Ο Εμφύλιος των ανθρώπων, όχι των γεγονότων

Ο Εμφύλιος των ανθρώπων, όχι των γεγονότων Facebook Twitter
0

Δημήτρης Νόλλας, Το ταξίδι στην Ελλάδα ή Το δράμα του Εμφυλίου. Εκδόσεις Ίκαρος, Σελ.: 188, Τιμή: €14,00Από το ’74 ίσαμε σήμερα, αυτός ο ανεξάντλητος αφηγητής δοκίμασε το στυλτου σε λογής-λογής ιστορίες, πάσχισε πάντα να σηκώνει την κατάλληλη στιγμή το καπάκι της μυθιστορηματικής μηχανής, επιδόθηκε σε μυσταγωγίες με ένα κάποιο κρυπτικό νόημα, συχνά βρήκε αέρα στα πανιά του υποστηρίζοντας ένα ακριβό είδος λογοτεχνικής αλητείας που καταγίνεται με την κοπή νέου νομίσματος. Με έναν λόγο, έχουμε να κάνουμε με έναν συγγραφέα που επιθυμεί να μιλήσει κατευθείαν στο αίμα μας, ψάχνοντας μετά μανίας το έκτακτο, όπως περίπου ο τσοπάνος αρμέγει ακόμα και τον τράγο.

Το υλικό του βιβλίου αφορά τον ελληνικό εμφύλιο, με τη διαφορά ότι αποφεύγει σαν τον διάβολο την Ιστορία. Τα πρόσωπα που περιπλέκονται περνούν τα σύνορα προς τα μέσα ή προς τα έξω (όπως έκανε και ο Νόλλας επί χρόνια), πασχίζουν να αναγνωρίσουν ανθρώπους με τους οποίους «ανταμώνουν στα λόγια των νεκρών». Ο Αρίστος, για παράδειγμα, βοηθός του Καραμάνογλου στη λαχαναγορά του Μονάχου, άρπαξε την ευκαιρία να κατέβει με πληρωμένα εισιτήρια στην Ελλάδα, από την οποία έλειπε κοντά τρία χρόνια. Είχε ξεκινήσει από τη Θεσσαλονίκη το 1960 με προορισμό τη Γερμανία – φοιτητής χωρίς αντικείμενο σπουδής. Μοναδικός του οδηγός; Η φυγή από την οικογένεια και το αστέρι της Ανατολής που το λεν «όπου-με-βγάλει».

Προφανώς, δεν μας αφηγείται τα γεγονότα του Εμφυλίου αλλά την κατάντια νέων ανθρώπων στη Γερμανία, που ταλανίζονται από τον νόστο της επιστροφής. Μιλάει η Χρυσάνθη: «Αυτό που δεν μ’ άρεζε ήταν που έβλεπα να γεννιούνται οι άνθρωποι και να ξέρουν από την πρώτη στιγμή, σαν να είχε ήδη αποφασιστεί από την κοιλιά της μάνας τους, πως τίποτα δεν πρόκειται ν’ αλλάξει στη ζωή τους. Σε μια κατάσταση απόλυτης ηρεμίας κι ευτυχίας, την οποία τίποτα και με κανέναν τρόπο δεν μπορούσε κάποιος να διαταράξει. Απ’ αυτό ήθελα να φύγω...». Μιλάει ο Αρίστος, που έφτασε στη Θεσσαλονίκη: «Κουβαλώντας τη μικρή του βαλίτσα, αποφάσισε να περπατήσει μέχρι το μαγαζί του αδερφού του, όταν αίφνης, παρόλο που έμοιαζε σαν να το ‘χε από καιρό προβλέψει, ήρθαν καταπάνω του αυτά τα τρία χρόνια μακριά από τη γενέθλια πόλη κι αισθάνθηκε το βάρος τους να πέφτει πάνω του όπως ασήκωτοι αιώνες». Είναι πρόσωπα που φτιάχτηκαν από υλικά που χάθηκαν καθ’ οδόν; Πλασμένα από σταλαγματιές απουσίας και κενού; Χτισμένα με τρύπες μνήμης και τρύπες ζωής; «Όταν αφεντικά και υπηρέτες τρώνε στο ίδιο πανδοχείο, κάποιο λάθος έχει γίνει και θα τελειώσει άσχημα η ιστορία...». Και όντως.

