Μένης Κουμανταρέας: Άγια Κυριακή στο Βράχο

Μένης Κουμανταρέας: Άγια Κυριακή στο Βράχο Facebook Twitter
1
Μένης Κουμανταρέας: Άγια Κυριακή στο Βράχο Facebook Twitter

Τον τελευταίο καιρό, με αφορμή και τον βίαιο θάνατο του Μένη Κουμανταρέα τον προηγούμενο Δεκέμβριο, διαβάζω και ξαναδιαβάζω την αγαπημένη μου συλλογή διηγημάτων του «Τα Καημένα», που εκδόθηκε για πρώτη φορά στον Κέδρο το 1972. Από ’κει άρχισα να ξεφυλλίζω απολαμβάνοντας με μια δόση άγχους το εκπληκτικό, πυρετικό «Άγια Κυριακή στο Βράχο», ένα από τα πιο… αιματοβαμμένα αφηγήματα της νεοελληνικής λογοτεχνίας.

Ο Κουμανταρέας ήταν θαυμαστής του Edgar Allan Poe (είχε μεταφράσει εξάλλου το “A Descent into the Maelström”, ως «Στη Δίνη του Μάελστρομ») και σ’ αυτό το διήγημά του (στην «Άγια Κυριακή…») φαίνεται βαθύτατα επηρεασμένος από το “The Narrative of Arthur Gordon Pym of Nantucket”, δηλ. την «Αφήγηση του Άρθουρ Γκόρντον Πυμ».

Η ναυτική να-την-πούμε ιστορία του Κουμανταρέα, που μπορεί σε κάποιους να θυμίσει την ταινία "The Fog" (1980) του John Carpenter ή τη νουβέλα "The Mist" (1980) του Stephen King είναι ένα απροσδόκητο, όσο και ελληνικότατο, διήγημα τρόμου, που πάντα θα λειτουργεί και σ' ένα συμβολικό επίπεδο.

Να πω επίσης πως ένα απόσπασμα από την «Άγια Κυριακή στο Βράχο» δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στο καθοριστικό, γιατί όχι και θρυλικό βιβλίο «Δεκαοχτώ Κείμενα» [Κέδρος 1970] – ένα βιβλίο που συνδέθηκε με το γενικότερο πνεύμα αντίστασης προς τη δικτατορία.

Η ναυτική να-την-πούμε ιστορία του Κουμανταρέα, που μπορεί σε κάποιους να θυμίσει την ταινία “The Fog” (1980) του John Carpenter ή τη νουβέλα “The Mist” (1980) του Stephen King, για να μη μιλήσω για τα ζόμπι του George Romero –εμένα με παραπέμπει και στην ανατριχιαστική ιστορία “The Upper Berth” (1894) του Francis Marion Crawford, που την διάβασα κάποτε ως «Η Πάνω Κουκέτα» σ’ ένα βίπερ της Ωρόρα σε μετάφραση Γιώργου Μπαλάνου– είναι ένα απροσδόκητο, όσο και ελληνικότατο, διήγημα τρόμου, που πάντα θα λειτουργεί και σ’ ένα συμβολικό επίπεδο.

Μένης Κουμανταρέας: Άγια Κυριακή στο Βράχο Facebook Twitter

«Ένα τσούρμο παλιοί ναυτικοί, κουτσοπίνοντας ένα βράδυ σ’ ένα καπηλειό, διηγούνται μια παράξενη ιστορία: το πώς, κάποτε, ένα τσούρμο θεατρίνοι πήγαν σ’ έναν τόπο, που μπορεί να ’ταν η Λήμνος, η Χαλκιδική ή η άγρια Μάνη, να δώσουν μια παράσταση για τους νοικοκυραίους· το πώς αντίς για την παράσταση, έδωσαν μια άγρια κι αιματόβρεχτη γιορτή· το πώς, μέσα απ’ όλους τους νοικοκυραίους, γλίτωσε ένα κορίτσι μόνο, η Αγερινή, που στο κατόπι μπάρκαρε κι αυτή κρυφά, παίρνοντας μέρος σ’ άλλες παραστάσεις, το ίδιο άγριες κι αιματόβρεχτες...». 

