H Μάρω Δούκα αφηγείται τη ζωή της στη LifO

H Μάρω Δούκα αφηγείται τη ζωή της στη LifO Facebook Twitter
Το γράψιμο σ' εμένα από πολύ νωρίς έγινε τρόπος ζωής, τρόπος σκέψης. Με τη συνέπεια του επαγγελματία αλλά και με το πάθος του ερασιτέχνη...Φωτό: Πάρις Ταβιτιάν / LIFO
0

Αθήνα έρχομαι το 1965. Στη σοφίτα ενός τριώροφου στο Κουκάκι, όπου θα έμενα τρία χρόνια. Συνήθεια απαραβίαστη να ανηφορίζω κάθε Κυριακή στην Ακρόπολη και να χαζεύω πέρα την πόλη. Σκεφτόμουν συχνά τότε τον Μιμίκο και τη Μαίρη. Για τον Μανώλη Γλέζο και τον Απόστολο Σάντα δεν είχα ιδέα ακόμα!

Φοιτήτρια στη Φιλοσοφική. Η Σόλωνος και τα γύρω στενά. Αποκτώ καλές φίλες: τη Μαρία, την Τασούλα. Έχω να θαυμάζω την Παυλίνα Παμπούδη και την αλησμόνητή μου Φρίντα Λιάππα. Έρχονται στιγμές που αισθάνομαι την Αθήνα να με αγκαλιάζει στοργικά. Μια αγκαλιά που έχει σίγουρα να κάνει με τις ιστορίες που μου λέει η γιαγιά της Παυλίνας. Και με την αγάπη που μου δείχνουν οι γονείς της Μαρίας και της Τασούλας. Δεν είμαι πια μόνη. Έχω πάντα να με περιμένουν γύρω από ένα κυριακάτικο τραπέζι πονετικοί, φιλόξενοι άνθρωποι.

Ναι, νιώθω ευνοημένη γιατί, χωρίς από μεριάς μου να έχω κάνει την παραμικρή αβαρία, έχω απήχηση στο αναγνωστικό κοινό. Ποτέ δεν κάθισα, ας πούμε, να υπολογίσω ότι τούτο το θέμα «έχει πέραση», εκείνο δεν έχει. Ούτε κι αναζήτησα ποτέ αφηγηματικούς τρόπους ικανούς να κερδίσουν τους αναγνώστες... Γράφω με τη δική μου «ξεροκεφαλιά», προσπαθώντας για το καλύτερο, μέσα στο δικό μου πλαίσιο.

Με συνεπαίρνουν οι φωνές των διαδηλωτών. Ξυλοδαρμοί και κυνηγητά. Να ένας λόγος για τον οποίο θα μπορούσα να αντιπαθήσω την Αθήνα. Αλλά όχι, εφόσον δούλευε από τότε μέσα μου κι έπλεκε ακούραστη το κουκούλι της η ανάγκη μου να αναζητώ τα αίτια και τις αφορμές. Κι εκεί επάνω με βρήκε η Αριστερά. Γι' αυτό της είμαι ευγνώμων. Επειδή χάρη σ' αυτήν, στον τρόπο που την προσέλαβα, μπόρεσα να δω αλλιώς τη θέση μου στον κόσμο, να αισθανθώ ότι το πρόβλημα του άλλου είναι και το δικό μου πρόβλημα.

 Έπειτα ήρθε η χούντα. Στα υπόγεια κρατητήρια της οδού Μπουμπουλίνας. Σημασία έχει ότι εκεί γνώρισα τον Νίκο. Κι έτσι, από Γεωργεδάκη έγινα Δούκα κι άρχισα να μετράω τη ζωή αλλιώς. Από το 1968 έως και το 1981, από γειτονιά σε γειτονιά: Ηλιούπολη, Κυψέλη, Γκράβα, Πατήσια. Απέκτησαν άλλο νόημα και οι εποχές. Το καλοκαίρι φεγγαρόφωτο στην Πλάκα, τον χειμώνα στις αίθουσες των κεντρικών κινηματογράφων, την άνοιξη με τα πόδια απ' την πλατεία Κολιάτσου μέχρι την Πανεπιστημίου στη δουλειά μου. Έπειτα, έως και σήμερα, στο Νέο Ψυχικό, όταν το πατρικό του Νίκου δόθηκε αντιπαροχή.

