1.

Ιστορίες. Ο Θανάσης Βαλτινός (Καστρί Κυνουρίας, 1932) είναι ο μέγας πυκνωτής των ιστοριών. Μέσα σε ελάχιστες σελίδες, με ολιγόλεκτες αράδες, καταφέρνει να αφηγηθεί ιστορίες πλούσιες σε νόημα και σημασία. Μάστορας του μίνιμουμ, καταβυθισμένος στην καθημερινότητα αλλά και στην Ιστορία, με κεφαλαίο ιώτα, ο Βαλτινός χαρτογραφεί πεισματικά το χάος της ελληνικής πραγματικότητας, στήνει με ασπρόμαυρες στιγμιαίες λήψεις, με πολαρόιντ, σε αχανείς χώρους, εκθέσεις που, σαν εγκαταστάσεις του μεγάλου εικαστικού ιστοριοδίφη Christian Boltanski (1944), φωτίζουν το σκοτεινό ορυχείο του χρόνου. Οι στιγμές που συλλαμβάνει και απαθανατίζει ο Βαλτινός είναι πάντα πολύτιμες, είναι έτσι διαλεγμένες ώστε να συνθέτουν ένα μεγάλο παζλ, το παζλ της νεότερης ελληνικής ιστορίας, το παζλ του κόσμου στον οποίο ζούμε αλλά, πολλές φορές, λησμονούμε τα υλικά από τα οποία συντίθεται. «Το χάος που σκεπάζουν οι λέξεις» γράφει ο δημιουργός της Καθόδου των Εννιά και των Στοιχείων για τη δεκαετία του '60. Ναι, οι λέξεις σκεπάζουν το χάος, αλλά επίσης οι λέξεις οδηγούν στη διαύγαση του χάους, στη διευθέτηση, εντός μας, της άναρχης δομής του χάους, στην κατανόηση των διαρκώς και διηνεκώς παλλόμενων συστατικών του χάους.

 

2.

Μνήμες. Φυσικά, με τις μνήμες εργάζεται ο Θανάσης Βαλτινός, στις μνήμες καταφεύγει, από τις μνήμες αντλεί. Σε όλα του τα βιβλία, και στο πρόσφατο με τίτλο Επείγουσα ανάγκη ελέου (εκδ. Εστία). Ένα χθαμαλό φονικό, ασήμαντο μες στον βόρβορο της Ιστορίας, κοινότοπο στην εποχή του, καταγράφεται από τον συγγραφέα τάχατες παγερά, μέσα από τα πρακτικά μιας ανάκρισης, και μας θυμίζει από τι μακελειό καταγόμαστε. Η μάνα βάζει δηλητήριο στις φακές και στέλνει στην κόλαση τη θυγατέρα της που ατίμασε την οικογένεια. Η μάνα: «Αφού έβαλα στα άλλα (παιδιά) φακές, έβαλα και στης Ρούλας. Προτού της το δώσω (το πιάτο με τις φακές), πήγα στον φούρνο που είναι στην αυλή, πήρα ένα μπουκαλάκι γυάλινο με μαύρο βούλωμα που είχε μέσα δηλητήριο φουραντάν και έριξα λίγο στο πιάτο της. Μετά το έβαλα μπροστά της που καθόταν με τα άλλα παιδιά και είδα ότι το έφαγε όλο [...] Το δηλητήριο το είχε βάλει στον φούρνο η Ρούλα και μου το είχε δείξει. Το φέρνουν στην κοινότητα για την καταπολέμηση εντόμων στα χτήματα και παίρνει όποιος θέλεις. Με το φώτημα σκούντησα τη Ρούλα να σηκωθεί και να ανάψει τη φωτιά, αλλά δεν κουνιόταν και ήταν παγωμένη. Τότε σηκώθηκα και κατάλαβα ότι είχε πεθάνει» (από το διήγημα «Φουραντάν»). Ο θάνατος στο έργο του Βαλτινού, είτε ασήμαντος είναι, από τη μεριά της Ιστορίας, είτε όχι, αντισταθμίζεται πάντα από την ορμή της ζωής, από τους χθόνιους ερωτικούς κραδασμούς, από τη δύναμη του σώματος «που θέλει και ζητεί». Στα διηγήματα «Αυτή η Γαλλίδα», «Μοντέλο FF-3D AF Super» και «Η μνήμη των σωμάτων» που απαρτίζουν το πρώτο τρίπτυχο του βιβλίου είναι έντονες οι παρουσίες της σάρκας, του αισθησιασμού που δεν έχει ψευτορομαντικά στολίδια αλλά είναι χωμάτινος, γήινος, ωμός. Χωρίς, μολοντούτο, να είναι βάναυσος. Είναι ένας αισθησιασμός θα έλεγα ρεαλιστικός, μια δύναμη ζωής, ένα λυτρωτικό γάντζωμα στην πραγματικότητα, μια σωτήρια τροχοπέδη στην αδυσώπητη ταχύτητα του χρόνου και της φθοράς. «Η ενασχόλησή μου με τη φωτογραφία», γράφει ο Βαλτινός, «δεν ορίζεται από καλλιτεχνικές φιλοδοξίες [...] Μου αρέσει να φωτογραφίζω [...] Ο φακός έχει ιδιότητες εσόπτρου [...] Φωτογραφίζω τα πάντα. Ιδιαίτερα μου αρέσει να φωτογραφίζω γυναίκες. Το τι υπόσχεται ένα γυναικείο κορμί δεν είναι κάθε φορά αυτονόητο. Είναι όμως ποιητικό». 



