Διαβάζοντας το βιβλίο σου μου έκανε εντύπωση ο λόγος σου, που απέχει πολύ από αυτό που μπορείς να ονομάσεις «γυναικεία λογοτεχνία».

Ο στόχος μου αυτός ήταν: να μη φαίνεται τι είμαι και να μην κάνω «γυναικεία λογοτεχνία». Δεν ήξερα αν θα μπορούσα να πετύχω στο ρόλο ενός άντρα, δεν θα μπορούσα να μπω στην αντρική ψυχολογία, γι' αυτό ο άντρας που έφτιαξα προτίμησα να είναι ανάπηρος, με κουσούρια πολλά.

Είναι αντιήρωας ο Ευ Καθομίλ;

Δεν θα τον έλεγα αντιήρωα, είναι ένας ήρωας στη δική του ζωή και στο δικό του μυαλό. Είναι ένας άνθρωπος που ζει μέσα στο προσωπικό του πρόβλημα, μέσα στα άπειρα προβλήματα της πόλης και του κοινωνικού περιγύρου. Ζει μέσα στη μοναξιά του, στην απομόνωσή του. Βασικά ήθελα να τον κάνω βασιλιά αυτής της μοναξιάς, δεν ήθελα να τον κάνω αντιήρωα.

Πιστεύεις ότι το γράψιμο προέκυψε σαν απόρροια της επαγγελματικής σχέσης σου με τα βιβλία;

Ήταν απλώς μια ανάγκη. Είναι ένα μαγικό ταξίδι κατά τη γνώμη μου όλο αυτό. Είσαι αγκαλιά με κάποιους ήρωες που τους έχεις επινοήσει, για αρκετό διάστημα - εμένα τουλάχιστον μου πήρε δυόμισι χρόνια αυτή η νουβέλα μέχρι να τελειώσει, παρ' όλο το μικρό της μέγεθος. Γράφτηκε πολύ αργά και βασανιστικά. Η αλήθεια είναι ότι προέκυψε από μια στήλη που είχα στην εφημερίδα που αφορούσε στο τι βλέπω κάθε μέρα γύρω μου. Έγραψα για θέατρο, για βιβλίο, για μουσικές. Γράφοντας κάθε μέρα όμως, το υλικό που είχα στέρεψε. Κι άρχισα να βλέπω γύρω μου. Έμενα στα βόρεια προάστια και κατέβηκα στα Πατήσια για πρακτικούς λόγους, λόγω δουλειάς. Ξαφνικά, μόλις άνοιξα τα μάτια μου κι έβγαλα τις παρωπίδες έπαθα σοκ απ' τις εικόνες - ήταν συγκλονιστικές. Με το βιβλίο ήθελα να δείξω τη μοναξιά που υπάρχει. Και την ανθρωπιά. Αυτό που θέλω να διασώσω. Κι η λογοτεχνία αυτό μπορεί να κάνει: να διασώσει την ανθρωπιά μέσα απ' την τέχνη, ούτε κηρύγματα να κάνει ούτε ρεπορτάζ.

Δεν ήταν τυχαία, άρα, η τοποθέτηση της ιστορίας στα Πατήσια.

Τα Πατήσια είναι ένας Παράδεισος για τους μετανάστες, ένας εξωτικός κόσμος. Υπάρχει μια περιοχή που ονομάζεται Παράδεισος, και όχι τυχαία. Παλιά τα Πατήσια ήταν εξοχή και είχαν πολύ καλό κλίμα. Ζούσε η αστική τάξη, οι μορφωμένοι, οι διανοούμενοι, άνθρωποι με λεφτά. Αυτοί που έχουν ξεμείνει πια είναι απίστευτες «εικόνες» ανθρώπων που δεν μπορούν να φτάσουν ούτε μέχρι το σουπερμάρκετ. Τα παιδιά τους έχουν φύγει -άλλοι στο εξωτερικό άλλοι στα βόρεια προάστια- και είναι μόνοι. Άκουγα συνέχεια περιστατικά: Βρήκαν την τάδε γιαγιά νεκρή στον καύσωνα μέσα στο διαμέρισμά της, βρήκαν τον τάδε Ρουμάνο στην ταράτσα μετά από τόσο καιρό - όλα αυτά ήταν το έναυσμα για να γραφτεί η ιστορία μου. Ή τραγικές ιστορίες των μεταναστών που έρχονται από χώρες με φτώχια, πείνα, διασχίζοντας ναρκοπέδια. Άνθρωποι που δεν βρίσκονται στην κοινή θέα, είναι σαν να μην υπάρχουν, ούτε για το επίσημο κράτος ούτε για τους λίγους εναπομείναντες «ιθαγενείς». Ξέρεις, βρίσκω φοβερό αυτό που γίνεται τις Κυριακές. Την ώρα που πηγαίνω για δουλειά το μεσημέρι βγαίνουν από τις κουζίνες τους οι πιο όμορφες μυρωδιές της Ανατολής, ακούς ανθρώπους να τρώνε να πίνουν και να γελάνε, ακούς τη μουσική τους. Αυτό είναι το ωραίο στοιχείο.

Και το άσχημο;

Με έχουν κλέψει στο δρόμο, μου έχουν κλέψει το σπίτι. Στην αρχή που πήγα στα Πατήσια αισθανόμουν μια τρομερή ασφάλεια. Μου είχε κάνει εντύπωση ότι οι άνθρωποι έκαναν στην άκρη στο πεζοδρόμιο για να περάσεις. Στο Μαρούσι που ζούσα πριν δεν έκανε κανείς στην άκρη. Προτιμούσε να σε πατήσει με το 4Χ4...