Οι υπέροχοι, απαίσιοι άντρες του Ντέβιντ Φόστερ Ουάλας

Οι υπέροχοι, απαίσιοι άντρες του Ντέβιντ Φόστερ Ουάλας Facebook Twitter
Φωτ.: © Marion Ettlinger/ CONTOUR via Getty Images/ Ideal Image
0

Λίγοι είδαν τόσο καλά τι κρύβεται στην αμερικανική ψυχή ‒τα απωθημένα της, τις εμμονές, την αντίστροφη εικόνα της ποπ κουλτούρας, τη μαζική κατανάλωση, τον κλειστό χαρακτήρα των πανεπιστημίων και τον χαοτικό της οικογενειακής ζωής‒ όσο ο Ντέιβιντ Φόστερ Ουάλας, μια αστραπή που φώτισε το εσωτερικό της και έφυγε με την ίδια ένταση με την οποία πέρασε από τα γράμματα και από αυτόν τον πλανήτη. Έντεκα χρόνια συμπληρώθηκαν ήδη από τον θάνατό του, δηλαδή από τότε που η κατάθλιψη φάνηκε να παίρνει οριστικά το πάνω χέρι σε αυτό το αστραφτερό μυαλό, και τα κείμενα, τα βιβλία και τα διδακτορικά που γράφονται γι' αυτόν καταδεικνύουν το θάμβος μιας σκέψης που συγκινεί ακόμα.

Στα ελληνικά έχουμε ήδη στη διάθεσή μας ένα σοβαρό δείγμα του πεζογραφικού αλλά και του δοκιμιακού λόγου του, που μας βοηθάει να συνειδητοποιήσουμε ότι, εκτός από οξυδερκής παρατηρητής, ανατόμος και φιλόσοφος, υπήρξε και οραματιστής ως προς την έννοια της μυθοπλασία: απόδειξη, το σπουδαίο μανιφέστο του για τα γράμματα και τη λογοτεχνία εν γένει, το «Αυτό εδώ είναι νερό» (μτφρ. Κώστας Καλτσάς, εκδόσεις Κριτική), αλλά και η πιο γερή του απάντηση στο GAN (το Μεγάλο Αμερικανικό Μυθιστόρημα), που είναι ο «Χλωμός Βασιλιάς» (μτφρ. Γιώργος Κυριαζής, εκδόσεις Κέδρος), ή το απολαυστικό «Η σκούπα και το σύστημα» (μτφρ. Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης, εκδόσεις Κριτική), μεταξύ άλλων.

Επειδή, όμως, πέρα απ' όλα τα άλλα ο Ουάλας υπήρξε ένας άκρως απολαυστικός συγγραφέας ‒ποιος ευφυής καταθλιπτικός δεν είναι;‒, κατάφερε να αποδομήσει τους κυρίαρχους λογοτέχνες της αμερικανικής ηπείρου και προσωπικά του είδωλα, κατηγορώντας τους ενίοτε για υπερβολική ανδροπρεπή αμετροέπεια ή και για φαλλοκρατία ‒ πρώτον απ' όλους, όμως, αποδόμησε τον εαυτό του. Ο συνδυασμός βιωματικής αφήγησης, παραληρηματικού λόγου, μυθοπλασίας, φιλοσοφικής σκέψης και μιας ακραίας ειρωνείας που φέρει αποκλειστικά την υπογραφή του δεσπόζει στις μικρές του ιστορίες και στα δημοσιογραφικά του κείμενα, όπως αυτά τα διαμάντια που περιλαμβάνονται στο «Consider the lobster» («Αναλογίσου τον αστακό»).

Επειδή, όμως, πέρα απ' όλα τα άλλα ο Ουάλας υπήρξε ένας άκρως απολαυστικός συγγραφέας ‒ποιος ευφυής καταθλιπτικός δεν είναι;‒, κατάφερε να αποδομήσει τους κυρίαρχους λογοτέχνες της αμερικανικής ηπείρου και προσωπικά του είδωλα, κατηγορώντας τους ενίοτε για υπερβολική ανδροπρεπή αμετροέπεια ή και για φαλλοκρατία ‒ πρώτον απ' όλους, όμως, αποδόμησε τον εαυτό του.

