Ο Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης αφηγείται τη ζωή του στη LIFO Facebook Twitter
Το γράψιμο στη δικιά μας τη ζωή έχει έναν φετιχισμό: της γραφομηχανής, της πένας, του στυλό, ακόμα και του κομπιούτερ. Ο Ασωνίτης έβαζε τα καλά του πριν κάτσει να γράψει και η μάνα του νόμιζε ότι θα βγει, αλλά δεν έβγαινε. Είδες, δηλαδή, την ταινία και θες να κάνεις ό,τι κάνει ο ήρωας και μετά αυτό σου γίνεται καθημερινότητα. Φωτο: Νίκος Κατσαρός / LIFO

Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης: «Κι εγώ μιλάω μέσω ίντερνετ, αλλά υπάρχω με ανθρώπους με σάρκα και οστά»

0

Γεννήθηκα το 1960 στα Τρίκαλα Θεσσαλίας. Εκεί έμεινα τρεις μέρες. Ο πατέρας μου ήταν αξιωματικός και έπαιρνε μεταθέσεις συνέχεια. Μεγάλωσα σε Θεσσαλονίκη και Βόλο. Στη Θεσσαλονίκη πήγαινα στο φοβερό 5ο Γυμνάσιο, που το έχουν βγάλει ο Τρόντζος, ο Σαββόπουλος και ο Βέλτσος.

Στην Αθήνα ήρθα πρώτη φορά πέντε ετών. Το πρώτο πράγμα που θυμάμαι είναι η Σταδίου και οι κυλιόμενες σκάλες στην Ομόνοια, που σε οδηγούσαν σε ένα μαγικό χώρο με πολλά καταστήματα, λάμπες ηλεκτρικού ρεύματος και βιτρίνες με αυτοκινητάκια Matchbox.

• Δεν είναι ότι ήταν μόνο ο πατέρας μου στρατιωτικός, αλλά και οι δυο παππούδες μου και δυο θείοι μου. Εγώ τη γλίτωσα από την υπερβολική δόση στολής. Και για να βγούμε να φάμε ένα παγωτό φοράγανε τη στολή. Δεν υπήρχε τόσο μεγάλη πειθαρχία στο σπίτι, γιατί γενικά του Πυροβολικού, που ήταν οι μισοί, ήταν πιο κουλτουριάρηδες.

Οι άλλοι ήταν της Αεροπορίας και επειδή είχαν σχέση με τον αέρα ήταν περισσότερο τρελοί παρά πειθαρχημένοι. Υπήρχε μια αυστηρότητα αλλά και παράλληλα κάναμε ό,τι θέλαμε. Ο πατέρας, για παράδειγμα, έκανε παρέα με τον Σίμο τον Υπαρξιστή κι έτσι και εγώ έμαθα την ύπαρξη διάφορων τύπων μέσα από τον στρατό.

Αυτό που έχει αλλάξει πολύ στις μέρες μας είναι πως πράγματα που έκανες με άλλους τώρα μπορείς να τα κάνεις μόνος σου. Δεν μπορώ να καταλάβω κάποιον που παίζει σκάκι με το κομπιούτερ! Και εγώ μιλάω μέσω ίντερνετ, αλλά υπάρχω με ανθρώπους με σάρκα και οστά. Παλιά, όλοι, είτε ήταν δικηγόροι είτε ήταν ποιητές, είχαν ένα στέκι και βρισκόντουσαν εκεί, διάβαζαν την εφημερίδα και ξεκίναγαν μια συζήτηση από τα πολιτικά μέχρι τα γκομενικά. Ο δημόσιος χώρος ήταν με σάρκα και οστά.

• Οριστικά μετακομίσαμε στην Αθήνα όταν ήμουν δεκαέξι ετών. Από τότε μου αρέσει αυτή η πόλη φανατικά. Πρώτο σπίτι ήταν στην Αγησιλάου και Δεληγιώργη. Τότε ήταν καταπληκτικά. Καμιά σχέση με σήμερα. Υπήρχαν τα μπουρδέλα και τα μπαρ, αλλά ήταν κόσμια.

