Τίποτα εκκωφαντικό ή επιβλητικό δεν υπάρχει στην ποίηση της Λουίζ Γκλικ, ακριβώς γιατί η επιβολή ή η επικράτηση δεν ήταν ποτέ συστατικά του ποιητικού της κόσμου: η αναμέτρηση θαρρείς και συμβαίνει πάντα με το αχανές της ζωής που απλώνεται πάνω από κάθε μικρή ύφανση και με την αναγκαιότητα της τέχνης, που είναι τελικά αυτή που σώζει. Καμία απόλυτη ιδέα δεν αναδεικνύεται, καμία αλήθεια που να θέλει να επικρατήσει μέσα στη σαρωτική της ενέργεια.

 

«Είναι οι κριτικοί, είπε,/ Οι κριτικοί έχουν τις ιδέες. Εμείς οι καλλιτέχνες / είμαστε απλώς παιδιά απασχολημένα με τα παιχνίδια μας» γράφει με ακρίβεια η Γκλικ. Και αυτή είναι η κορυφαία επιδίωξη –αν υπάρχει κάποια– σε μια συλλογή που φέρει τον βαρυσήμαντο τίτλο Πιστή και ενάρετη νύχτα (εκδόσεις Στερέωμα), το να μπορέσει να διατηρηθεί ανόθευτο το παιδικό αίσθημα της αμεσότητας που διαπερνά την ασυνείδητη ποιητική σκέψη, που δεν χάνει την πίστη στο υπάρχον ως κορυφαία αρετή.

 

Εξού και ο τίτλος της συλλογής που κοσμείται από δύο επίθετα, «πιστή» και «ενάρετη», τα οποία μοιάζουν να παλεύουν να κρατηθούν δίπλα στην αβυσσαλέα επικράτηση της νύχτας. Η ποίηση ως χρέος, η ποίηση ως ανταπόκριση μιας βαθιάς ηθικής προσταγής. 

 

Μιλώντας για επιρροές, θα λέγαμε ότι η Λουίζ Γκλικ ανήκει στη μεγάλη σχολή των Νεοϋορκέζων απογόνων του Γουίτμαν με την προσήλωση στις αλήθειες της φύσης που επιβάλλονται στο εγώ του ποιητή αλλά και με την ευαισθησία της Ντίκινσον, που χαρακτηρίζει εμμονικά σχεδόν την αναμφίβολη ικμάδα της ποίησής της.


Πρόκειται για ένα ηθικό πρόταγμα που είναι αόρατο μεν, αλλά καταστατικό όσον αφορά τη γεννημένη την ίδια μέρα, όπως παραδέχεται σε έναν στίχο της, με τον Εμάνουελ Καντ ποιήτρια, η οποία δείχνει να έχει ένα αναμφίβολο ηθικό χρέος απέναντι στον αναγνώστη: να μην του επιβάλει ιδέες, να μην τον ξεγελάσει με βαρύγδουπες λέξεις και να μην καταλήξει σε κανενός είδους κατηγορηματικό συμπέρασμα.

 

Κρυμμένη πίσω από τις τρεις περσόνες που εναλλάσσονται στο βιβλίο ως φορείς ποιητικών προβληματισμών –ένας ηλικιωμένος καλλιτέχνης, η ίδια η ποιήτρια και ένα μοναχικό αγόρι–, θα μείνει να παρατηρεί τα φυσικά στοιχεία που διαφεύγουν την προσοχή, δηλαδή την αλλαγή στα εσωτερικά και εξωτερικά φαινόμενα, τη, ανθοφορία του φωτός που χάνεται κάθε φορά που επιστρέφει ύπουλα το τραύμα. Αντίθετα με ό,τι πιστεύεται, το τραύμα, που ξεπροβάλλει απρόσμενα στο θάμβος της μέρας, είναι πιο τρομακτικό από την ίδια τη νύχτα, η οποία επιβάλλεται πάντα με τον ίδιο τρόπο, πιστή στα σχέδιά της, ονειρική και ονειροπόλα σαν ένας γενναίος ιππότης, εξού και η εναλλαγή μεταξύ των ομόηχων λέξεων knight και night.