Ανάμεσα στα μυθιστορήματα και τις συλλογές με τις ιστορίες του, εντύπωση έχουν προκαλέσει οι ανατρεπτικές «Σύντομες συνεντεύξεις με απαίσιους άντρες» που έχουν κερδίσει τους κριτικούς ‒ «Oι απαίσιοι άντρες του, όπως κι εκείνοι του Πόε, είναι γεμάτοι από δαίμονες που μας στοιχειώνουν όλους» έγραφαν οι «New York Times». Έχουν δημιουργήσει θόρυβο, έχουν γίνει θεατρική παράσταση και ταινία και τώρα εκδίδονται επιτέλους στα ελληνικά και από τις εκδόσεις Κριτική.

Όπως σημειώνει και ο μεταφραστής Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης, ο οποίος κατάφερε να αντεπεξέλθει στην πολύ απαιτητική απόδοση αυτού του πολύπλευρου, όσον αφορά το ύφος, βιβλίου: «Οι "Σύντομες συνεντεύξεις με απαίσιους άντρες" είναι μια συλλογή 23 κειμένων που εκδόθηκαν για πρώτη φορά το 1999. Τα κείμενα, προερχόμενα από την ιδιοφυή γραφίδα του Ντέιβιντ Φόστερ Ουάλας, εύλογα δεν κατατάσσονται σε μία συγκεκριμένη κατηγορία, όπως αυτή του γραμμικού διηγήματος, αλλά, αντίθετα, φλερτάρουν με τα είδη και αφήνουν το μοναδικό τους αποτύπωμα. Αν και πρωταγωνιστές των ιστοριών είναι οι σύγχρονοι άντρες, η επιθετική τους αρρενωπότητα και ο σεξισμός που αυτή αναδίδει, τα κείμενα είναι διαποτισμένα από την ειρωνεία, το μαύρο χιούμορ και το βαθύ αίσθημα της μοναξιάς – γνώριμα χαρακτηριστικά στον τρόπο γραφής του Ουάλας».


Και η αλήθεια είναι πως αν θέλει κανείς να έχει μια πλήρη άποψη για το τι ακριβώς σημαίνει Ντέιβιντ Φόστερ Ουάλας, αυτή η συλλογή είναι ο απόλυτος οδοδείκτης. Εδώ είναι, για παράδειγμα, που τινάζει στον αέρα τις φόρμες και τον ψεύτικο μοντερνισμό. Η πρώτη του ιστορία φέρει τον τίτλο «Μια ριζοσπαστικά συμπυκνωμένη ιστορία της μεταβιομηχανικής εποχής» και είναι μια μικρή ωρολογιακή βόμβα για τους ψευτο-λογοτέχνες. Όπως γράφει χαρακτηριστικά στο τέλος της ιστορίας, η οποία αποκτά τη μορφή μανιφέστου για τις κοινωνικές σχέσεις που έχουν υποκαταστήσει τη λογοτεχνία: «Ο άντρας που τους σύστησε δεν συμπαθούσε κανέναν από τους δύο, αν και φερόταν σαν να τους συμπαθούσε, όλος άγχος απ' το να διατηρεί καλές σχέσεις όλη την ώρα. Ιδέα δεν είχαν, άλλωστε, ούτε ο ένας, ούτε ο άλλος, ούτε η άλλη».

