Πώς επιδρά η εποχή στην ανάγνωση ενός βιβλίου; Ας πούμε, το Πάθος χιλιάδες φορές βγήκε Ιούλιο. Πιστεύετε ότι η αναγνωστική του πορεία θα επηρεαστεί από την εποχή;

Δεν το επεδίωξα να βγει μέσα στην κάψα του καλοκαιριού, αλλά αφού τελείωσε οριστικά την άνοιξη, δεν υπήρχε λόγος να περιμένουμε ως τον χειμώνα. Το φθινόπωρο ή ο χειμώνας, σαν αίσθηση, πάνε ίσως περισσότερο στα βιβλία μου - για λόγους... ας πούμε ευνόητους∙ απ' την άλλη, πάλι, συνειδητοποιώ ότι τόσο η Περσινή αρραβωνιαστικιά όσο και οι Λύκοι βγήκαν μες στο κατακαλόκαιρο, Ιούλιο μήνα, και κανείς δεν μετάνιωσε γι' αυτό. Εν πάση περιπτώσει, αυτοί που ήταν να πάρουν το βιβλίο μου θα το έπαιρναν και τον... δέκατο τρίτο μήνα του έτους, απλώς είναι αλήθεια ότι το καλοκαίρι οι άνθρωποι, με τις άδειες και λοιπά, έχουν περισσότερο καιρό για διάβασμα. Από αυτή την άποψη, κάποιοι επιφυλακτικοί ή «φοβισμένοι» απ' τον όγκο του μπορεί να ξεθαρρέψουν. Και καλά θα κάνουν.

 

Ποιο είναι για εσάς το ιδανικό μέρος, εποχή, ώρα για να διαβαστεί το Πάθος χιλιάδες φορές;

Ειλικρινά δεν το έχω σκεφτεί. Το διάβασμα ενός «χορταστικού» μυθιστορήματος -κι εδώ μιλώ ως παλαίμαχη αναγνώστρια- είναι σαν τον έρωτα που μπορεί να σε βρει παντού, πέρα από μέρος, ώρα και εποχή. Απλώς μετά παίρνει μια σημασία μέσα σου και η ώρα και το μέρος και η εποχή. Ποτέ δεν θα ξεχάσω πότε και πού διάβασα κάποια βιβλία που με συνεπήραν - είναι σαν να μοιράστηκα τη ζωή μου με εκείνους τους ήρωες, ξέρω τη μυρωδιά του σβέρκου τους, το βήξιμό τους στα σκοτεινά. Πόσο γενναίο αυτό που είπε ο Καμύ, ότι ο Ρασκόλνικοφ του Ντοστογιέφσκι είναι πιο υπαρκτός από τον Ροβεσπιέρο.

 

Ποιες απαιτήσεις έχετε από τον αναγνώστη;

Να αφεθεί σε βαθύτερα σκιρτήματα, να μην πλατσουρίσει στα ρηχά.

 

Δίπλα σε ποια βιβλία θα θέλατε να τοποθετηθεί το Πάθος χιλιάδες φορές μετά την ανάγνωσή του;

Δίπλα στα υπόλοιπα δικά μου. Κι αν δεν σας αρκεί αυτό, δίπλα σε όλα εκείνα με τα οποία με συνδέουν υπόγειες, εκλεκτικές και άχρονες συγγένειες - οι αναγνώστες είναι σε θέση να μαντέψουν ποια, πάνω-κάτω εννοώ.

 

Ειλικρινά έχω την αίσθηση ότι οι «νεκροί» μου με στηρίζουν κι εγώ τους συντροφεύω. Γι' αυτό μου φαίνεται πολύ αστόχαστο και απαίδευτο εκείνο το στερεότυπο «οι νεκροί με τους νεκρούς και οι ζωντανοί με τους ζωντανούς».