H Μάρω Δούκα αφηγείται τη ζωή της στη LifO Facebook Twitter
Στα υπόγεια κρατητήρια της οδού Μπουμπουλίνας γνώρισα τον Νίκο. Κι έτσι, από Γεωργεδάκη έγινα Δούκα κι άρχισα να μετράω τη ζωή αλλιώς...Φωτό: Πάρις Ταβιτιάν / LIFO

Οπότε ναι, τη νοιάζομαι την Αθήνα, όπως και αυτή με νοιάστηκε και με παρηγόρησε. Έχω και ψιλή κουβέντα πιάσει με τα ασθενικά πλατάνια της οδού Βουκουρεστίου. Και με τον ξαπλωμένο ζητιάνο στη γωνία. Αποφασίζοντας να πω «ναι» στην πρόταση της Ανοιχτής Πόλης, περισσότερο ένιωθα ότι λέω εκείνο το «ναι» που οφείλει πάντα στη ζωή του ο καθένας μας. Ήταν όμως και γιατί εκείνες τις μέρες ένιωθα να βγαίνω στο φως έπειτα από μια περιπέτεια με την υγεία μου. Και γιατί είχα ήδη παραδώσει το νέο βιβλίο μου, Έλα να πούμε ψέματα, στην αγαπημένη μου Άννα Πατάκη. Και γιατί, επίσης, είχα μπροστά μου έναν χαρισματικό νεαρό στην ηλικία του γιου μου.

«Έλα να πούμε ψέματα» τιτλοφόρησα το τελευταίο μου βιβλίο. Ψέματα, όμως, ικανά να αντιπαρατεθούν στα ψέματα της τυφλής υποταγής και της άκριτης πίστης σε αλήθειες-καλούπια. «Έλα να πούμε ψέματα, ένα σακί γιομάτο, φόρτωσα έναν μπόντικα σαράντα κολοκύθια, κι απάνου στα καπούλια του ένα σακί ρεβίθια» λέει ένας από τους ήρωες στο βιβλίο κι αυτά τα σκωπτικά στιχάκια θα παραλάβει «προς επεξεργασία» ένας άλλος ήρωας για να τα παραδώσει στους επερχόμενους. Διότι πώς αλλιώς θα τη γελάσουμε την κακοτυχία μας, θα τη μαγέψουμε, να δούμε αλλιώς τον κόσμο, κεφάτοι, λυτρωμένοι, να πάμε παραπέρα;

Με θεωρούν πολυγραφότατη, αλλά δεν είμαι. Σκεφτείτε το. Από τότε που εξέδωσα την Πηγάδα, το πρώτο μου βιβλίο, κι εκεί κοντά, παραμονή Χριστουγέννων, γωνία Πατησίων και Καυταντζόγλου με χτύπησε Ι.Χ. και βρέθηκα με συντριπτικό κάταγμα στο ΚΑΤ, έχουν περάσει σαράντα χρόνια. Σκέφτομαι συχνά ότι εκείνα τα Χριστούγεννα του '74 θα μπορούσα να έχω σκοτωθεί... Κι έμεινα έκτοτε, σαν να μου δόθηκε χάρη, να καταγίνομαι με τη ρηματική μου κλίμακα: θυμάμαι, βιώνω, επινοώ, φαντάζομαι, ταυτίζομαι, οικειοποιούμαι, υποδέχομαι και καθιστώ, επιτέλους, ικανό το θέμα μου να καταλάβει τη θέση που του αναλογεί στον γλωσσικό μου χώρο και να μου επιβάλει την αφήγησή του. Το γράψιμο, επομένως, σ' εμένα από πολύ νωρίς έγινε τρόπος ζωής, τρόπος σκέψης. Με τη συνέπεια του επαγγελματία αλλά και με το πάθος του ερασιτέχνη.