Τα πρόσωπα που εμφανίζονται στη Θεσσαλονίκη με το ίδιο ή άλλο πρόσωπο ξεκαθαρίζουν παλιούς λογαριασμούς, καθώς, μετά την ήττα του Εμφυλίου, έπρεπε να εκφράζουν το πνεύμα μιας πανστρατιάς, την ανάγκη να στρατευτούν οι πάντες στον αγώνα αδιακρίτως. Συμπέρασμα; Όλοι μέσα σε όλα!

Τα πρόσωπα που βγαίνουν στη σκηνή της σελίδας είναι μάλλον κομμάτια αφηγήσεων παρά ήρωες που θέλουν να ξανα-ζωντανέψουν. Το παρελθόν είναι εκείνο που μετράει, όπως η σκηνή με τον Πάρι σφαγμένο: «Κανείς ποτέ δεν θα το μάθει γιατί τον βρήκανε λίγες μέρες μετά, στην άκρη στο ποτάμι, γερμένο πάνω στις κροκάλες, μ’ ένα μαχαίρι βαθιά στα σπλάχνα του μπηγμένο. Κοντά σε ένα μέρος που το λένε “Σκοτωμένο νερό”. Λικνιζόταν η χλαίνη του σ’ ένα κλαδί, όπως γδαρμένο ζώο στο τσιγκέλι. Είχε σφίξει τόσο δυνατά το μαζίρι, που όταν τον βρήκαν, οι κλειδώσεις απ’ τα δάχτυλά του ήταν κάτασπρες. Είπανε θα του κόψουνε τα χέρια για να του πάρουν το μαχαίρι...».

Χωρίς καμιά υπερβολή θα μπορούσαμε να πούμε ότι οι διηγήσεις του Νόλλα έχουν κάποια μετριοπαθή ομοιότητα με το πλατωνικό πνεύμα, καθότι, κοντά στο συμβάν, εκφέρεται και το συμπέρασμα. Δεν πρόκειται για διδακτισμό, ούτε για μεγαλειώδη συμπεράσματα, αλλά για δραματουργήματα της μονοκοντυλιάς που απομένουν πλούτος για τον αναγνώστη. Ιδού το παράδειγμα από τον φόνο του πατέρα του Αποστόλη:

«Οι συμφορές ταξιδεύουν αστραπή και το κακό μαθαίνεται γρήγορα, όσο μακριά κι αν έχει γίνει. Τον είχανε σκοτώσει δύο βοσκοί που ήταν στη δούλεψή του από το περασμένο καλοκαίρι. Ήρθαν ένα δειλινό στο τσαρδάκι μιας απομακρυσμένης στάνης με τους μπαλτάδες κάτω από τις κάπες τους κρυμμένους, κι όταν τους άνοιξε ο γέρος, του σκίσαν το κεφάλι, σαν ναν ‘ταν κούτσουρο, στα δύο. Το ακραίο παράλογο σ’ αυτό το φονικό ήταν πως ο Περδίκας, από τις πρώτες μέρες του πολέμου, είχε ανοιχτούς λογαριασμούς με όλα τα εμπόλεμα μέρη, με όλους τους άλλους, πλην εκείνων των δύο δολοφόνων του. Από την πρώτη μέρα της Κατοχής, πριν ακόμα δημιουργηθεί το ΕΑΜ και λίγο αργότερα ο ΕΛΑΣ, που έβαλε κάποια τάξη, είχαν βγει στα βουνά συμμορίες ληστών. Κλαρίτες, ρέμπελοι, και άτακτοι βουνίσιοι συνέχιζαν μια παράδοση ανυπακοής, βαθιά ριζωμένη από τον 16ο ήδη αιώνα στην ψυχή των ραγιάδων, από τα πρώτα κιόλας χρόνια της οθωμανικής σκλαβιάς, αποδεικνύοντας έτσι πως άνθρωποι απλοί κι ακαλλιέργητοι μπορούν να διαθέτουν μια μυστική ικανότητα να επικοινωνούν με τους αιώνες. Ο τσέλιγκας είχε καταφέρει όλη αυτή την περίοδο να προμηθεύει με μέτρο πρόβατα και ψωμί τους κλαρίτες. Ενώ είχε εξασφαλίσει το βιος του απ’ τις δυνάμεις Κατοχής και τους χωροφύλακες, προσφέροντάς τους ανάλογες ποσότητες, πάντα με το μέτρο. Η αλήθεια είναι πως είχε προλάβει να στείλει γυναίκα και κόρες σε συγγενείς στην Κοζάνη και να πουλήσει μεγάλο μέρος από τα πρόβατα του από τις πρώτες μέρες της Κατοχής, ζώντας μόνος του με δυο σκυλιά και φροντίζοντας ένα μικρό κοπάδι. Κι ενώ είχε καταφέρει να τον μισούν και να θέλουν τον χαμό του όλες οι πλευρές, βρέθηκαν δύο τυχαίοι βοσκοί και τον τσεκούρωσαν ένα Σάββατο βράδυ».