Εμένα, μάλιστα, με κερνούσε δυο-τρία ουίσκι μια ιδιοκτήτρια ενός μπαρ που το λέγανε Iandyou, γιατί ο γιος της ήταν συμφοιτητής μου στη Βιομηχανική Πειραιώς. Δεν ήθελα να σπουδάσω στη Βιομηχανική, απλώς ήθελα να περάσω κάπου για να πάρω το χαρτί για τον στρατό. Πήρα δέκα χρόνια κι έκανα Σχολή Σταυράκου, Σχολή Βεάκη και φιλοσοφία στη Γερμανία.

• Ποιήματα και πεζά δημοσιεύω για πρώτη φορά σε μια εφημερίδα στον Βόλο. Η πρώτη έκδοση ήταν στις εκδόσεις του Λεωνίδα Χρηστάκη και ήταν ποιήματα. Με τα γράμματα ασχολήθηκα περισσότερο λόγω του Χρηστάκη και του περιοδικού «Ιδεοδρόμιο». Ήταν ένα χειροποίητο έντυπο που το φτιάχναμε διάφοροι νεαροί με την επίβλεψη του Λεωνίδα.

Από εκεί περνούσαν οι πάντες. O Γκόρπας, ο Πετρόπουλος, ο Βέλτσος, ο Νίκος Αλευράς, ο Ξυδάκης. Αφού το διπλώναμε στο χέρι, το πουλούσαμε παντού. Από τα περίπτερα της Κάνιγγος, που ήταν σαν βιβλιοπωλεία, τα κανονικά βιβλιοπωλεία, μέχρι τον πάγκο του Άσιμου έξω από το Πολυτεχνείο. Το «Ιδεοδρόμιο», το «Αντί» και ο «Πολίτης» ήταν τα στίγματα της εποχής. Επίσης, τότε είναι μια περίοδος που ανοίγουν πάρα πολλοί εκδοτικοί οίκοι: Άγρα, Ύψιλον, ο Οδυσσέας που βγάζει τους κλασικούς σε μια pocket σειρά, ο Καστανιώτης.

• Πολιτικά ήμασταν «αναρχοεγελιανοί». Μας ενδιέφερε πιο πολύ ένας τρόπος ζωής. Ένα χαρακτηριστικό αξεσουάρ του ντυσίματος ήταν ο δίσκος ή το βιβλίο που έπαιρνες μαζί σου. Δεν παίρναμε πολύ χαμπάρι τι γινόταν στην υπόλοιπη κοινωνία, ούτε νοιαζόμασταν για την άνοδο π.χ. του ΠΑΣΟΚ. Μας αφορούσε πιο πολύ να βρούμε ένα κείμενο για τον Γκίνσμπεργκ, παρά οτιδήποτε άλλο. Ζούσαμε σε ένα παράλληλο σύμπαν, αλλά νομίζαμε ότι εμείς ήμαστε το κέντρο του κόσμου 

Μπορούσαμε και συνδυάζαμε την Ίντριγκα των Εξαρχείων με τη Ράτκα του Κολωνακίου. Δεν τα θεωρούσαμε αντίθετα. Μάλιστα, έχω δουλέψει στη Ράτκα ένα διάστημα. Έκανα διάφορους θυελλώδεις λογαριασμούς και μετά δούλευα για να πατσίσω. Υπήρχε ένα κράμα πραγμάτων που είχε μέσα και το κυριλέ και το «είμαι καλής οικογενείας», και καλοντυμένος και αστός και συγχρόνως, κάτι που μετά τη δεκαετία του '80 εξαφανίστηκε κι έγιναν όλοι χουλιγκάνοι.