Ναι, νιώθω ευνοημένη γιατί, χωρίς από μεριάς μου να έχω κάνει την παραμικρή αβαρία, έχω απήχηση στο αναγνωστικό κοινό. Ποτέ δεν κάθισα, ας πούμε, να υπολογίσω ότι τούτο το θέμα «έχει πέραση», εκείνο δεν έχει. Ούτε κι αναζήτησα ποτέ αφηγηματικούς τρόπους ικανούς να κερδίσουν τους αναγνώστες... Γράφω με τη δική μου «ξεροκεφαλιά», προσπαθώντας για το καλύτερο, μέσα στο δικό μου πλαίσιο. Κι ίσως αυτό να είναι και το ζητούμενο του αναγνώστη που θα ήταν σε θέση να αναζητήσει στα βιβλία μου την αναγνωστική απόλαυση...

H Μάρω Δούκα αφηγείται τη ζωή της στη LifO Facebook Twitter
Νιώθω ευνοημένη γιατί, χωρίς από μεριάς μου να έχω κάνει την παραμικρή αβαρία, έχω απήχηση στο αναγνωστικό κοινό...Φωτό: Πάρις Ταβιτιάν / LIFO

Τη μαγιά πριν από κάθε βιβλίο επιμένω να τη «δουλεύω» πρώτα με μολύβι σ' ένα μπλοκάκι. Έπειτα, όταν περνώ στην οθόνη του «λατρευτού» μου λάπτοπ, σκίζω το μπλοκάκι, μια και το μόνο που θα ήθελα να αφήσω πίσω μου είναι τα βιβλία. Και με το Πού 'ναι τα φτερά;, το πιο μικρό και αγαπημένο, να μου φέγγει, διεκδικώντας το δικαίωμα να είμαι πεζογράφος και όχι γυναίκα-πεζογράφος. Γιατί, αλήθεια, δεν μιλάμε αλήθεια ποτέ για άντρα-πεζογράφο; Εκτός και αν με τον όρο «γυναικεία γραφή» εννοούμε τα ποικίλης ύλης αισθηματικά, όπου βέβαια «διαπρέπουν» και άντρες!

Αν δεν είχα διαβάσει πολύ στην εφηβεία μου, ίσως να μην έφτανα ποτέ στην ανάγκη να θέλω κι εγώ «να γράψω». Οφείλω πολλά στους Ρώσους, στους Αμερικάνους και, κυρίως, στους Γάλλους συγγραφείς. Αλλά ας είμαι δίκαιη. Στο εικονοστάσι μου μόνο Έλληνες έχω. Κι έτσι, με τους πεθαμένους, το έρμα μας για να προχωρήσουμε, και με τους νέους και με τους νεότερους και τους νεότατους, και με τους φίλους και τις φίλες συναδέλφους μου, στα εξήντα επτά μου χρόνια, αν έχω κάτι να υπερηφανευτώ, δεν είναι παρά ο γιος μου. Κατά τα άλλα, το έχω μάθει πια να δέχομαι καλόβολα όσα μου προσφέρουν, να δίνω και να δένομαι, ποτέ μου όμως να μην περιμένω ούτε καν ένα ποτήρι νερό από κανέναν...