Ο Νόλλας κάνει το παν για να αποδώσει τον Εμφύλιο στους απλούς φαντάρους ή ιδεολόγους, στους γεωργούς και τους μικροαστούς, ουδέποτε στην κεντρική εξουσία. Η ανάκριση του Περδίκα αντέχει το ξεψάχνισμα, καθότι είναι πρώην κόκκινος και νυν γαλάζιος, ο οποίος μάλιστα έχει ειδική γνώμη για τις δυνάμεις που συγκρούονται σε αυτήν τη σφαγή. «Είναι η πόλη που χτυπιέται κόντρα στην ύπαιθρο, όλα τα άλλα είναι αέρας κοπανιστός, και ιδίως κοπανιστός είναι όσα λένε για τους Αγγλοαμερικανούς, τον αγώνα για εθνική ανεξαρτησία κι άλλες μπούρδες». Έχουμε «τη ζωή στα εργοστάσια, στα γραφεία και τα μαγαζιά από τη μία, κι είναι η ζωή στη φύση από την άλλη που χτυπιούνται. Οι δούλοι με τους ελεύθερους. Είναι γνωστό ότι στις πόλεις, όπου όλοι τρέχουν ο ένας καταπάνω στον άλλον και τα κτίρια τείνουν να συνθλιβούν μεταξύ τους, ζούνε σκλάβοι. Εδώ, στην ύπαιθρο, οι άνθρωποι πανηγυρίζουν όταν κατισχύουν πάνω στις άλογες φυσικές δυνάμεις, ενώ στην πόλη οι άνθρωποι πενθούν, γιατί η σύγκρουσή τους αυτή έχει ήδη μεταλλαχθεί στην αλληλοσφαγή με σκοπό το κέρδος».

 

 

Συμπεραίνει ο Γιοβάνης: «Οι Δεξιοί πάντα ζήλευαν τους Αριστερούς και τους αντιγράφανε. Τέλος πάντων, η αλήθεια είναι πως λειτούργησαν και οι δυο τους σαν θεομηνία, σαν τον λιμό της Ιρλανδίας τον περασμένο αιώνα, ακριβώς πριν από εκατό χρόνια, που άδειασε τη χώρα απ’ τους ανθρώπους της, ή ακόμα σαν τον σεισμό της Λισαβόνας πριν από διακόσια χρόνια... δεν ήταν σχέδιο. Κι έτσι ακριβώς, όπως φυσική καταστροφή, στην αρχή της δεκαετίας του ’50 ο Ζαχαριάδης έστειλε όλους αυτούς που τον ακολούθησαν στο τερατώδες σχέδιό του, τους προώθησε να δουλέψουν στα ορυχεία της ανατολικής Ευρώπης, μέχρι τις ερημιές του Ουζμπεκιστάν, κι ο Καραμανλής, στο τέλος της δεκαετίας, οδήγησε τους υπόλοιπους στις φάμπρικες της Γερμανίας και στου Βελγίου τις στοές. Καλά, αυτοί οι τελευταίοι ήταν προνομιούχοι σε σχέση με τους αντάρτες, μπορούσαν να εμφανίζονται πότε-πότε με την καλοκαιρινή τους άδεια και να βλέπουν τα παιδιά τους, που τα μεγάλωναν οι παππούδες, που 'χαν αφήσει πίσω τους. Σιγά τη διαφορά. Τα παιδιά όλων αυτών, είτε σε περιβάλλον γερόντων, είτε στα σοσιαλιστικά νηπιαγωγεία, με τις ίδιες πληγές μεγάλωσαν».