Δεν υπήρχαν όλες αυτές οι ταμπέλες, απλώς με μερικές κατηγορίες ανθρώπων δεν βρισκόμασταν. Το πρωί μπορεί να ήμασταν σε ένα ουζερί, μετά να τρώγαμε στο Ιντεάλ, μετά να βρισκόμασταν σε μια ταβέρνα στην Καισαριανή, ένα πέρασμα από τον Ορφανίδη για Καμπάρι και τέλος στη Ράτκα το βράδυ. Τώρα κάθομαι σπίτι μου, οχυρωμένος. Όλα αυτά που έκανα τα κάνω μέσω γραψίματος και μέσω facebook.

• Αυτό που έχει αλλάξει πολύ στις μέρες μας είναι πως πράγματα που έκανες με άλλους τώρα μπορείς να τα κάνεις μόνος σου. Δεν μπορώ να καταλάβω κάποιον που παίζει σκάκι με το κομπιούτερ! Και εγώ μιλάω μέσω ίντερνετ, αλλά υπάρχω με ανθρώπους με σάρκα και οστά. Φρίκαρα όταν πήγα να διδάξω στην Καλών Τεχνών στο μεταπτυχιακό που είδα ανθρώπους μετά το μάθημα να φεύγουν με ένα αμάξι αντί να πάνε να τσακωθούν γιατί π.χ. ο Πόλοκ είναι καλύτερος ζωγράφος από τον Ακριθάκη.

Για να γνωριστούν τους μάζευα σπίτι μου. Παλιά, όλοι, είτε ήταν δικηγόροι είτε ήταν ποιητές, είχαν ένα στέκι και βρισκόντουσαν εκεί, διάβαζαν την εφημερίδα και ξεκίναγαν μια συζήτηση από τα πολιτικά μέχρι τα γκομενικά. Ο δημόσιος χώρος ήταν με σάρκα και οστά.

• Οι ήρωές μου είναι ο Θάνος Σταθόπουλος, ο Ευγένιος Αρανίτσης, ο Χρήστος Βακαλόπουλος, ο Νίκος Καρούζος, ο πατέρας μου και διάφορες γυναίκες. Είμαι πολύ χωμένος μέσα σε αυτό που λένε παρέα. Μόνος σου δεν έχει νόημα. Περιφερόμαστε ακόμα, όμως, σε έναν παράλληλο κόσμο, όπως και όταν ήμασταν νέοι. Βέβαια, όταν είσαι είκοσι πέντε χρόνων, είναι χειρότερο να νιώθεις ότι είσαι μια μειονότητα, πράγμα που σε κάνει πιο αλαζονικό. Εμείς είχαμε και πολλές αυτοκτονίες στην παρέα και θανάτους από άλλες καταχρήσεις.

Τώρα είναι πιο εύκολο, γιατί έχουμε μεγαλώσει. Μπορείς να απέχεις. Πικραίνομαι, όμως, και γελάω μαζί με την πτώση της αξιοπρέπειας. Βλέπεις ανθρώπους που για μισή δεκάρα, στο δικό μας «μαγαζί», προσπαθούν να πετάξουν άλλους έξω για να γράψουν ένα ανθυποκείμενο. Είναι πολύ πιο άγρια τα πράγματα. Όταν είναι πιο στριμώκολα τα πράγματα, φαίνεται ποιος θα γίνει ενεχυροδανειστής και ποιος αλήτης πολυτελείας.

• Το γράψιμο στη δικιά μας τη ζωή έχει έναν φετιχισμό: της γραφομηχανής, της πένας, του στυλό, ακόμα και του κομπιούτερ. Ο Ασωνίτης έβαζε τα καλά του πριν κάτσει να γράψει και η μάνα του νόμιζε ότι θα βγει, αλλά δεν έβγαινε. Όλο αυτό έχει έναν φετιχισμό, πρέπει να περνάς καλά, όπως τα συγκροτήματα βυσματώνουν την ηλεκτρική και τραβάνε την πρώτη πενιά. Είναι μέσα σε έναν τρόπο ζωής που τον περιγράφω ως έναν «ιδανικό καημό». Είδες, δηλαδή, την ταινία και θες να κάνεις ό,τι κάνει ο ήρωας και μετά αυτό σου γίνεται καθημερινότητα.