Εδώ και χρόνια, όποτε τελειώνω ένα βιβλίο, λέω, πάει, αυτό ήταν το τελευταίο μου. Έπειτα, πιάνω πάλι το νήμα. Μέχρι πότε; Όσο θα μ' ενθαρρύνει, ίσως, η συναναστροφή με τα παιδιά, χάρη στους αφανείς, τους ανεκτίμητους εκπαιδευτικούς που τα νοιάζονται. Κι έτσι, με το βλέμμα των μαθητών πάνω μου, πότε περίεργο, πότε φιλικό, αλλά και υπέροχα προκλητικό καμιά φορά, αν θέλετε να μάθετε ποια είναι η σχέση μου με την «υστεροφημία», σίγουρα, έχοντας να διαλέξω ανάμεσα στην εν ζωή φήμη και τη μετά θάνατον δικαίωση, θα διάλεγα τη μετά θάνατον δικαίωση. Ακριβώς γιατί πάντα με συγκινούσε έως δακρύων το ομηρικό ήθος!

Βιβλίο
0

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

Η (διαρκώς) απρόβλεπτη ζωή και έργο της Αν Κάρσον

Βιβλίο / Αν Κάρσον: «Οι άνθρωποι που αγαπάμε, ποτέ δεν είναι όπως τους επιθυμούμε»

Η Καναδή συγγραφέας, που τιμήθηκε με το φετινό Νόμπελ Λογοτεχνίας, άλλαξε τον χάρτη των παγκόσμιων γραμμάτων με την ξεχωριστή γραφή της. Κινήθηκε με απαράμιλλη άνεση ανάμεσα στην ποίηση, το δοκίμιο και το λιμπρέτο, πλάθοντας ένα προσωπικό λογοτεχνικό σύμπαν, όπου η ειρωνεία συνυπάρχει με την ομορφιά και το προσωπικό πένθος συνομιλεί με την οδύνη των κλασικών.
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ
Στο βιβλίο της Μαίρης Κοντογεώργου πρωταγωνίστρια είναι μια βελανιδιά

Βιβλίο / Στο βιβλίο της Μαίρης Κοντογεώργου πρωταγωνίστρια είναι μια βελανιδιά

Στην «Εκλεκτή των θεών», η πρωτοεμφανιζόμενη συγγραφέας εμπνέεται από τον βίαιο εκχριστιανισμό της Ευρώπης, και γράφει ένα πρωτότυπο, σκωπτικό και συγκινητικό μυθιστόρημα για την εξουσία και την εμμονή που οδηγεί στο ιδεολογικό μίσος.
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ
Χλόη Κολύρη: «Ποιος είπε ότι οι ηλικιωμένοι δεν ερωτεύονται;»

Βιβλίο / Χλόη Κολύρη: «Ποιος είπε ότι οι ηλικιωμένοι δεν ερωτεύονται;»

Με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Τρίτης Ηλικίας, η ψυχίατρος-αναλύτρια και συγγραφέας εξηγεί τι είναι το νέο γήρας και πώς μπορούν οι ηλικιωμένοι σήμερα να καταρρίψουν τα στερεότυπα, να εξέλθουν από την κοινωνική απομόνωση και να διεκδικήσουν όλα όσα επιθυμούν και τους αξίζουν. 
ΛΟΥΙΖΑ ΑΡΚΟΥΜΑΝΕΑ
Γιώργος Χωματηνός: «Οι Βρίκελοι είμαστε εμείς, οι ζωντανόνεκροι της ιστορίας»

Βιβλίο / Ο Γιώργος Χωματηνός έγραψε ένα βιβλίο για τους βρικόλακες της ιστορίας: εμάς

Οι «Βρίκελοι» είναι ένα μυθιστόρημα-επίτευγμα, όπου, με συναρπαστική γλώσσα και μοναδικό ρυθμό, συναντιούνται το δημοτικό τραγούδι, η αρχαία τραγωδία, η λαϊκή και λόγια παράδοση, σε ένα έργο που μιλά για μια κοινωνία που έχει χάσει την αίσθηση του συνανήκειν.
M. HULOT
Βερένα Κέσλερ: «Υπάρχουν πράγματι πολλά κοινά μεταξύ της κουλτούρας των ναρκωτικών και αυτής των αναβολικών και των λογής συμπληρωμάτων διατροφής»