 

Πόσο επιπόλαιο είναι να θεωρήσει κανείς ότι η Λεύκα είναι μέρος ( ή το όλο) της Ζυράννας Ζατέλη; Το αυτοβιογραφικό στοιχείο είναι κάτι που επιδιώκετε συνειδητά να αναδύεται μέσα από τους ήρωές σας;

Θα το επιδίωκα συνειδητά μόνο αν αποφάσιζα να γράψω μια κανονική αυτοβιογραφία, πράγμα που δεν έχω σκεφτεί και μάλλον δεν θα κάνω ποτέ. Τη φοβάμαι τη Ζυράννα. Με την έννοια ότι τα σύνορα πραγματικότητας και φαντασίας, όταν γράφει, καταλύονται εκ προοιμίου, ή ως διά μαγείας - είναι μια αθεράπευτη «σκοτεινή παραμυθού». Ας κάνει ό,τι θέλει ο αναγνώστης με αυτό το ζήτημα, ή μάλλον, όπως διαισθάνεται, αρκεί να μην τρώγεται υπέρ το δέον με το τι είναι πραγματικό και τι φανταστικό και χάσει την απόλαυση αυτού καθαυτού του «ταξιδιού» μες στο βιβλίο. Ο συγγραφέας επινοεί τη μοίρα του, για να το πω κάπως αποφθεγματικά.

 

Ποιο σημείο του βιβλίου ήταν αυτό που φάνταζε ως απροσπέλαστος «σκόπελος»; Πώς τον ξεπεράσατε τελικά;

Φτιάχνοντας μια νεαρή ηρωίδα που είναι «κρουσμένη» από το πάθος της να γράφει. Ήταν μια σπάνια δοκιμασία για μένα, και πρόκληση βέβαια, να χειριστώ συγγραφικά τον... συγγραφικό εαυτό μου μέσω μιας άλλης, μιας φανταστικής ύπαρξης. Σκεφτόμουν κάτι στιγμές μην στο τέλος καταλήξω να γίνω το δημιούργημα εκείνης. Μα αυτά ας τα αφήσουμε για την επόμενη πράξη.

 

Στο βιβλίο βλέπουμε την επίσκεψη των νεκρών. Στην καθημερινότητά σας ανακαλείτε ή μνημονεύετε ανθρώπους που έχετε χάσει; Επιδιώκετε τη συνέχεια του διαλόγου μαζί τους;

Γράφουμε υπό το καλόβολο βλέμμα των νεκρών. Ο Μπωντλαίρ το είπε αυτό, με πρόλαβε. Ειλικρινά έχω την αίσθηση ότι οι «νεκροί» μου με στηρίζουν κι εγώ τους συντροφεύω. Γι' αυτό μου φαίνεται πολύ αστόχαστο και απαίδευτο εκείνο το στερεότυπο «οι νεκροί με τους νεκρούς και οι ζωντανοί με τους ζωντανούς». Εντάξει, σε καθαρά πρακτικό ή τέλος πάντων ρεαλιστικό επίπεδο, έτσι είναι βέβαια - δεν θα πάμε να χωθούμε στους τάφους για να βγουν οι νεκροί στις λεωφόρους, δεν τίθεται τέτοιο ζήτημα. Μα έχει και μια ψυχή ο άνθρωπος, τον φέρνει βόλτα μια αύρα, ένα απόσιγο φιφίρισμα, που σχετίζεται νομίζω με την «άλλη μεριά» της ζωής, μ' όλους εκείνους που μέχρι χθες -όσα χρόνια κι αν πέρασαν- συνέπιναν και συνέτρωγαν μαζί μας. Το γέλιο, η φωνή, το βλέμμα τους... πώς να ξεκολλήσουν από μέσα μας; Και γιατί; Κι εμείς για τους αυριανούς νεκροί δεν θα 'μαστε; Στο κάτω-κάτω, πέρα απ' τον ποιητή Μπωντλαίρ, και ο Καστοριάδης το είχε πει ότι τα πάντα στους νεκρούς τα οφείλουμε. Αν το καλοσκεφτούμε...