 

(...)Την καρδιά της νύχτας να σχίζει ένα καράβι· απ’ όπου κι αν το κοίταγες έμοιαζε κάστρο ετοιμοπόλεμο, το κάθε ξάρτι σπαθί υψωμένο, κι οι μάσκες της πλώρης, βοηθώντας το σκοτάδι, άδηλες μες στα που μέλλονταν. Κι όπως το καράβι άραζε σβηστό σε νέκρα, άξαφνα απ’ την κουβέρτα, τη γέφυρα, υψώθηκαν παντού φλόγες πυρσοί κι αντάμα σάλπισμα βουερό που έσχιζε την ακοή και βύθιζε την ψυχή σε αγωνία. Κι όπως ανοίγει μια αυλαία, έτσι και οι αιώρες ξεκρεμάστηκαν ψηλά απ’ τα ξάρτια και μεμιάς σ’ ανεμόσκαλες μεταμορφώθηκαν με γάτζους σκαλώνοντας στην προκυμαία. Και πλήθος ντυμένοι πανοπλίες, δόρατα και περικεφαλαίες βάλθηκαν να κατεβαίνουν.


Κατηφόριζαν μυρμηγκιές από δαύτους, άλλοι κρεμάμενοι από τα παλαμάρια κι άλλοι ένα με τα σκαλιά τρέχοντας και με φωνές τραχιές που άλλα στη γλώσσα τους σήμαιναν κι άλλα στη δικιά μας. Στο μεταξύ στην παραλία ο κόσμος να στέκει βουβαμένος, μιας κι έργο πολεμικό κανείς τους δεν περίμενε και μάλιστα με περισσό ρεαλισμό παιγμένο, που έκανε μες στις βελάδες και τα βαριά βελούδα τις καρδιές να σφίγγουν. Και σαν για να διαλύσει και τη στερνή ελπίδα, από το μεσιανό φλόκο ανέβηκε λαχανιαστή και στάθηκε ψηλά νεκρολογώντας, η σημαία του καραβιού.


Κι ευθύς όσοι από τους θεατές, εκείνοι που πρώτοι στέκονταν στη σειρά, ένιωσαν τα σπαθιά να τους αγγίζουν, ύστερα να τους περνάν, έσυραν τη φωνή. Ακολούθησε θρήνος γενικός που τον έπνιγαν η κλαγγή των όπλων κι ο χτύπος τής μιας ασπίδας πάνω στην άλλη, καθώς όλες προχωρούσαν σε μέτωπο, ολοένα συγκλίνοντας απ’ τα πλάγια σε σχέδιο σατανικό. Κι όσοι πάσχιζαν να ξεφύγουν απ’ τη μια φάλαγγα, παρευθύς έπεφταν πάνω στην άλλη, καταντώντας μεταξύ τους να συγκρούονται, ο ένας στον άλλον πάνω ρίχνοντας μούτρα παραμορφωμένα απ’ την τρομάρα.

Κι όσοι πάλι ξεγλιστρώντας κατόρθωναν να το σκάνε, με τα τέσσερα έτρεχαν να σωθούν κατά τα πρώτα σπίτια. Όμως απ’ τα παράθυρα ειδοποιημένοι οι προνομιούχοι των θεωρείων, είχαν φροντίσει κιόλας με τις αμπάρες τις πόρτες ν’ ασφαλίσουν. Κι όσο κι αν άκουγαν χτύπους και φωνές δεν έλεαν ν’ ανοίξουν σε κανέναν, ας ήταν γι’ αδέρφι, για παιδί, μάνα είτε πατέρα. Κι εδώ ταιριάζει η παροιμία· στου κουφού την πόρτα όσο θέλεις βρόντα.


Κι όσοι πάλι απ’ τους Βραχιανούς στις βάρκες πρόσφευγαν, ώσπου να λύσουν κάβο και να ξανοιχτούν, τους πρόφταναν αναμμένοι δαυλοί που στριφογυριστοί απ’ το καράβι εκτόξευαν οι θεατρίνοι, κι έβλεπες τις βάρκες στον αέρα να τινάζονται, σκορπώντας αδιάκριτα κομμάτια ξύλο και σάρκα. Και σαν για να τονίσει σε θρίαμβο τη σφαγή, το αίμα κοχλακιστό πηδούσε συντριβάνι, κι ήταν οι φωνές στριγγές κι άλλες βραχνές, ανάλογα το λεπτό, την ώρα.