Βιβλίο / Βερένα Κέσλερ: «Όσο πιο πολλά “άψογα” σώματα βλέπεις, τόσο νιώθεις ότι το δικό σου υστερεί»

Η Γερμανίδα συγγραφέας που γνώρισε μεγάλη επιτυχία με το «Γυμναστήριο», ένα μυθιστόρημα-θρίλερ για την εμμονή με την αυτοβελτίωση και την κουλτούρα της γυμναστικής, μιλά στη LiFO. 
ΘΟΔΩΡΗΣ ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ
Η ανυπότακτη, μυστηριώδης, ερωτική, Αβάνα του Λεονάρδο Παδούρα

Βιβλίο / Η ανυπότακτη, μυστηριώδης, ερωτική, Αβάνα του Λεονάρδο Παδούρα

Ο κορυφαίος Κουβανός συγγραφέας μάς ξεναγεί στην πόλη που αγάπησε βαθιά και αρνήθηκε να εγκαταλείψει. Στη συναρπαστική «Αβάνα» του, τη δείχνει τραυματισμένη αλλά και ακατάλυτη, να αντιστέκεται πεισματικά στη λήθη.
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ
Γεωργία Παπαγεωργίου, επιμελήτρια κειμένων

Οι Αθηναίοι / Γεωργία Παπαγεωργίου: «Δεν υπάρχει βιβλίο χωρίς λάθος»

Από τα παιδικά χρόνια στο Παγκράτι και τη Φιλοσοφική μέχρι τη γνωριμία με τον Φίλιππο Βλάχο και τη δημιουργία του εκδοτικού «Κείμενα», η ακαταπόνητη επιμελήτρια βιβλίων μιλά για την τέχνη της διόρθωσης, την ενασχόληση με την τυπογραφία, τις προσωπικότητες που συνάντησε και την ελπίδα που βλέπει σήμερα.
M. HULOT
Τι θα κάνατε αν βρίσκατε 350.000 ευρώ;

Το πίσω ράφι / Ο Κωνσταντίνος Τζαμιώτης ρωτά: Τι κάνεις αν βρεις 350.000 ευρώ;

Στο μυθιστόρημά του «Η πόλη και η σιωπή», ο διακεκριμένος συγγραφέας αφηγείται την ιστορία ενός σκληρά δοκιμαζόμενου ανθρώπου που παλεύει να διαφυλάξει την ακεραιότητά του, εν μέσω της οικονομικής κρίσης, στα τέλη της δεκαετίας του 2000.
ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ
Mάργκαρετ Αλεξίου (1939-2026)

Guest Editors / Mάργκαρετ Αλεξίου (1939-2026): Η γυναίκα που μελέτησε πώς πενθούν οι Έλληνες

Καθηγήτρια επί δύο δεκαετίες στο Πανεπιστήμιο του Μπέρμιγχαμ, προτού διαδεχθεί τον Γιώργο Σαββίδη στην Έδρα Σεφέρη του Χάρβαρντ, η επιδραστική ερευνήτρια της ελληνικής γραμματείας έφυγε πριν από λίγες ημέρες από τη ζωή, αφήνοντας μια σπουδαία παρακαταθήκη.
ΚΙΜΩΝ ΒΕΛΙΤΖΑΝΙΔΗΣ
Ίαν ΜακΓιούαν: «Ξέρεις πόσο ανόητοι μπορούν να γίνουν οι έξυπνοι;» 

Βιβλίο / Ίαν ΜακΓιούαν: «Ξέρεις πόσο ανόητοι μπορούν να γίνουν οι έξυπνοι;» 

Λίγο προτού έρθει στην Ελλάδα, ο σπουδαίος Βρετανός συγγραφέας μιλά αποκλειστικά στη LiFO για το νέο του μυθιστόρημα «Τι μπορούμε να γνωρίζουμε», την τεχνητή νοημοσύνη, την κλιματική αλλαγή, τη μνήμη και τους νέους.
ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΝΤΑΖΟΠΟΥΛΟΣ