Το «Έπρεπε να είχες φύγει» είναι ένα γοτθικό κομψοτέχνημα

Το «Έπρεπε να είχες φύγει» είναι ένα γοτθικό κομψοτέχνημα Facebook Twitter
0
Το «Έπρεπε να είχες φύγει» είναι ένα γοτθικό κομψοτέχνημα Facebook Twitter
Ένας συγγραφέας-σταρ. Φωτο © Billy & Hells.

Στρίβοντας τη βίδα. Μέσα σε ένα μικρό βιβλίο, κοντά στις 100 όλες κι όλες σελίδες, ο Ντάνιελ Κέλμαν κατορθώνει να συμπυκνώσει όλη την ουσία μίας μακράς λογοτεχνικής παράδοσης, που ξεκινά από το Γοτθικό μυθιστόρημα, περνά από τους Μεγάλους Πατέρες των αμερικανικών Γραμμάτων, επισκέπτεται τη Βικτωριανή πεζογραφία και επιστρέφει στην Αμερική του Λάβκραφτ και της παράδοξης γεωμετρίας του, για να καταλήξει στη Λογοτεχνία Τρόμου των ημερών μας, αφού πρώτα κλείσει το μάτι στον ευρωπαϊκό (και μπορχεσιανό) Μοντερνισμό του 20ού αιώνα. Δεν θα δίσταζα, ως εκ τούτου, να χαρακτηρίσω το «Έπρεπε να είχες φύγει» σαν το «Στρίψιμο της βίδας» του δικού μας αιώνα: μία εύκολη επιλογή, καθώς είναι με αυτό ακριβώς που μοιράζεται τα περισσότερα υφολογικά χαρακτηριστικά, καθώς και το πλαίσιο και τον χώρο της αφήγησης. Κοινά χαρακτηριστικά όμως έχει και με το σινεμά (πώς θα μπορούσε να γίνει διαφορετικά;), και αυτό όχι μόνο επειδή ο κεντρικός ήρωάς του είναι σεναριογράφος. Η νουβέλα του Κέλμαν είναι ό,τι πιο κινηματογραφικό διαβάσαμε τον τελευταίο καιρό — και αυτό φυσικά είναι έπαινος. Στο «Έπρεπε να είχες φύγει» σταματάς πια να είσαι «απλώς» αναγνώστης και γίνεσαι ένας άβολα καθισμένος στην κόκκινη πολυθρόνα του θεατής — σχεδόν ακούς τους ήχους του soundtrack ανάμεσα από τις σκηνές, ο συγγραφέας-σκηνοθέτης σε βάζει να παρακολουθείς τα δρώμενα υπό ποικίλες γωνίες της νωθρής ή ασθματικής του κάμερας, ενώ και το μοντάζ που επιλέγει είναι, με μια λέξη, ευφυές. Πρόκειται για ένα λογοτεχνικό παιχνίδι που κερδίζει ένα πολύ-πολύ δύσκολο στοίχημα. Πανέξυπνο βιβλίο, υποδειγματικά δομημένο. Και ανατριχιαστικό.

Η πλοκή είναι σχετικώς απλή. Ένα ζευγάρι με ένα παιδί νοικιάζουν μέσω AirBnb ένα εξοχικό απόμερο σπίτι για να μπορέσει ο σύζυγος να τελειώσει εκεί το σενάριο μίας ταινίας που πλέον επείγει. Το σπίτι μοιάζει να έχει ένα αλλόκοτο παρελθόν, να είναι, ας πούμε στοιχειωμένο. Υπάρχουν προειδοποιήσεις, γίνονται καβγάδες, μικρές αλλαγές δείχνουν με το δάχτυλο ότι εδώ πρόκειται να συμβεί κάτι «ξένο». Όλα αλλάζουν, ανεπαισθήτως μεν, αλλά με υπόκρουση τυμπάνων:

Η επόμενη στροφή με πέταξε πολύ έξω, και μόλις που πρόλαβα να φρενάρω. Μήπως ήμουν υπερβολικά κοντά στην άκρη; Διαχωριστικά δεν υπήρχαν. Έβαλα όπισθεν, έκανα λίγο πίσω και ξεκίνησα πάλι, πολύ αργά. Ευτυχώς που δεν με έβλεπε κανείς. Η επόμενη στροφή ήταν το ίδιο στενή με την προηγούμενη, η κοιλάδα βρέθηκε ξαφνικά από τη δεξιά πλευρά στην αριστερή, πάτησα πάλι φρένο, σταμάτησα και ξεκίνησα και πάλι σιγά-σιγά, προσπάθησα να μείνω στα δεξιά του δρόμου, αλλά από την επόμενη κιόλας στροφή ξαναβρέθηκα αριστερά — πήγαινε σιγά, σκέφτηκα, δεν βιάζεσαι, αρκεί να γλιτώσεις. Ο ήλιος με τύφλωνε. Ο ιδρώτας κυλούσε στο πρόσωπό μου. Στην επόμενη στροφή τα πήγα κάπως καλύτερα, πρόσεξα μάλιστα μια παλιά αποθήκη στην άκρη του δρόμου, η στέγη είχε πέσει, τα παράθυρα άδειες τρύπες, αφαιρέθηκα πάλι και είδα τον γκρεμό τόσο κοντά μου, που μου ξέφυγε μια κραυγή.

 

Η νουβέλα του Κέλμαν θα πρέπει να διδάσκεται σε σχολές δημιουργικής γραφής.

Τίποτε δεν είναι όπως έπρεπε να είναι. Ο κόσμος έχει διαταραχτεί, η οικιακή παραδοξότητα αλλάζει τα στοιχεία της καθημερινότητας, ο τρόμος έρχεται ντυμένος ξένα ρούχα:

Άνοιξα το σημειωματάριο και άρχισα να διαβάζω τα μηνύματα, τα μισογραμμένα μηνύματα, όλες εκείνες τις φρικτές φράσεις που είχα αντιγράψει, και παράλληλα έπαιζα με τα δάχτυλά μου κάτι που ήταν πάνω στο τραπέζι — το μοιρογνωμόνιο που μου είχε δώσει ο μαγαζάτορας από το χωριό. Από πάνω άκουγα τη Σουζάνα να σιγοτραγουδάει ένα νανούρισμα. Επειδή δεν άντεχα να περιμένω άλλο χωρίς να κάνω τίποτα, γύρισα ένα φύλλο και τράβηξα μία ευθεία. Μετά γύρισα το μοιρογνωμόνιο και τράβηξα προσεκτικά άλλη μία, σε ορθή γωνία. Μετά, το έστριψα έτσι ώστε να διχοτομήσω την ορθή γωνία, και τράβηξα μια τρίτη ευθεία. Το αποτέλεσμα μου φάνηκε παράξενο. Ξαναμέτρησα. Η γωνία κάτω από τη διχοτόμο ήταν σαράντα μοίρες, η γωνία πάνω από τη διχοτόμο σαράντα δύο. Πώς γίνεται; Ξαναμέτρησα την ορθή γωνία: ενενήντα, φυσικά. Και μετά πάλι τις δύο γωνίες που την αποτελούσαν: η κάτω βγήκε πάλι σαράντα, η πάνω σαράντα δύο, άρα πρέπει να έλειπαν κάποιες μοίρες, έλα όμως που δεν έλειπαν, η ορθή γωνία ήταν ορθή γωνία. Τη μέτρησα και πάλι: ενενήντα μοίρες. Μάλλον θα έφταιγε η σύγχυσή μου, έχανα τον κόσμο γύρω μου. όμως νόημα δεν έβγαινε, έτσι κι αλλιώς.

 

Το «Έπρεπε να είχες φύγει» είναι ένα γοτθικό κομψοτέχνημα Facebook Twitter

Ο Κέλμαν και η ΔΕΒΘ. Ο Κέλμαν μόνο τυχαίος δεν είναι. Γεννημένος το 1975, έγινε το νεότερο ηλικιακά μέλος της Γερμανικής Ακαδημίας και εδώ και μερικά χρόνια απολαμβάνει τη φήμη ενός πραγματικού σταρ των Γραμμάτων. Ο δημοσιογράφος του «Βήματος», και από το 2015 υπεύθυνος της σειράς ξένης λογοτεχνίας των Εκδόσεων Καστανιώτη, Γρηγόρης Μπέκος, μας λέει για αυτόν:

«Έχω την αίσθηση ότι η καινούργια νουβέλα του Ντάνιελ Κέλμαν μπορεί να λειτουργήσει και ως ιδανική εισαγωγή στο έργο του. Ο Γερμανός είναι ένας έξυπνος και ψυχαγωγικός συγγραφέας, όποτε τον διαβάζεις περνάς όμορφα μαζί του. Είναι μια ξεχωριστή περίπτωση: το χιούμορ και η συγγραφική ευστροφία συναντούν την ποιοτική λογοτεχνία. Στο "Έπρεπε να είχες φύγει", πέραν όλων των άλλων όψεων του βιβλίου, έχει μεγάλο ενδιαφέρον ο τρόπος με τον οποίο προσπαθεί να συνομιλήσει με τους μεγάλους, ως προς την ατμόσφαιρα (Κάφκα, Χένρι Τζέιμς) αλλά και την τεχνοτροπία (Μπόρχες, Καλβίνο). Είναι ένα σοβαρό παιχνίδι με τον χώρο και τον χρόνο μέσω της λογοτεχνίας. Προτείνω όλα του τα βιβλία με την εξής σειρά ανάγνωσης: "Η μέτρηση του κόσμου", "F", "Εγώ και ο Καμίνσκι", "Φήμη"».

Οι Εκδόσεις Καστανιώτη στηρίζουν μεγάλο μέρος της παραγωγής τους στην ξένη πεζογραφία, με συγγραφείς από όλο (κυριολεκτικά) τον κόσμο. Τον επόμενο μήνα, θα παρουσιάσουν στη Διεθνή Έκθεση Βιβλίου Θεσσαλονίκης τις τελευταίες προτάσεις τους, ενώ θα φιλοξενήσουν, συστήνοντάς μας, και δύο από τους ξένους συγγραφείς τους:

«Ανεβαίνουμε στη Θεσσαλονίκη με ενθουσιασμό. Δύο συγγραφείς μας θα βρεθούν στη Διεθνή Έκθεση εφέτος. Ο ένας είναι γνωστός και αγαπητός στους Έλληνες αναγνώστες, ο Σαντιάγο Ρονκαλιόλο. Στο νέο του μυθιστόρημα —ένα από τα καλύτερά του, από τα πλέον διαβαστερά βιβλία του—, με τίτλο "Καρφίτσες στην άμμο", συνδυάζει μια ιστορία ενηλικίωσης (μιας ομάδας αγοριών) με το ταραγμένο Περού, και πιο συγκεκριμένα τη Λίμα, στη δεκαετία του 1990. Ο άλλος είναι ένας συγγραφέας που εκδίδεται για πρώτη φορά στα ελληνικά, ο Εσκόλ Νεβό, ο πιο δημοφιλής συγγραφέας αυτή τη στιγμή στο Ισραήλ. Το μυθιστόρημά του "Τρεις όροφοι" είναι το πιο πρόσφατο έργο του. Θα αφήσω όμως τον Άμος Οζ να μιλήσει γι' αυτόν. Λέει λοιπόν πως "ο Εσκόλ Νεβό είναι ένας συναρπαστικός αφηγητής που δίνει στον αναγνώστη μια ευρεία και σύνθετη εικόνα της ισραηλινής κοινωνίας". Και, ναι, είναι σαρωτικός!»..

 