 

Ενδεχομένως να είναι πιο παρηγορητική στην προσφορά της προσδοκώμενης σιωπής, την οποία αναδεικνύει ως σταθερή απάντηση στη μόνιμη αγωνία της ψυχικής αναζήτησης, η οποία μοιάζει με αυτήν ενός παιδιού σε ένα εμπορικό κατάστημα, που ψάχνει τη μητέρα του. Δηλαδή, σε αντίθεση με την πολυποίκιλη πληροφορία και αγωνία που φέρει η μέρα, η καθησυχαστική επιστροφή της νύχτας είναι μόνιμη, ίδια και γοητευτικά ερμητική στα αιώνια ερωτήματά της: «Έξω έπεφτε νύχτα. Να ήταν άραγε αυτή / εκείνη η χαμένη νύχτα, καλυμμένη με αστέρια / πασπαλισμένη με φεγγαρόφωτο,/ σαν κάποιο χημικό συστατικό που διατηρούσε έτσι / όλα όσα ήταν εμβαπτισμένα μέσα της;» – ιδού ένα σταθερό ερώτημα που μοιάζει με συνειδητοποίηση της αδυναμίας της θνητότητας, με αμήχανη στάση στο γεγονός του θανάτου που δεν χωράει στις λέξεις. Μοναδική λύση η στιγμιαία παρηγορητική έκλαμψη της δημιουργικής αμφιβολίας, αυτή η ικανότητα που έχει ο καλλιτέχνης και ο ποιητής να μετατρέπουν την αδυναμία σε δημιούργημα, καταφέρνοντας έτσι να επωμίζονται την έλλειψη προσαρμοστικότητας.

 

Θαρρεί κανείς πως ολάκερη η δύναμη της ποίησης της Γκλικ κρύβεται στον στίχο «Κάτι είπα, όπως ο κόσμος την άνοιξη». Κάτι ήσυχο και απλό, κάτι που θα θυμάστε πάντοτε όλοι ως ξαφνική συμπαραδήλωση του καλλιτεχνικού δημιουργήματος. 

 

ΓΚΛΙΚ
ΚΑΝΤΕ ΚΛΙΚ ΕΔΩ ΓΙΑ ΝΑ ΤΟ ΑΓΟΡΑΣΕΤΕ: Λουίζ Γκλικ, Πιστή και ενάρετη νύχτα, Μτφρ.: Χάρης Βλαβιανός, Δήμητρα Κωτούλα, Εκδόσεις Στερέωμα, Σελ.: 184

Άλλωστε, αυτά για τα οποία κάνει λόγο η ποιήτρια είναι πράγματα συμπαντικά και κοινά σε όλους: η απώλεια, η ψυχική αγωνία και η παιδική μνήμη που επιμένει πάντα, αφού κανείς δεν ξεχνάει ποτέ το πρώτο του αναγνωστικό, τη βόλτα στο πάρκο, τις μυρωδιές από τα σπίτια και το οικογενειακό περιβάλλον, τη δυνατότητα μιας μνήμης πραγματικής στην ηθική της ακεραιότητα.

 

Πρόκειται για συστατικά κυρίαρχα σε όλη τη συλλογή, η οποία, ανεξαρτήτως της περσόνας που επικρατεί στο κάθε ποίημα, διατηρεί ανέγγιχτο το άχρονο της παιδικής ανάμνησης. «Μόνο που κάθε γνώριμη όψη του ανασκευάζεται και τρεμοφέγγει, σαν το περίγραμμα ενός ονείρου», όπως επισήμανε καίρια η επιτροπή που απένειμε στην ποιήτρια το Εθνικό Βραβείο για την Πιστή και ενάρετη νύχτα μόλις το 2014. 

 

Στη συλλογή, που φαίνεται να διατηρεί ανόθευτη την επικράτεια ενός σταθερού ισοτονικού ύφους, αφού στην ποίηση της Γκλικ εσκεμμένα δεν υπάρχουν εξάρσεις, κάτι που καταφέρνει να αποδώσει και η ελληνική μετάφραση του Χάρη Βλαβιανού και της Δήμητρας Κωτούλα, η απώλεια δεν δοξάζεται αλλά διαπερνά διαρκώς με τρόπο ύπουλο και τρομακτικό τον καθημερινό βίο.

