκ. Η ταινία του 1936, μια από τις πρώτες της αμερικανικής περιόδου του, αν όχι το ντεμπούτο του στη άλλη άκρη του Ατλαντικού μετά το φευγιό του από τη Γερμανία λόγω της ανόδου του Χίτλερ, είναι μια ενδιαφέρουσα, δυνατή παραβολή στο γερμανικό Κύμα που προβάλλεται αυτή την εβδομάδα. Ο στέρεος και εμπνευσμένος Σπένσερ Τρέισι καταδικάζεται από τον επαρχιώτικο όχλο και τις άδικες, αναπόδεικτες φήμες που σπέρνει. Αποφασίζει να εκδικηθεί με την απουσία του και την τελευταία στιγμή η οργή του μαλακώνει για τα υγρά και συμπονετικά μάτια της αγαπημένης του Σίλβια Σίντνεϊ. Ο Λανγκ, με το μοναδικό τρόπο που όλοι οι μεγάλοι δημιουργοί λένε τα σπουδαιότερα πράγματα, με κρυπτική και, στην αμερικανική περίπτωση, αφηγηματική ελλειπτικότητα σε καιρούς λογοκρισίας, μιλάει για την ομαδική παράνοια της αγνώριστης πατρίδας του. Εφοδιασμένος με την άγια απόσταση που δίνει στους καλλιτέχνες η ουσία των θεμάτων που τους απασχολούν, κλιμακώνει μια ιστορία κοινωνικής προδοσίας με θύμα έναν αγνό άνθρωπο που δεν πρόλαβε καν να ερωτηθεί και κινδύνευσε να λιντσαριστεί από το αγριεμένο πλήθος, που μετά έκανε την πάπια - ο Λανγκ φυσικά δεν γνώριζε πως οι συμπατριώτες του θα κάλυπταν με τη σιωπή τους την εγκληματική αδιαφορία τους για τα εγκλήματα των Ναζί. Οι αναμνήσεις είναι ωραίο πράγμα μόνο όταν οδηγούν σε συνειρμούς και ανασύρουν σχετικά παραδείγματα, όπως αυτό του Fury.

»Αύριο ξεκινάει το Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης. Κιτάνο, Όλιβερ Στόουν αυτοπροσώπως με την κομεντί για τον Μπους, Σάλες, Αγγελόπουλος, Ζαν-Πιερ και Λυκ Νταρντέν με τη Σιωπή της Λόρνα και μεγάλο αφιέρωμα, Τέρενς Ντέιβις με όλο του το ευαίσθητο έργο, Μάνος Ζαχαρίας, Έβαν Ρέιτσελ Γουντ από τον Παλαιστή του Αρονόφσκι, Γκουστάβο Σανταολάγια, το Φροστ/Νίξον: η Αναμέτρηση που περιμένουμε να δούμε για το θέμα και τον Φρανκ Λαντζέλα. Οι Μέρες Ανεξαρτησίας του πεισματικά και ρομαντικά εκτός μόδας Αδαμίδη με έθνικ επιλογές (ως και το Servis του Φιλιππινέζου Μπριλάντε Μεντόζα θα μας δείξει ο αφιλότιμος!), το Διαγωνιστικό, ο Ουσμάν Σεμπέν, τα Βαλκάνια και τα ψηφιακά, οι ελληνικές ταινίες για τα κρατικά μαζί με τα ντοκιμαντέρ και τις μικρού μήκους. Ανεβαίνουμε Παρασκευή και όσο αντέξουμε. Οι Τρεις Στιγμές του Σεβαστίκογλου και το Without του Αβρανά θα μας εκπροσωπήσουν στο επίσημο διαγωνιστικό, το Διεθνές δηλαδή.