Μικρό υστερόγραφο για τη νουβέλα. Η νουβέλα είναι πολύ δύσκολο είδος, εξ ου και λίγοι ειδικεύονται σε αυτήν. Δεν είναι μυθιστόρημα, στο οποίο μπορείς να επεκταθείς πολύ, να κρύψεις (μέχρις ενός ορίου) την πολυλογία σου και τα εν πολλοίς άχρηστα κομμάτια που γράφεις επειδή η ιδέα σου δεν είναι εύκολο να γεμίσει πολλές σελίδες («άχρηστο» είναι ό,τι δεν είναι απαραίτητο για να οδηγήσει την πλοκή προς τη λύση της), να «εκφραστείς» μέσα από πολλούς χαρακτήρες και να χτίσεις έναν κόσμο με μία ποικιλία υλικών. Και δεν είναι διήγημα, ένα είδος που δεν υποστηρίζει μία μακρά εξέλιξη: αντιθέτως, όλα εκεί μπορούν να γίνουν γρήγορα, σχεδόν αστραπιαία, σε ένα περιβάλλον λιτό, διαυγές, σπαρτιατικό, με ελάχιστους πρωταγωνιστές. Από την άλλη, η υβριδική, αν θέλετε, νουβέλα χτίζει την ατμόσφαιρα και τους χαρακτήρες της μεθοδικά, με λελογισμένη αργοπορία, με «ταχεία βραδύτητα», και ελέγχει μεν την εξέλιξη της πλοκής με τους τρόπους του μυθιστορήματος, έχοντας όμως παράλληλα τη λιτότητα, την καθαρότητα του διηγήματος. Αυτά σε πολύ γενικές γραμμές. Τώρα, τα είδη συγχέονται συχνά, και συχνά συναντούμε διάφορα περίεργα φαινόμενα, ειδικά σε αγορές με μικρό αγοραστικό κοινό, άρα και με έλλειψη επαγγελματιών editor — όπως στη δική μας, δηλαδή. Βλέπουμε, φέρ' ειπείν, μεγάλα σε όγκο (ή σε τυπογραφικά στοιχεία...) διηγήματα να επιγράφονται μυθιστορήματα, και νουβέλες να ξεχειλώνονται χωρίς λόγο για να μακρύνουν. Είναι κρίμα, γιατί η σαφής διάκριση ανάμεσα στα είδη θα έδινε καλύτερα αποτελέσματα — και καλύτερες πωλήσεις. Για τους υποψήφιους συγγραφείς, ιδού ένας μπούσουλας, όχι τόσο μπακάλικος όσο φαίνεται με μια πρώτη ματιά, που δίνει μία τάξη μεγέθους: Από 1.000 έως 15.000 λέξεις: διήγημα. Από 15.000 έως 40.000 λέξεις: νουβέλα. Από 40.000 και πάνω: μυθιστόρημα. (Αν και πολύ δύσκολα ένας εκδότης θα κυκλοφορήσει ένα μυθιστόρημα μόνο 40.000 λέξεων — οι περισσότεροι ζητούν κείμενα από 60.000-70.000 και πάνω, ενώ είναι πολύ ευχαριστημένοι όταν έρχονται στα χέρια τους βιβλία 100.000 και πάνω. Το ίδιο ευχαριστημένοι, απροπό, είναι και οι αναγνώστες με αυτά τα «μεγάλα» κείμενα). Η νουβέλα του Κέλμαν θα πρέπει να διδάσκεται σε σχολές δημιουργικής γραφής.

Βιβλίο
0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

ΕΠΕΞ 22η ΔΕΒΘ: Εμφανώς βελτιωμένη, σε τροχιά σύνδεσης με τις νέες τάσεις αλλά χωρίς συγγραφείς-σταρ

Βιβλίο / ΔΕΒΘ: Εμφανώς βελτιωμένη, αλλά χωρίς συγγραφείς-σταρ

Απολογισμός της 22ης Διεθνούς Έκθεσης Βιβλίου Θεσσαλονίκης, η οποία πραγματοποιήθηκε από τις 7 έως τις 10 Μαΐου και διοργανώθηκε για δεύτερη χρονιά από το ΕΛΙΒΙΠ. Ποιες σημαντικές καινοτομίες υπήρξαν και τι μένει να γίνει ακόμα;
ΕΙΡΗΝΗ ΓΙΑΝΝΑΚΗ
Η συγγραφέας πίσω από τα «Μπούτια και Διανόηση»

Βιβλία και Συγγραφείς / Η συγγραφέας πίσω από τα «Μπούτια και Διανόηση»

Η πιο αναγνωρίσιμη βιβλιοφιλική φωνή του ελληνικού Instagram, η Ματίνα Αποστόλου, γνωστή από τον λογαριασμό της «Intellectual Thighs», μιλά για την αγάπη της για τα βιβλία αλλά και για το νέο της μυθιστόρημα, «Ρίζες».
M. HULOT
«Παύλος Σιδηρόπουλος - Εν Κατακλείδι», ένα graphic novel για τη ζωή του πρόωρα χαμένου δημιουργού