• Έχω ζηλέψει πολλά βιβλία. Ζηλεύω όλα τα βιβλία που είναι ένα ξαφνικό άνοιγμα, που σου ανατρέπουν όλα όσα ήξερες. Ζήλευα πολύ τον Τροπικό του Καρκίνου, για παράδειγμα, που τον είχα διαβάσει μια φορά και μετά τον είχα μονίμως στην τσέπη μου. Θα ήθελα ένα δικό μου βιβλίο να το έχει κάποιος για είκοσι χρόνια στην τσέπη του.

Βιβλίο
0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

Λάιζα Μινέλι: Η εξωφρενική, τραγική ζωή της όπως ξεδιπλώνεται στη νέα αυτοβιογραφία της

Βιβλίο / Λάιζα Μινέλι: Η εξωφρενική, τραγική ζωή της μέσα από τη νέα αυτοβιογραφία της

Προτού πεθάνει μόνη της σε ένα μπάνιο ξενοδοχείου σε ηλικία 47 ετών, η Τζούντι Γκάρλαντ κληροδότησε στην κόρη μια διά βίου εξάρτηση από το αλκοόλ και τα ναρκωτικά και μια τάση να ερωτεύεται γκέι άνδρες.
THE LIFO TEAM
Ο μόνος τρόπος αντίστασης είναι με τη σάρκα

Βιβλίο / Ο μόνος τρόπος αντίστασης είναι με τη σάρκα

Στο μυθιστόρημα του Ντέιβιντ Σολόι, «Σάρκα» (Μπούκερ 2025), ένας άνδρας αγωνίζεται να βρει την ταυτότητά του σε έναν πολύπλοκο κόσμο. Όσα συμβαίνουν γύρω του μοιάζουν με αρχαία τραγωδία. Τα αντιμετωπίζει εκφράζοντας ελάχιστα. Πιο συγκεκριμένα, με 500 περίπου ΟΚ σε όλο το βιβλίο.
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ
Σοφία Αυγερινού: «Όλα ξεκίνησαν από το Έγκλημα και Τιμωρία του Ντοστογιέφσκι»

Βιβλίο / Η Σοφία Αυγερινού έκανε κάτι σημαντικό. Μετέφρασε Μπροχ στα ελληνικά

Έχει αναμετρηθεί με τα μνημειώδη έργα του Χέρμαν Μπροχ –«Οι υπνοβάτες», «Τα μάγια», «Ο θάνατος του Βιργιλίου» και έχει κατορθώσει να τα παραδώσει σε ένα νέο κοινό. Η συγγραφέας και μεταφράστρια μιλάει για τη σχέση της με τη λογοτεχνία και τον τρόπο με τον οποίο έχει επηρεάσει τη δουλειά της.
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ
ΕΠΕΞ Δέκα βιβλία που δεν θα βρεις εύκολα σε άλλες λίστες

Βιβλίο / Δέκα βιβλία που δεν θα βρεις εύκολα σε άλλες λίστες

Μια επιλογή τίτλων που καλύπτει από την Κατοχή και τους δωσίλογους, μέχρι τη συναίνεση, το «1984», ένα «αρχέγονο queer», τα Τέμπη, τη hyperpop, έναν αυτοκράτορα-φιλόσοφο και τους συνειρμούς ενός Αθηναίου «ευπατρίδη».
ΘΟΔΩΡΗΣ ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ
90’ με τη συντακτική ομάδα της «βλάβης»

Βιβλίο / Αυτή η παρέα φτιάχνει τη «βλάβη», το πιο φρέσκο έντυπο για το βιβλίο

Είναι millennials, πιστεύουν ακόμα στην αξία του τυπωμένου χαρτιού, δεν δέχονται διαφημίσεις, ξέρουν πολύ καλά το βιβλίο, δεν αναρτούν τίποτα στο internet γιατί θέλουν να σε δουν να ξεφυλλίζεις το περιοδικό τους. Και πολύ καλά κάνουν γιατί η «βλάβη» τους είναι ένας νέος τρόπος να μιλάς για το βιβλίο και για τον πολιτισμό.
M. HULOT
«Εκτελούσαμε αποφάσεις, ακόμα κι όταν διαφωνούσαμε»