Κι ολοένα δρόμο το δρόμο, σκαλί την ανηφόρα οι κουρσάροι, μιας κι είναι καιρός πια να τους πούμε με τ’ όνομά τους, ξεχύνονταν κι αφάνιζαν τους νοικοκυραίους. Τους άντρες σκότωναν επί τόπου, τις γυναίκες έπιαναν σκλάβες, και σαν καμιά έμορφη πολύ της έκοβαν τις ρόγες και καρφωμένες στα δόρατα πάνω προχωρούσαν τροπαιούχοι.(…)


Καίγονταν σπιτικά, σώνονταν ζωές, κι οι γριές κατάκοιτες κι οι γέροι ραχητικοί αφανίζονταν και με τα ροκανίδια πλάγιαζαν σε φριχτή συντέλεια της σάρκας. Κι ήταν το θέαμα της πολιτείας μελανό και κόκκινο σαν πρησμένο κορμί από κακιά αρρώστεια κι ο ουρανός μπλάβος και στυγνός κι έβρεχε ασταμάτητα φωτιά και αίμα κι η σκηνή όλη θόλωνε σαν λάμπα απ’ την αθάλη.


Κι έμοιαζαν ανοιγμένες οι ρομφαίες τ’ ουρανού, κι έτρεχαν λογιώ-λογιώ τέρατα άλλα με φτερά, άλλα με ρόδες πάνω ή δεκανίκια, και μέδουσες, και σφίγγες και πληγές λεπρών κι αφροδίσια, και κροτούσε μουσική από τα έγκατα της γης κι αλάλαζαν κύμβαλα, σκύμβαλα κι άλλα τούμπανα της φρίκης.


Κι όλοι περίμεναν πως απ’ ώρα σ’ ώρα θα σχίζονταν ο έβδομος από τους ουρανούς και τρομερό θα φανερωνόταν το Πλάσμα που κυβερνούσε τυφλά πάνω στους τυφλούς. Όμως τέτοιο σχίσμα δεν έλεε άλλο ν’ ανοίξει, παρά ήταν από τ’ αρχαία χρόνια στομωμένο πίκρες και ρόζους και χαλάσματα και μόνη η πνοή της καταστροφής αντηχούσε στείρα, σπέρνοντας την ορφάνεια, τη λαγνεία, λογιώ-λογιώ καταδίκες σε δίκαιους πάνω κι άδικους, άδικα μοιρασμένες, γι’ αυτό και χρεία καμιά να πάρει τέλος ένας τέτοιος ξολοθρεμός για ν’ απαλύνει.(…)


Κι όταν πια η καταστροφή καταλάγιασε κι η όψη των αιματόβρεχτων κουρσάρων πήρε να μερεύει, ένας-ένας, ύστερα όλοι μαζί σα ταχτικός στρατός πήραν το δρόμο της επιστροφής κι έμεινε η πολιτεία γυμνή σε φρίκη. Τι ήταν σκοτάδι πίσσα, καθώς πολλοί απ’ τους πυρσούς σβηστοί, αλλιώς θάχαν να δουν τα μάτια σας τόσα κορμιά και τόσο φριχτά βουτηγμένα στο αίμα τους καθώς και στο αίμα των διπλανών, που θα τρελαίνονταν τα μάτια σας, θα σάλευε το λογικό σας.

Γιατί μόνο σε βιβλία κρατιούνται τέτοιοι λογαριασμοί κι αυτοί αναιμικοί, μιας και σπάνια βρίσκει κανείς το κουράγιο σωστούς να τους κρατάει.(…)


Τέτοια περίπου στάθηκε, όπως μας κληροδοτήθηκε, κι όπως μέσα από το κυανοκυάλι πέρασε του ξένου καραβιού, η παράσταση που δόθηκε από τους θεατρίνους στη ναυτική πολίχνη που ονομάσαμε Βράχο, μια Κυριακή στις οχτώμιση το βράδι. 

1

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

«Παύλος Σιδηρόπουλος - Εν Κατακλείδι», ένα graphic novel για τη ζωή του πρόωρα χαμένου δημιουργού

Βιβλίο / Παύλος Σιδηρόπουλος: Ένα graphic novel για τη ζωή του «πρίγκιπα της ροκ»

Ο Ηλίας Κατιρτζιγιανόγλου και ο Κωνσταντίνος Σκλαβενίτης, που εργάστηκαν στο σενάριο και στο σχέδιο του «Παύλος Σιδηρόπουλος - Εν Κατακλείδι», εξηγούν πώς προσέγγισαν τη ζωή και την καλλιτεχνική πορεία αυτής της σύνθετης προσωπικότητας.
ΜΑΡΙΑ ΠΑΠΠΑ
Ευτυχώς για μας, η Τζένη Μαστοράκη αγαπούσε από μικρή τις ιστορίες που τη φόβιζαν/ «Κι όλα τα κακά σκορπά…»: Ένα ξεχασμένο, αριστουργηματικό πεζό της Τζένης Μαστοράκη

Βιβλίο / Ένα ξεχασμένο, αριστουργηματικό πεζό της Τζένης Μαστοράκη κυκλοφορεί ξανά