 

Ποιους θα καλούσατε εσείς σε ένα ιδανικό δείπνο, και τι θα τους προσφέρατε;

Τα είπαμε. Μισούς απ' την εδώ μεριά, μισούς απ' την εκεί. Να βάζαμε οι ζωντανοί αινίγματα και οι νεκροί να μας τα 'λύναν. Το τι θα κερνούσα τώρα είναι μυστικό.

 

Η μικρή ελαφίνα που γίνεται γυναίκα... Εσείς έχετε υποστεί ή εφεύρει μια διαδικασία προσωπικής μεταμόρφωσης; Ποια είναι αυτή;

Ούτε στην Ασφάλεια δεν θα με ρωτούσαν τέτοια... Η ίδια η διαδικασία της γραφής είναι μια αδιάκοπη διαδικασία μεταμόρφωσης, περισσότερα δεν χρειάζεται να πω.

 

Ποια βιβλία διαβάζατε την περίοδο που γράφατε το Πάθος χιλιάδες φορές;

Από καθαρή λογοτεχνία τίποτα. Μπορεί να σας φανεί παράξενο, αλλά όσο γράφω, αυτό το «παράθυρο» κλείνει. Μόνο κάποια δοκίμια διάβασα, τους Δέκα πιθανούς λόγους για τη μελαγχολία της σκέψης του Στάινερ, το Περί μνήμης του Παπαγιώργη, και ξεκίνησα εκείνο το τεράστιο Η ανατομία της μελαγχολίας -παρούσα και πάλι η αρχόντισσα- του Μπέρτον, καθώς και τα Ημερολόγια του συγγραφέα του Ντοστογιέφσκι, που θα τα τελειώσω όμως τώρα, στον καιρό της αγρανάπαυσης.

 

Υπάρχει μια σκηνή, μια εικόνα, μια είδηση που σας επηρέασε βαθιά για να αποφασίσετε να γράψετε το βιβλίο;

Πήρε πολλά χρόνια, ζωή ολόκληρη, για να αντιληφθώ πόσο με επηρέασε μια είδηση που έφτασε στ' αφτιά μου περί τα τέλη της δεκαετίας του '50 -ούτε δέκα ετών δεν ήμουν τότε- για μια νεαρή δηλητηριάστρια σ' ένα νησί του Ιονίου. Αργότερα ως ενήλικη φαντάστηκα ότι απλώς το... είχα φανταστεί, ή ίσως δει σε κάποιο όνειρο, μέχρι που στα μέσα της δεκαετίας του '80, από ένα τυχαίο συμβάν, βεβαιώθηκα πως εκείνη η «βουή» στο κεφάλι μου ακουμπούσε σε πραγματικό γεγονός. Πέραν τούτου βέβαια, χιλιάδες εικόνες και σκηνές πολιορκούν το είναι μου, ύλη μυστική και δήλη, αλλιώς δεν βγαίνουνε πουλιά. Όσο για τα δηλητήρια, τα μετουσίωσα σε κάτι άλλο.

 

 «Τη φοβάμαι τη Ζυράννα»
Άνοιγα το ραδιόφωνο και ό,τι τραγούδι είχε το χόρευα με τις γάτες μου, έκανα σαν μικρό κορίτσι από τη χαρά μου. Μου λείπουν τώρα όλα αυτά...

 

Τι θα σας λείψει περισσότερο από αυτά τα τελευταία επτά χρόνια που οδήγησαν στην έκδοση του νέου σας βιβλίου;

Τα πράγματα, όταν τα αποχαιρετάς φορούν τα γιορτινά τους. Θέλω να πω, οι ώρες της αγωνίας κυρίως πάνω απ' τη γραφομηχανή μου γίνονται πλέον θησαυροί στα μάτια μου, θολώνω και αγάλλομαι να θυμάμαι τι τράβηξα κάτι στιγμές, που αν τις αθροίσεις είναι κομμάτι ζωής. Ή οι άλλες στιγμές, της ευφορίας, της ευεξίας, που άφηνα λίγο τα χαρτιά να «κρυώσουν» κι άνοιγα το ραδιόφωνο και ό,τι τραγούδι είχε το χόρευα με τις γάτες μου, έκανα σαν μικρό κορίτσι από τη χαρά μου. Μου λείπουν τώρα όλα αυτά, ορφάνεψα κατά κάποιον τρόπο, μα ξέρω πως θα ξανάρθουν, δεν μπορώ να ζήσω χωρίς αυτό το σπουδαίο βάσανο.