 

Eπίσης, τίποτα δεν αποκαλύπτεται στην πραγματική του διάσταση, αφού τα πάντα καλύπτονται από ένα νέφος ομίχλης, σαν αυτό που σκεπάζει την Κορνουάλη, κάτι βοηθητικό ίσως, αφού κρύβει το κενό της απώλειας και υπερτονίζει τις αυταπάτες: «Η νύχτα προχωρούσε. Ομίχλη / στροβιλιζόταν γύρω από τις αναμμένες λάμπες./ Υποθέτω πως εκεί ήταν μόνο ορατή / σε άλλα σημεία, ήταν απλώς όπως τα πράγματα,/ θολά εκεί που άλλοτε είχαν υπάρξει διαυγή».

 

Οι εξπρεσιονιστικές αυτές απεικονίσεις μοιάζουν με χρωματικές παραλλαγές που αλλοιώνουν διαρκώς και μεθοδικά το φως της ημέρας, για να καταλήξουν σταδιακά διαφορετικές αποχρώσεις του γκρίζου της ομίχλης και σκοτάδι της σιωπής. Ακόμα όμως και οι χρωματικές διαφοροποιήσεις έχουν άμεσα να κάνουν με την αναλογία της εμπειρίας και το βλέμμα.

 

687
Το νέο τεύχος της LiFO δωρεάν στην πόρτα σας με ένα κλικ.

Αντλώντας, εν προκειμένω, παραδείγματα από την αισθητική γεωμετρία του Ουίτμαν και των βαθιά πιστών στην εμπειρική δύναμη των στίχων των Αμερικανών, η Λουίζ Γκλικ μένει πιστή στο αισθητηριακό σθένος, αλλά καταφέρνει να ενσωματώσει το δικό της έντονο, ακέραιο βίωμα στην ποίησή της.

 

Το τόνισε και η επιτροπή του βραβείου Νόμπελ στο σκεπτικό που δικαιολογούσε την απόφασή της να δοθεί το περσινό βραβείο στη χαμηλόφωνη αυτή ποιήτρια: «Για την αλάνθαστη ποιητική φωνή της, που με την αυστηρή της ομορφιά καθιστά την ατομική ύπαρξη εμπειρία καθολική». Κάθε στόχευση δείχνει εδώ να έχει το δικό της νόημα και κάθε στίχος φανερώνει έναν ιδιότυπο τρόπο να ενσωματώνει το φευγαλέο και να το μετατρέπει σε κάτι πανανθρώπινο και οικουμενικό. 

 

Μιλώντας για επιρροές, θα λέγαμε ότι η Λουίζ Γκλικ ανήκει στη μεγάλη σχολή των Νεοϋορκέζων απογόνων του Ουίτμαν με την προσήλωση στις αλήθειες της φύσης που επιβάλλονται στο εγώ του ποιητή αλλά και με την ευαισθησία της Ντίκινσον, που χαρακτηρίζει εμμονικά σχεδόν την αναμφίβολη ικμάδα της ποίησής της.

 

Επηρεασμένη, επίσης, από τον τρόπο που ο Ρόμπερτ Λόουελ μετέφερε τα καθημερινά, αυτοβιογραφικά ενσταντανέ στους στίχους του στο «Life Studies» και σε σύμπνοια με το πώς ο επίσης Νεοϋορκέζος Ουίλιαμς Κάρλος Ουίλιαμς χάζευε κάθε απτή λεπτομέρεια της φύσης στο Πάτερσον, η Γκλικ φτιάχνει ένα πολύ ιδιότυπο ποιητικό μείγμα που, ωστόσο, διατηρεί ακέραια τα νεοϋορκέζικα κομμάτια της. Ενδεχομένως και την εβραϊκή της ταυτότητα, που κρατάει δικαιωματικά ψηλά την παντιέρα της αμφιβολίας και την ειρωνεία της ύπαρξης.

 

Τι απομένει, λοιπόν, στη δημιουργό που έχει δει το σκοτάδι και τον θάνατο; Η χαρά της έκπληξης, αυτής που η ποιήτρια θα νιώσει να τη συγκλονίζει και να την καλεί γιατί «δεν μπορεί παρά να είναι συναρπαστική αυτή η ανάδυση του σχήματος από το χάος», σαν μια μπαλαρίνα που μπορείς να την κάνεις να χορεύει όχι μόνο σε ένα μουσικό κουτί αλλά κυριολεκτικά στη μέση ενός πάρκου. 

 

ΑΓΟΡΑΣΤΕ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΕΔΩ

 

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO.

 

Το νέο τεύχος της LiFO δωρεάν στην πόρτα σας με ένα κλικ.