Ένα σπουδαίο, αλλά σχετικά άγνωστο έργο της κορυφαίας ποιήτριας και μεταφράστριας κυκλοφορεί για πρώτη φορά σε αυτόνομη έκδοση από την Άγρα, δύο χρόνια μετά τον θάνατό της.
ΕΙΡΗΝΗ ΓΙΑΝΝΑΚΗ
Titus Milech: «Όταν κατάλαβα, μου ήταν αδύνατο να συνεχίσω να μιλάω Γερμανικά»

Titus Milech / O Γερμανός ψυχίατρος που νιώθει βαθιά απαξίωση για τη χώρα του

Ο Titus Milech μιλάει για τη βαθιά απαξίωση που νιώθει για τη χώρα στην οποία γεννήθηκε λόγω των εγκλημάτων του ναζισμού και εξηγεί γιατί του είναι αδύνατον ακόμα και να χρησιμοποιεί τη μητρική του γλώσσα.
ΧΡΗΣΤΟΣ ΠΑΡΙΔΗΣ
Άλμπερτ Σπέερ, «ο ανεκπλήρωτος έρωτας του Φύρερ»

Βιβλίο / Άλμπερτ Σπέερ, «ο ανεκπλήρωτος έρωτας του Φύρερ»

Ένα νέο βιβλίο εξερευνά την γοητεία που ασκούσε στον Χίτλερ ο αγαπημένος του αρχιτέκτονας και τον τρόπο με τον οποίο ο ίδιος ο Σπέερ «ξέπλυνε» τη συμμετοχή του στον όλεθρο και εμφανίστηκε ως «ο καλός Ναζί»
THE LIFO TEAM
Ερίκ Βιγιάρ: Ο συγγραφέας που μίλησε τη γλώσσα των φτωχών και των κατατρεγμένων

Βιβλίο / Ερίκ Βιγιάρ: Ο συγγραφέας που μίλησε τη γλώσσα των φτωχών και των κατατρεγμένων

Το νέο βιβλίο του Γάλλου συγγραφέα που κυκλοφορεί στα ελληνικά, «Οι ορφανοί - Μια ιστορία του Μπίλι δε Κιντ», επιβεβαιώνει τον λόγο που το ελληνικό αναγνωστικό κοινό τον προτιμά: αφηγείται πραγματικά γεγονότα με την ευαισθησία του λογοτέχνη και δεν φοβάται να προασπιστεί με τις λέξεις του τους αφανείς και τους ανυπεράσπιστους.
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ
Όταν η αγάπη δεν έχει γλώσσα

Φωτογραφία / Father and Son: Φωτογραφίζοντας μια σιωπηλή σχέση

Στο φωτογραφικό πρότζεκτ «Father and Son» του Βάλερι Ποστάροβ, μια απλή χειρονομία, το κράτημα του χεριού, μετατρέπεται σε πράξη επανασύνδεσης, φωτίζοντας τη σιωπηλή, συχνά ανείπωτη σχέση ανάμεσα σε πατέρες και γιους μέσα από διαφορετικές κουλτούρες και γενιές.
M. HULOT
Ντιπές Τσακραμπάρτι: «Μόνο οι τεχνοκράτες έχουν συγκεκριμένα σχέδια για την κλιματική αλλαγή»

Βιβλίο / Ντιπές Τσακραμπάρτι: «Δεν θα επιβιώσουμε αν συνεχίσουμε να ψεκάζουμε με αεροζόλ»

Μπορεί το όνομα του Ντιπές Τσακραμπάρτι να μην είναι ιδιαίτερα γνωστό στην Ελλάδα, όμως ο ινδικής καταγωγής συγγραφέας του δοκιμίου «Κλιματική αλλαγή και ιστορία: Τέσσερις θέσεις» θεωρείται από τους κορυφαίους σύγχρονους στοχαστές.
ΘΟΔΩΡΗΣ ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ
Θα σώσουν η Σάρα Τζέσικα Πάρκερ και η Ντούα Λίπα την αγορά του βιβλίου;

Βιβλίο / Μπορεί η Σάρα Τζέσικα Πάρκερ να σώσει την αγορά του βιβλίου;

Αυξάνονται οι λέσχες ανάγνωσης που καθιερώνουν οι διάσημοι μπαίνοντας σε κριτικές επιτροπές και αναλαμβάνοντας τον ρόλο του κριτικού. Και παρά τις αντιρρήσεις, αυτοί έχουν φέρει ξανά το βιβλίο στην πρώτη γραμμή.
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ

σχόλια

1 σχόλια