 

3.

Πρόσωπα. Με τα πρόσωπα καταπιάνεται ο Βαλτινός και όχι με μάζες και όγκους ιστορίας, που ούτως ή άλλως προϋποτίθενται. Καταπιάνεται με ρυτίδες και χαρακιές, με τραύματα και ουλές, με βλέμματα που βραχνιάζουν από τα όσα έχουν δει και με ρυτίδες που απλώνονται στα έγκατα του νου και της ψυχής. Με το γέρασμα του σώματος και της μορφής, όπως γράφει στο διήγημα «Ένα κόκκινο τριαντάφυλλο». Με την απώλεια μυϊκής μάζας, με τις πανάδες του δέρματος. Όπως ο Ernest Hemingway και ο Raymond Carver, έτσι και ο Βαλτινός ερευνά, ψαχουλεύει, συνάζει στιγμές, συσσωρεύει υλικό, και μετά, με το ψαλίδι του μοντάζ, κόβει και ύστερα ράβει, χωρίς όμως να φαίνονται οι ραφές. Χρόνια και δεκαετίες ενός ανθρώπου, ενός προσώπου, συμπυκνώνονται αριστοτεχνικά σε μερικές ρέουσες σελίδες που, μες στο μυαλό του αναγνώστη, λαμβάνουν διαστάσεις μυθιστορήματος, ακόμα και οικογενειακής σάγκα. Μια λεπτομέρεια από εδώ, μια άλλη από εκεί, και το διήγημα γίνεται καλειδοσκόπιο, η φράση γίνεται σύμπαν. Τα διηγήματα «Η μεγάλη Μάρθα», «Φρειδερίκος Γιόχαν Δάινερ», «Κώστας και Μαρίνα» και «Επείγουσα ανάγκη ελέου» ανήκουν σε αυτή την κατηγορία: με μιαν arte povera της γραφής ζωντανεύουν δεκαετίες ολόκληρες, ιστορίες που εκκινούν από την προσωπική λεπτομέρεια και απλώνονται στους αιώνες, σύντομες στιγμές που εμπεριέχουν μακροχρόνια δράματα. Μεγάλη μαστοριά και μαεστρία! 



 

radiobookspotting.blogspot.gr/