Στη συλλογή αυτή είναι επίσης που αυτοαποδομείται, μιλώντας ανοιχτά για την κατάθλιψή του στο σπαρακτικό, οδυνηρό και συγκλονιστικό «Στα δίχτυα της κατάθλιψης». Εδώ είναι όμως που αντιστρέφει περιεχόμενο, γλωσσική κατάσταση και φόρμες, όπως και στο «Οκτέτο», όπου παρακολουθούμε έναν άκρως εξελιγμένο φιλοσοφικό διάλογο ανάμεσα σε δύο τελειωμένα τζάνκι. Ειδική μνεία αξίζουν και οι ιστορίες από τον ενήλικο κόσμο, με την αποδόμηση της υπερσεξουαλικοποίησης και του machismo από την οπτική μιας γυναίκας. Εν προκειμένω, σπάει κόκαλα η κριτική της αφηγήτριας στις πορνοταινίες: «Την ανακούφισε το ότι δεν είχε ανησυχίες σχετικά με το εάν ήταν λιγότερο ελκυστική ή σεξουαλική από τις ηθοποιούς στην ακατάλληλη βιντεοκασέτα: αυτές οι γυναίκες είχαν σιχαμερές διαστάσεις και προφανή εμφυτεύματα (καθώς επίσης και το δικό τους μερίδιο σε ελαφρές ασυμμετρίες, σημείωσε) και επίσης ήταν τόσο βαμμένα, οξυζεναρισμένα και τρομερά κατεστραμμένα τα μαλλιά, που δεν έμοιαζαν καθόλου αγγίξιμα ή χαϊδέψιμα. Πιο αξιοσημείωτο ήταν ότι τα μαλλιά των γυναικών ήταν κενά και σκληρά ‒ μπορούσες να καταλάβεις ότι διόλου δεν νοιάζονταν κατά πόσο ήταν ευχαριστημένοι οι παρτενέρ τους». Πάνω απ' όλα, όμως, ο Ντέιβιντ Φόστερ Ουάλας, όταν έγραφε τις παράδοξες «Συνεντεύξεις», στο μυαλό του είχε τη λογοτεχνία, καθώς όπως έγραφε και στο «Αυτό εδώ είναι νερό», αυτή είναι που «μιλάει στον άνθρωπο για το τι σημαίνει να είσαι άνθρωπος».

Οι υπέροχοι, απαίσιοι άντρες του Ντέβιντ Φόστερ Ουάλας Facebook Twitter
Στο συγκλονιστικό «Στα δίχτυα της κατάθλιψης» μιλάει ανοιχτά για την κατάθλιψή του. Φωτο: Gary Hannabarger

Ένα απόσπασμα από τη συλλογή «Σύντομες συνεντεύξεις με απαίσιους άντρες»:

ΜΠΕΝΤΟΝ ΡΙΤΖ, ΟΧΑΪΟ

«Το χέρι. Πού να φανταστείς ότι θα ήταν ατού. Αλλά, ναι, το χέρι είναι. Θες να το δεις; Δεν θα σε πιάσει αηδία, ε; Θες να το δεις λοιπόν. Να, δες το. Να το χέρι. Γι' αυτό και με ξέρουν με τ' όνομα Τζώνης ο Κουλός. Εγώ μου το 'βγαλα το όνομα, όχι κάνας, ξέρεις άπονος ‒ όχι, εγώ ο ίδιος. Βλέπω πως θες να είσαι ευγενική και να μην το κοιτάζεις. Άντε, κοίτα το. Δεν με πειράζει. Μες στο κεφάλι μου δεν το λέω το χέρι, το λέω το Ατού. Πώς αλλιώς να το πεις; Άντε, δες. Θαρρείς ότι θα πληγωθώ; Θες να μ' ακούσεις να μιλώ για δαύτο; Φαίνεται σάμπως να 'ναι ένα χέρι που άλλαξε γνώμη στις αρχές του παιχνιδιού, όταν ήταν στης μάνας την κοιλιά με όλο τον υπόλοιπο εμένα. Είναι πιο πολύ σαν ένα μικρούλι κούτσικο πτερύγιο, μικρό και σαν μουσκεμένο, και πιο σκούρο απ' ό,τι ο υπόλοιπος εγώ. Μοιάζει μουσκεμένο ακόμα και όταν είναι στεγνό. Δεν είναι καθόλου καλό θέαμα. Συνήθως το 'χω κρυμμένο στο μανίκι, ώσπου να φτάσει η στιγμή να το σύρω έξω και να το χρησιμοποιήσω σαν Ατού. Πρόσεξε, ο ώμος είναι φυσιολογικός, είναι ακριβώς όπως κι ο άλλος ώμος. Μόνο το χέρι. Φτάνει μόνο ίσαμε τη μικρή μου ρώγα στο στήθος μου, να πούμε, βλέπεις; Είναι μπαγάσικο. Δεν είναι ωραίο. Κουνιέται μια χαρά, μπορώ να το κινήσω όπως θέλω. Αν κοιτάξεις προσεκτικά στην άκρη, θα δεις αυτά τα μικρά πραγματάκια που ήθελαν αρχικά να γίνουν δάχτυλα, αλλά δεν σχηματίστηκαν τελικά. Όταν ήμουν ακόμη στην κοιλιά της. Το άλλο χέρι ‒ βλέπεις; Είναι νορμάλ, φυσιολογικό χέρι, κομμάτι μυώδες, καθότι το χρησιμοποιώ όλη την ώρα. Είναι φυσιολογικό και μακρύ και σωστό χρώμα, αυτό είναι το χέρι που μοστράρω όλη την ώρα, τις πιο πολλές φορές έχω το μανίκι καρφιτσωμένο ψηλά, έτσι που να μη φαίνεται καν ότι υπάρχει εκεί μέσα. Αλλά είναι δυνατό πάντως. Το χέρι. Είναι ζόρι για τα μάτια να το κοιτάζεις, αλλά είναι δυνατό, μερικές φορές προκαλώ να κοπανήσουμε τα μπράτσα για να δει η άλλη πόσο δυνατό είναι. Θα δει, είναι ένα δυνατό μπαγάσικο. Αν η άλλη μπορεί να τ' αντέξει, να το αγγίξει δηλαδή. Πάντα λέω αν δεν πιστεύουν ότι μπορούνε να τ' αντέξουν, ας μην το αγγίζουν, κανένα πρόβλημα, δεν το παίρνω προσωπικά, ας πούμε. Εσύ, για πες θέλεις να τ' αγγίξεις;»


ΕΡΩΤΗΣΗ:
«Κανένα πρόβλημα. Κανένα πρόβλημα».