Με έναν περίτεχνο κι εξομολογητικό ελιγμό ο Νόλλας αναφέρεται στον γενάρχη της παπανδρεϊκής πατριάς, στον αρχηγέτη του καρκινώματος που την επόμενη πεντηκονταετία θα εξαπλωθεί πάνω σε ολόκληρη την κοινωνία, υλοποιώντας την επιθυμία της να ενισχυθούν τα θεμέλια ενός γενικευμένου αμοραλισμού, μιας πολιτικής πανώλης που θα εκφραστεί με παραδειγματικό τρόπο από αυτή την πολιτική οικογένεια στη διάρκεια του μισού αιώνα που θα ακολουθήσει. Συνακόλουθα, φέρει μέσα του τον έλεγχο της δραματικότητας που –καθώς εννοείται– ανήκει απολύτως σε αυτόν, στην αυτού υψηλότητα τον παντογνώστη αφηγητή. Τίτλος που δεν σημαίνει βέβαια ότι ο Νόλλας ετάζει νεφρούς και καρδίας, άλλα ότι αυτή είναι η σωτήρια σύμβαση της αφήγησης, της δραματοποίησης και του μυθιστορήματος. Όλα τούτα μήπως λαμβάνουν χώρα μέσα στη συνείδηση του αφηγητή; Άραγε, έχουμε να κάνουμε με λεπτομερή καταγραφή συμβάντων ή με μια πλοκή ζώντων και τεθνεώτων που ο παντεπόπτης αφηγητής (εκπληκτικό υποκατάστατο του Θεού) καταφέρνει να την εκμεταλλεύεται με μαεστρικό τρόπο πίσω και μέσα στη σελίδα;

Πρόκειται για ένα υλικό που θα μπορούσε να εκφωνηθεί σε μια ομιλία, σε ένα μνημόσυνο πεσόντων ή εκτελεσθέντων, σε ένα κείμενο πολεμικής ενάντια σε μία από τις δύο παρατάξεις. Ωστόσο, διαλέγοντας τη μορφή του μυθιστορήματος, ο Νόλλας μεταμορφώθηκε σε «μάσκα βουνίσιου γέροντα κάτω από σκιερό πλατάνι...».

Βιβλίο
0

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

ΕΠΕΞ 22η ΔΕΒΘ: Εμφανώς βελτιωμένη, σε τροχιά σύνδεσης με τις νέες τάσεις αλλά χωρίς συγγραφείς-σταρ

Βιβλίο / ΔΕΒΘ: Εμφανώς βελτιωμένη, αλλά χωρίς συγγραφείς-σταρ

Απολογισμός της 22ης Διεθνούς Έκθεσης Βιβλίου Θεσσαλονίκης, η οποία πραγματοποιήθηκε από τις 7 έως τις 10 Μαΐου και διοργανώθηκε για δεύτερη χρονιά από το ΕΛΙΒΙΠ. Ποιες σημαντικές καινοτομίες υπήρξαν και τι μένει να γίνει ακόμα;
ΕΙΡΗΝΗ ΓΙΑΝΝΑΚΗ
Η συγγραφέας πίσω από τα «Μπούτια και Διανόηση»

Βιβλία και Συγγραφείς / Η συγγραφέας πίσω από τα «Μπούτια και Διανόηση»

Η πιο αναγνωρίσιμη βιβλιοφιλική φωνή του ελληνικού Instagram, η Ματίνα Αποστόλου, γνωστή από τον λογαριασμό της «Intellectual Thighs», μιλά για την αγάπη της για τα βιβλία αλλά και για το νέο της μυθιστόρημα, «Ρίζες».
M. HULOT
«Παύλος Σιδηρόπουλος - Εν Κατακλείδι», ένα graphic novel για τη ζωή του πρόωρα χαμένου δημιουργού