 

Ποιο βιβλίο θα θέλατε να σας έχουν αφιερώσει;

Αν καθίσω να ψάξω, να σκεφτώ, δεν θα βρω μόνο ένα, μα τούτη τη στιγμή μου έρχονται στο νου εκείνες οι τρεις νουβέλες του Κλάιστ - δεν θυμάμαι ακριβώς τον τίτλο, ήταν από τις εκδόσεις Άγρα πάντως.

 

Ποιο είναι το πιο παράξενο πράγμα που έχει γραφτεί ή έχετε ακούσει για τα βιβλία σας;

Ο Φώτης Θαλασσινός, όταν μου είπε «Όταν διαβάζω τα βιβλία σου θέλω εκεί μέσα να πεθάνω», και η κουβέντα ενός άλλου που την εκμυστηρεύτηκε σε τρίτον: «Ο Θεός να με συγχωρήσει, διαβάζω Ζατέλη σαν να διαβάζω Ντοστογιέφσκι». Ο Θεός να τον συγχωρήσει, πράγματι, αλλά και να τον έχει καλά.

 

To Νέο Μουσείο της Ακρόπολης είναι σχεδόν δίπλα στο σπίτι σας. Πως σας επηρεάζει η γειτνίαση με τις δημιουργίες της αρχαιότητας αλλά και όλο το βάρος και το συμβολισμό που φέρουν;

Το βάρος που λέτε το θεωρώ ανάσα. Το να κάνω όποτε θέλω έναν περίπατο γύρω από την Ακρόπολη και τα συναφή δεν είναι τίποτα λιγότερο από ένα προνόμιο στην καθημερινότητά μου. Όσο για το νέο Μουσείο της Ακρόπολης, ακούστηκαν πολλές γκρίνιες -είναι στο ριζικό μας η γκρίνια- αλλά μην περιμένετε να προσθέσω άλλη μια. Απεναντίας. Το να το έχω μάλιστα δυο βήματα σχεδόν από το σπίτι μου μού δίνει μια αίσθηση σιγουριάς. Κάτι σαν «φαρμακείο» ψυχής ή μάλλον αναψυχής, όπου μπορώ να καταφύγω ανά πάσα στιγμή.

 

Έχει ξεκινήσει η συγγραφή του επόμενου βιβλίου σας; Θα περιμένουμε πραγματικά άλλα επτά χρόνια;

Θα ήταν αγένεια από μέρους μου να ξεκινήσω αμέσως ένα άλλο βιβλίο. Δεν γίνονται αυτά τα πράγματα. Είναι λιγάκι σαν να χάνεις τον σύντροφό σου και να σπεύδεις να τον αντικαταστήσεις. Τα χώματα, λέει, πρέπει να μείνουν άσπαρτα από καιρού εις καιρόν, για να δυναμώσουν. Θα ξεκουραστώ λοιπόν για κάποιους μήνες πριν ξαναμπώ στο χορό... Τώρα αν χρειαστούν άλλα επτά χρόνια ή λίγο παραπάνω ή λίγο παρακάτω, μόνο τα πουλιά το ξέρουν.

 

Υπάρχει κάποιο βιβλίο σας που θα ξαναγράφατε από την αρχή;

Δεν νομίζω. Έχω ακόμη αρκετό υλικό που περιμένει να... πρωτογραφτεί, και ο χρόνος δεν περισσεύει.

 

Ποιο μυστικό θα θέλατε να σας έχουν εκμυστηρευτεί;

Αν είναι αλήθεια αυτό που λένε ότι λίγο πριν πεθάνουμε βλέπουμε να περνάει απ' τα μάτια μας όλη η ζωή σαν μια κινηματογραφική ταινία. Θα πρέπει να 'ναι συναρπαστικό.