ΕΡΩΤΗΣΗ:
«Άκου πώς γίνεται ‒ εντάξει είναι κάτι κορίτσια εκεί πάντα. Καταλαβαίνεις τι εννοώ; Στο χυτήριο, εκεί πέρα, στο Λέινς. Κι είναι κι ένα ταβερνάκι εκεί, στη στάση του λεωφορείου ακριβώς. Ο Τζάκποτ ‒ο καλύτερός μου φίλος‒ ο Τζάκποτ και ο Κένι Κερκ ‒ο Κένι Κερκ είναι ξάδελφός του, του Τζάκποτ, είναι κι οι δυο πιο παλιοί στο χυτήριο από μένα, γιατί εγώ το τέλειωσα το σχολείο και μπήκα στο σωματείο πιο μετά‒ είναι, που λες, κι οι δυο τους ομορφάντρες και νορμάλ και Καλοί Με Τις Κυρίες, αν με πιάνεις, και υπάρχουν πάντα κοπέλες να την αράξουμε για λίγο μέσα τους στο ταβερνάκι. Ξέρεις, είμαστε τύπου μια παρέα, να πούμε, όλοι μας και απλώς την αράζουμε λίγο, πίνουμε τις μπιρίτσες μας εκεί. Ο Τζάκποτ και ο Κένι πάνε με τη μια, με την άλλη και αυτές που πάνε μαζί τους έχουν φίλες. Ξέρεις. Ένα ολόκληρο παρεάκι είμαστε εκεί πέρα. Την πιάνεις την εικόνα, ναι; Κι αρχίζω κι εγώ να τακιμιάζω με τη μία ή με την άλλη και ύστερα από λίγο μπαίνω στην πρώτη φάση, όπου αρχίζω να τους λέω πώς μου βγήκε τ' όνομα ο Τζώνης ο Κουλός και τους μιλάω για το χέρι. Είναι μια φάση αυτή, του κόλπου. Του να βγάζεις γκομενάκια με το Ατού. Το λοιπόν, τους περιγράφω το χέρι όσο είναι ακόμα στο μανίκι και το κάνω να μοιάζει λες κι είναι το πιο άσχημο πράγμα που έχεις δει στη ζωή σου. Κι έχουν αυτή την έκφραση στο πρόσωπο τύπου Αχ Καημενούλη Μου Είσαι Πολύ Σκληρός Με Τον Εαυτό Σου Δεν Θα Πρέπει Να Ντρέπεσαι Για το Χέρι Σου. Και πάει λέγοντας. Ότι είμαι πολύ καλό παιδί και τους ραγίζει την καρδιά να με βλέπουν να μιλάω έτσι γι' αυτό το μέλος, ιδίως αφού δεν ήταν δικό μου λάθος να γεννηθώ μ' αυτό το χέρι. Και άπαξ κι αρχίσουν να μιλάνε έτσι σ' αυτήν τη φάση έρχεται η επόμενη φάση, όπου τις ρωτάω αν θέλουν να το δουν. Λέω ότι ντρέπομαι πολύ για το χέρι, αλλά ότι τους έχω εμπιστοσύνη κι αν θέλουν θα ξεκαρφιτσώσω το μανίκι και θ' αφήσω το μπράτσο μου να βγει από κει μέσα και θα τις αφήσω να δουν το χέρι, αν πιστεύουν ότι μπορούν να το αντέξουν. Και θα συνεχίσω να μιλάω έτσι για το χέρι ώσπου να μην αντέχουν ν' ακούνε άλλο για δαύτο. Καμιά φορά είναι κάποια πρώην του Τζάκποτ αυτή που αρχίζει να τακιμιάζει μαζί μου και να κατηφορίζουμε από το Φρέιμ Ιλέβεν ίσαμε το Λέινς και μου λέει τι καλό και ευήκοον ους είμαι και πόσο ευαίσθητος, και όχι σαν τον Τζάκποτ ή σαν τον Κένι, κι ότι δεν μπορεί επ' ουδενί να είναι τόσο χάλι το χέρι όσο το παρουσιάζω, και πάει λέγοντας. Ή άλλοτε την αράζουμε στο σπίτι της στην κουζινίτσα και πιάνω και λέω τύπου Είναι Τόσο Ζεστά που Μου Έρχεται Να Βγάλω το Πουκάμισό Μου Αλλά Ντρέπομαι Για το Χέρι. Τέτοιου τύπου. Είναι πολλές οι φάσεις, να πούμε. Ποτέ δεν το λέω δυνατά. Ατού το χέρι, πίστεψέ με. Άντε, άγγιξε το, αν σου κάνει κέφι. Μία από τις φάσεις είναι ότι καταλαβαίνω ύστερα από κάποια ώρα πως πραγματικά φαίνομαι αληθινά αλλόκοτος στην κοπέλα, ναι, το καταλαβαίνω, καθότι δεν μιλάω παρά μονάχα για το χέρι και για το πόσο υγρό και σαν πτερύγιο είναι, αλλά είναι και δυνατό, και πως θα πέθαινα επιτόπου αν μια κοπέλα τόσο καλή και ευγενική και όμορφη και τέλεια όσο πιστεύω ότι είναι αυτή το έβλεπε και αηδίαζε, και καταλαβαίνω ότι όλη αυτή η κουβέντα τις κάνει κι ανατριχιάζουν μέσα τους και αρχίζουν στα κρυφά να πιστεύουν ότι είμαι κάτι σαν χαμένο κορμί, αλλά δεν μπορούν να κάνουν πίσω και να μ' αφήσουν στα κρύα του λουτρού, αφού ήταν εδώ όλον αυτόν τον καιρό κι έλεγαν όλα αυτά τα ωραία κουραφέξαλα για το πόσο ευαίσθητος είμαι και τι καλό παιδί και δεν θα πρέπει να ντρέπομαι και δεν γίνεται να είναι τόσο χάλια το χέρι. Σ' αυτήν τη φάση είναι που βρίσκονται στριμωγμένες στη γωνία και δεν γίνεται να μ' αφήσουν στα κρύα του λουτρού τώρα, γιατί ξέρουν ότι θα τους πω Το Ήξερα ότι Φταίει το Χέρι». 