Βιβλίο / Παύλος Σιδηρόπουλος: Ένα graphic novel για τη ζωή του «πρίγκιπα της ροκ»

Ο Ηλίας Κατιρτζιγιανόγλου και ο Κωνσταντίνος Σκλαβενίτης, που εργάστηκαν στο σενάριο και στο σχέδιο του «Παύλος Σιδηρόπουλος - Εν Κατακλείδι», εξηγούν πώς προσέγγισαν τη ζωή και την καλλιτεχνική πορεία αυτής της σύνθετης προσωπικότητας.
ΜΑΡΙΑ ΠΑΠΠΑ
Ευτυχώς για μας, η Τζένη Μαστοράκη αγαπούσε από μικρή τις ιστορίες που τη φόβιζαν/ «Κι όλα τα κακά σκορπά…»: Ένα ξεχασμένο, αριστουργηματικό πεζό της Τζένης Μαστοράκη

Βιβλίο / Ένα ξεχασμένο, αριστουργηματικό πεζό της Τζένης Μαστοράκη κυκλοφορεί ξανά

Ένα σπουδαίο, αλλά σχετικά άγνωστο έργο της κορυφαίας ποιήτριας και μεταφράστριας κυκλοφορεί για πρώτη φορά σε αυτόνομη έκδοση από την Άγρα, δύο χρόνια μετά τον θάνατό της.
ΕΙΡΗΝΗ ΓΙΑΝΝΑΚΗ
Titus Milech: «Όταν κατάλαβα, μου ήταν αδύνατο να συνεχίσω να μιλάω Γερμανικά»

Titus Milech / O Γερμανός ψυχίατρος που νιώθει βαθιά απαξίωση για τη χώρα του

Ο Titus Milech μιλάει για τη βαθιά απαξίωση που νιώθει για τη χώρα στην οποία γεννήθηκε λόγω των εγκλημάτων του ναζισμού και εξηγεί γιατί του είναι αδύνατον ακόμα και να χρησιμοποιεί τη μητρική του γλώσσα.
ΧΡΗΣΤΟΣ ΠΑΡΙΔΗΣ
Άλμπερτ Σπέερ, «ο ανεκπλήρωτος έρωτας του Φύρερ»

Βιβλίο / Άλμπερτ Σπέερ, «ο ανεκπλήρωτος έρωτας του Φύρερ»

Ένα νέο βιβλίο εξερευνά την γοητεία που ασκούσε στον Χίτλερ ο αγαπημένος του αρχιτέκτονας και τον τρόπο με τον οποίο ο ίδιος ο Σπέερ «ξέπλυνε» τη συμμετοχή του στον όλεθρο και εμφανίστηκε ως «ο καλός Ναζί»
THE LIFO TEAM
Ερίκ Βιγιάρ: Ο συγγραφέας που μίλησε τη γλώσσα των φτωχών και των κατατρεγμένων

Βιβλίο / Ερίκ Βιγιάρ: Ο συγγραφέας που μίλησε τη γλώσσα των φτωχών και των κατατρεγμένων

Το νέο βιβλίο του Γάλλου συγγραφέα που κυκλοφορεί στα ελληνικά, «Οι ορφανοί - Μια ιστορία του Μπίλι δε Κιντ», επιβεβαιώνει τον λόγο που το ελληνικό αναγνωστικό κοινό τον προτιμά: αφηγείται πραγματικά γεγονότα με την ευαισθησία του λογοτέχνη και δεν φοβάται να προασπιστεί με τις λέξεις του τους αφανείς και τους ανυπεράσπιστους.
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ
Όταν η αγάπη δεν έχει γλώσσα

Φωτογραφία / Father and Son: Φωτογραφίζοντας μια σιωπηλή σχέση

Στο φωτογραφικό πρότζεκτ «Father and Son» του Βάλερι Ποστάροβ, μια απλή χειρονομία, το κράτημα του χεριού, μετατρέπεται σε πράξη επανασύνδεσης, φωτίζοντας τη σιωπηλή, συχνά ανείπωτη σχέση ανάμεσα σε πατέρες και γιους μέσα από διαφορετικές κουλτούρες και γενιές.
M. HULOT