Το πίσω ράφι / «Εκτελούσαμε αποφάσεις, ακόμα κι όταν διαφωνούσαμε»

Η Μαρία Μπέικου αφηγείται με τρόπο λιτό τη ζωή της στο «Αφού με ρωτάτε, θα θυμηθώ», τη συμμετοχή της στην Αντίσταση, τον Εμφύλιο, τα χρόνια της στην ΕΣΣΔ και τη σχέση της με μεγάλους Ρώσους καλλιτέχνες.
ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ
Ζιζέλ Πελικό: «Έχω ξαναβρεί τη χαρά της ζωής»

Βιβλίο / Ζιζέλ Πελικό: «Οι βιαστές μου να σκύψουν το κεφάλι• όχι εγώ»

Πέρα από κάθε προσδοκία και παρά τη φρίκη που κρύβουν οι σελίδες της, η αυτοβιογραφία της Πελικό, «Ύμνος στη ζωή», είναι ένα απαράμιλλο παράδειγμα γενναιότητας κι ένα μήνυμα αισιοδοξίας, δικαιώνοντας απόλυτα τον τίτλο του. Κυκλοφόρησε μόλις και στα ελληνικά από τις εκδόσεις Ψυχογιός.
ΕΙΡΗΝΗ ΓΙΑΝΝΑΚΗ
Γιατί διαβάζουμε (και αγαπάμε) ακόμα τα «Ανεμοδαρμένα Ύψη»

Βιβλίο / Γιατί διαβάζουμε (και αγαπάμε) ακόμα τα «Ανεμοδαρμένα Ύψη»

Η ταινία της Έμεραλντ Φένελ μας θύμισε την αξεπέραστη αξία του κλασικού έργου της Έμιλι Μπροντέ και τους άπειρους λόγους για τους οποίους παραμένει ανάμεσα στα αγαπημένα αναγνωστών και κριτικών.
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ
Ευάρεστος Πιμπλής: «Το να σε λέει “τέρας” ένας Πρόεδρος είναι τρομακτικό»

Lifo Videos / Ευάρεστος Πιμπλής: «Το να σε λέει “τέρας” ένας Πρόεδρος είναι τρομακτικό»

Ο νεαρός συγγραφέας που έκανε αίσθηση με το πρώτο του μυθιστόρημα «Πέρα από τη συναίνεση» (εκδ. Πόλις) μιλά για την queer κουλτούρα στα χρόνια του Tραμπ και για το πώς συμφιλιώνεται κανείς με τον ομοερωτικό σεξουαλικό του προσανατολισμό σε μια ανδροκρατούμενη κοινωνία.
ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ
«Εξομολόγηση και μαθητεία»

Long Stories / «Εξομολόγηση και μαθητεία»

Ο Βαγγέλης Ραπτόπουλος υπήρξε στενός φίλος του Μένη Κουμανταρέα από το 1978 μέχρι το 2014, που ο σημαντικός Έλληνας συγγραφέας δολοφονήθηκε. Σε αυτό το διάστημα αντάλλαξαν επιστολές, «ένα δούναι και λαβείν ανάμεσα σε δυο ψυχές, ένα γραμμένο από την ίδια τη ζωή επιστολογραφικό μυθιστόρημα», που ετοιμάστηκαν για να κυκλοφορήσουν, η έκδοσή τους όμως έχει «παγώσει». Δημοσιεύουμε τον πρόλογο που ο Β. Ραπτόπουλος ετοίμασε για αυτόν τον τόμο, υπό μορφή μιας τελευταίας άτυπης επιστολής, όπως λέει ο ίδιος.
ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΡΑΠΤΟΠΟΥΛΟΣ