Βιβλίο
0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

Υπάρχει η Αθήνα που αγαπάμε ή είναι μόνο για τουρίστες;

Βιβλίο / Υπάρχει η Αθήνα που αγαπάμε ή είναι μόνο για τουρίστες;

Ο καθηγητής Κλασικής Αρχαιολογίας στο ΕΚΠΑ, Δημήτρης Πλάντζος, μιλά για το βιβλίο του «Συνέβη στην Αθήνα», που φέρνει στο φως άγνωστες πλευρές της πόλης και καταγράφει τις αλλαγές στις γειτονιές, που γίνονται όλο και πιο ξένες στους ίδιους τους κατοίκους τους.
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ
Η (διαρκώς) απρόβλεπτη ζωή και έργο της Αν Κάρσον

Βιβλίο / Αν Κάρσον: «Οι άνθρωποι που αγαπάμε, ποτέ δεν είναι όπως τους επιθυμούμε»

Η Καναδή συγγραφέας, που τιμήθηκε με το φετινό Νόμπελ Λογοτεχνίας, άλλαξε τον χάρτη των παγκόσμιων γραμμάτων με την ξεχωριστή γραφή της. Κινήθηκε με απαράμιλλη άνεση ανάμεσα στην ποίηση, το δοκίμιο και το λιμπρέτο, πλάθοντας ένα προσωπικό λογοτεχνικό σύμπαν, όπου η ειρωνεία συνυπάρχει με την ομορφιά και το προσωπικό πένθος συνομιλεί με την οδύνη των κλασικών.
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ
Στο βιβλίο της Μαίρης Κοντογεώργου πρωταγωνίστρια είναι μια βελανιδιά

Βιβλίο / Στο βιβλίο της Μαίρης Κοντογεώργου πρωταγωνίστρια είναι μια βελανιδιά

Στην «Εκλεκτή των θεών», η πρωτοεμφανιζόμενη συγγραφέας εμπνέεται από τον βίαιο εκχριστιανισμό της Ευρώπης, και γράφει ένα πρωτότυπο, σκωπτικό και συγκινητικό μυθιστόρημα για την εξουσία και την εμμονή που οδηγεί στο ιδεολογικό μίσος.
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ
Χλόη Κολύρη: «Ποιος είπε ότι οι ηλικιωμένοι δεν ερωτεύονται;»

Βιβλίο / Χλόη Κολύρη: «Ποιος είπε ότι οι ηλικιωμένοι δεν ερωτεύονται;»

Με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Τρίτης Ηλικίας, η ψυχίατρος-αναλύτρια και συγγραφέας εξηγεί τι είναι το νέο γήρας και πώς μπορούν οι ηλικιωμένοι σήμερα να καταρρίψουν τα στερεότυπα, να εξέλθουν από την κοινωνική απομόνωση και να διεκδικήσουν όλα όσα επιθυμούν και τους αξίζουν. 
ΛΟΥΙΖΑ ΑΡΚΟΥΜΑΝΕΑ
Γιώργος Χωματηνός: «Οι Βρίκελοι είμαστε εμείς, οι ζωντανόνεκροι της ιστορίας»

Βιβλίο / Ο Γιώργος Χωματηνός έγραψε ένα βιβλίο για τους βρικόλακες της ιστορίας: εμάς