Βιβλίο / Παύλος Σιδηρόπουλος: Ένα graphic novel για τη ζωή του «πρίγκιπα της ροκ»

Ο Ηλίας Κατιρτζιγιανόγλου και ο Κωνσταντίνος Σκλαβενίτης, που εργάστηκαν στο σενάριο και στο σχέδιο του «Παύλος Σιδηρόπουλος - Εν Κατακλείδι», εξηγούν πώς προσέγγισαν τη ζωή και την καλλιτεχνική πορεία αυτής της σύνθετης προσωπικότητας.
ΜΑΡΙΑ ΠΑΠΠΑ
Ευτυχώς για μας, η Τζένη Μαστοράκη αγαπούσε από μικρή τις ιστορίες που τη φόβιζαν/ «Κι όλα τα κακά σκορπά…»: Ένα ξεχασμένο, αριστουργηματικό πεζό της Τζένης Μαστοράκη

Βιβλίο / Ένα ξεχασμένο, αριστουργηματικό πεζό της Τζένης Μαστοράκη κυκλοφορεί ξανά

Ένα σπουδαίο, αλλά σχετικά άγνωστο έργο της κορυφαίας ποιήτριας και μεταφράστριας κυκλοφορεί για πρώτη φορά σε αυτόνομη έκδοση από την Άγρα, δύο χρόνια μετά τον θάνατό της.
ΕΙΡΗΝΗ ΓΙΑΝΝΑΚΗ
Titus Milech: «Όταν κατάλαβα, μου ήταν αδύνατο να συνεχίσω να μιλάω Γερμανικά»

Titus Milech / O Γερμανός ψυχίατρος που νιώθει βαθιά απαξίωση για τη χώρα του

Ο Titus Milech μιλάει για τη βαθιά απαξίωση που νιώθει για τη χώρα στην οποία γεννήθηκε λόγω των εγκλημάτων του ναζισμού και εξηγεί γιατί του είναι αδύνατον ακόμα και να χρησιμοποιεί τη μητρική του γλώσσα.
ΧΡΗΣΤΟΣ ΠΑΡΙΔΗΣ
Άλμπερτ Σπέερ, «ο ανεκπλήρωτος έρωτας του Φύρερ»

Βιβλίο / Άλμπερτ Σπέερ, «ο ανεκπλήρωτος έρωτας του Φύρερ»

Ένα νέο βιβλίο εξερευνά την γοητεία που ασκούσε στον Χίτλερ ο αγαπημένος του αρχιτέκτονας και τον τρόπο με τον οποίο ο ίδιος ο Σπέερ «ξέπλυνε» τη συμμετοχή του στον όλεθρο και εμφανίστηκε ως «ο καλός Ναζί»
THE LIFO TEAM
Ερίκ Βιγιάρ: Ο συγγραφέας που μίλησε τη γλώσσα των φτωχών και των κατατρεγμένων

Βιβλίο / Ερίκ Βιγιάρ: Ο συγγραφέας που μίλησε τη γλώσσα των φτωχών και των κατατρεγμένων

Το νέο βιβλίο του Γάλλου συγγραφέα που κυκλοφορεί στα ελληνικά, «Οι ορφανοί - Μια ιστορία του Μπίλι δε Κιντ», επιβεβαιώνει τον λόγο που το ελληνικό αναγνωστικό κοινό τον προτιμά: αφηγείται πραγματικά γεγονότα με την ευαισθησία του λογοτέχνη και δεν φοβάται να προασπιστεί με τις λέξεις του τους αφανείς και τους ανυπεράσπιστους.
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ
Όταν η αγάπη δεν έχει γλώσσα

Φωτογραφία / Father and Son: Φωτογραφίζοντας μια σιωπηλή σχέση

Στο φωτογραφικό πρότζεκτ «Father and Son» του Βάλερι Ποστάροβ, μια απλή χειρονομία, το κράτημα του χεριού, μετατρέπεται σε πράξη επανασύνδεσης, φωτίζοντας τη σιωπηλή, συχνά ανείπωτη σχέση ανάμεσα σε πατέρες και γιους μέσα από διαφορετικές κουλτούρες και γενιές.
M. HULOT