Οι «Βρίκελοι» είναι ένα μυθιστόρημα-επίτευγμα, όπου, με συναρπαστική γλώσσα και μοναδικό ρυθμό, συναντιούνται το δημοτικό τραγούδι, η αρχαία τραγωδία, η λαϊκή και λόγια παράδοση, σε ένα έργο που μιλά για μια κοινωνία που έχει χάσει την αίσθηση του συνανήκειν.
M. HULOT
Βερένα Κέσλερ: «Υπάρχουν πράγματι πολλά κοινά μεταξύ της κουλτούρας των ναρκωτικών και αυτής των αναβολικών και των λογής συμπληρωμάτων διατροφής»

Βιβλίο / Βερένα Κέσλερ: «Όσο πιο πολλά “άψογα” σώματα βλέπεις, τόσο νιώθεις ότι το δικό σου υστερεί»

Η Γερμανίδα συγγραφέας που γνώρισε μεγάλη επιτυχία με το «Γυμναστήριο», ένα μυθιστόρημα-θρίλερ για την εμμονή με την αυτοβελτίωση και την κουλτούρα της γυμναστικής, μιλά στη LiFO. 
ΘΟΔΩΡΗΣ ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ
Η ανυπότακτη, μυστηριώδης, ερωτική, Αβάνα του Λεονάρδο Παδούρα

Βιβλίο / Η ανυπότακτη, μυστηριώδης, ερωτική, Αβάνα του Λεονάρδο Παδούρα

Ο κορυφαίος Κουβανός συγγραφέας μάς ξεναγεί στην πόλη που αγάπησε βαθιά και αρνήθηκε να εγκαταλείψει. Στη συναρπαστική «Αβάνα» του, τη δείχνει τραυματισμένη αλλά και ακατάλυτη, να αντιστέκεται πεισματικά στη λήθη.
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ
Γεωργία Παπαγεωργίου, επιμελήτρια κειμένων

Οι Αθηναίοι / Γεωργία Παπαγεωργίου: «Δεν υπάρχει βιβλίο χωρίς λάθος»

Από τα παιδικά χρόνια στο Παγκράτι και τη Φιλοσοφική μέχρι τη γνωριμία με τον Φίλιππο Βλάχο και τη δημιουργία του εκδοτικού «Κείμενα», η ακαταπόνητη επιμελήτρια βιβλίων μιλά για την τέχνη της διόρθωσης, την ενασχόληση με την τυπογραφία, τις προσωπικότητες που συνάντησε και την ελπίδα που βλέπει σήμερα.
M. HULOT
Τι θα κάνατε αν βρίσκατε 350.000 ευρώ;

Το πίσω ράφι / Ο Κωνσταντίνος Τζαμιώτης ρωτά: Τι κάνεις αν βρεις 350.000 ευρώ;

Στο μυθιστόρημά του «Η πόλη και η σιωπή», ο διακεκριμένος συγγραφέας αφηγείται την ιστορία ενός σκληρά δοκιμαζόμενου ανθρώπου που παλεύει να διαφυλάξει την ακεραιότητά του, εν μέσω της οικονομικής κρίσης, στα τέλη της δεκαετίας του 2000.
ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ
Mάργκαρετ Αλεξίου (1939-2026)

Guest Editors / Mάργκαρετ Αλεξίου (1939-2026): Η γυναίκα που μελέτησε πώς πενθούν οι Έλληνες

Καθηγήτρια επί δύο δεκαετίες στο Πανεπιστήμιο του Μπέρμιγχαμ, προτού διαδεχθεί τον Γιώργο Σαββίδη στην Έδρα Σεφέρη του Χάρβαρντ, η επιδραστική ερευνήτρια της ελληνικής γραμματείας έφυγε πριν από λίγες ημέρες από τη ζωή, αφήνοντας μια σπουδαία παρακαταθήκη.
ΚΙΜΩΝ ΒΕΛΙΤΖΑΝΙΔΗΣ