Από τα πρώτα πράγματα που προσέχεις στον Βαγγέλη Γιαννίση είναι ο ενθουσιασμός του, η ευγένεια και η βροντερή φωνή του. Πολυγραφότατος και δραστήριος, ο νεαρός συγγραφέας και μεταφραστής, έπειτα από έξι αστυνομικά μυθιστορήματα και μια συμμετοχή σε συλλογικό έργο, αποφάσισε να αλλάξει προσωρινά ρότα, κυκλοφορώντας το πρώτο του non-fiction, με το οποίο όμως όχι μόνο δεν απομακρύνεται από το αγαπημένο του είδος –εξάλλου, δηλώνει ταγμένος– αλλά καταδύεται ακόμα περισσότερο σε αυτό. Έπειτα από κοπιαστική, πολύμηνη έρευνα, προέκυψε τελικά ένα υβρίδιο με αφηγηματικά στοιχεία μυθοπλασίας, στην παράδοση του «creative non-fiction» που εισήγαγε ο Τομ Γουλφ με το «Right Stuff». 

 

Στη «Λεωφόρο Αλεξάνδρας 173», ξεκινά να μου λέει, βρέθηκε για πρώτη φορά το καλοκαίρι του ’19. «Είχα κάνει ήδη μια πρώτη επαφή με το αρχηγείο, είχα γνωρίσει σε μια παρουσίαση τον τμηματάρχη του Ανθρωποκτονιών, τον “Αρβανίτη” στο βιβλίο, και πάνω στη συζήτηση του πέταξα την ιδέα για το βιβλίο, που προϋπήρχε από τότε που είχα διαβάσει το “Homicide” του Ντέιβιντ Σάιμον. Υπήρχαν κι άλλοι συγγραφείς που είχαν επικοινωνήσει μαζί τους για την έρευνά τους, αλλά στον βαθμό που ήθελα εγώ δεν είχε ξαναγίνει.

 

Μετά από έναν μήνα μου απάντησαν. Τους είχα ζητήσει πολύ περισσότερα, να γίνω “έπιπλο” στον χώρο και να παρακολουθώ έρευνες εν εξελίξει. Μου εξήγησαν ότι υπάρχει το απόρρητο της προανάκρισης, αλλά μου έδωσαν την άδεια να πάρω συνεντεύξεις από αστυνομικούς για υποθέσεις που έχουν εκδικαστεί – η συχνότητα της επικοινωνίας θα εξαρτιόταν από την υπηρεσία των αστυνομικών. Εγώ ήθελα ένα mix ιστοριών, δολοφονίες όχι μόνο ανδρών ή μόνο γυναικών, όχι της ίδιας ηλικιακής ομάδας, ένα mix αξιωματικών, έναν πολύ παλιό, έναν νέο ‒ ήθελα και γυναίκες, αλλά δεν υπήρχαν εκείνη την περίοδο.

 

Κυρίως ήθελα υποθέσεις όχι τόσο γνωστές, που δεν είχαν πάρει δημοσιότητα ή που πήραν και μετά ξεχάστηκαν. Μου είχε πει, για παράδειγμα, ένας αξιωματικός ότι θα μπορούσε να μου μιλήσει για την υπόθεση του Σεργιανόπουλου, καθώς εκείνος την είχε εξιχνιάσει. Όμως για τον Σεργιανόπουλο έχουν γραφτεί και θα γράφονται πράγματα στους αιώνες των αιώνων. Δεν ήθελα το “ποπ” στοιχείο στο βιβλίο». 

 

Οι άνθρωποι διάβαζαν πάντα αστυνομική λογοτεχνία επειδή αφορά ένα κομμάτι της αστυνομίας που όλοι το σέβονται. Όλοι μπορούν να καταλάβουν ότι δεν ασχολούμαι με τα ΜΑΤ ή τη ΔΙΑΣ ή με τμήματα που έχουν λάβει αρνητικό πρόσημο από τους περισσότερους.
 

 

Στόχος του Βαγγέλη δεν ήταν, λοιπόν, ο αναγνώστης να ανακαλέσει μνήμες και να κάνει τις συνδέσεις με τις αληθινές ιστορίες που περιγράφονται στο βιβλίο αλλά να «καταναλώσει» απερίσπαστος αυτό που του δίνεται στις σελίδες του.

 

«Καταρχάς, ήθελα να δείξω πώς λειτουργεί το Ανθρωποκτονιών στην Αθήνα, γιατί δεν ήξερα ούτε εγώ. Ήξερα πώς λειτουργεί το αντίστοιχο τμήμα στο Έρεμπρο, όπου έζησα για περίπου τρία χρόνια, στο Μπέργκεν της δεκαετίας του ’70 (σ.σ. όπου διαδραματίζεται η «Γυναίκα του Ίσνταλ») – μέσω μέιλ ανέπτυξα επικοινωνία μαζί τους και ρωτούσα πράγματα σε θεωρητικό επίπεδο, όταν έγραφα τα προηγούμενα βιβλία μου, αλλά και πάλι δεν είχα μπει ποτέ στα εκεί τμήματα. Εδώ, ό,τι περιγράφω, πέρα από αναπαραστάσεις, το έχω δει κιόλας. Ας πούμε, το kit ετοιμότητας, πώς το παραγγέλνουν, τι περιλαμβάνει». 

 

Ένας συγγραφέας στα άδυτα της ΓΑΔΑ
«Στην αρχή ήμουν λίγο αισιόδοξος, σκεφτόμουν πως μετά τους παγκόσμιους πολέμους είχαμε άνθηση και ανάταση. Τελικά, τώρα είμαστε ο καθένας για τον εαυτό του. Ο Τζεφ Μπέζος έχει βγάλει άλλα 20 δισ. μέσα στην πανδημία. Πιστεύω ότι αν συνεχιστεί αυτό θα γίνουμε ακόμα χειρότεροι. Μας έχει κάνει πολύ κακό στην ψυχή». Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO
 
 

 

Ακούγοντας «Τμήμα Ανθρωποκτονιών» ή «Τμήμα εγκλημάτων κατά της ζωής και της προσωπικής ελευθερίας», όπως λέγεται ορθότερα, ο μέσος αναγνώστης/θεατής μάλλον σκέφτεται κάτι πολύ spooky. Πώς είναι το κλίμα που επικρατεί στον 11ο όροφο της ΓΑΔΑ; «Spooky δεν θα το έλεγα. Την πρώτη φορά ήμουν τελείως ψαρωμένος. Βγαίνεις από το ασανσέρ, μπαίνεις δεξιά και περιμένεις στον χώρο αναμονής. Εκεί, σε όλους τους τοίχους έχουν φωτογραφίες από συλλήψεις, από σκηνές εγκλήματος, ασπρόμαυρες, απ’ όλες τις επιτυχίες της Αστυνομίας τον εικοστό αιώνα. Είναι κινηματογραφικό το σκηνικό, όχι polished, όπως θα το δεις στο “Έτερος Εγώ”, αλλά αρκετά ψαρωτικό. Στο γραφείο του τμηματάρχη ακόμα περισσότερο. Βλέπεις πλακέτες από ξένες υπηρεσίες – ο ίδιος έχει εκπαιδευτεί στο FBI.

 

Κάθε ομάδα 3-4 ατόμων έχει το δικό της γραφείο. Ενώ φαίνονται όλα τα ίδια, σαν γραφεία δημόσιας υπηρεσίας, έχουν προσωπικά αντικείμενα. Στου “Ευαγγέλου” υπάρχει μια ντάνα με εγχειρίδια και μελάνια, επειδή θέλει να υπογράφει με πένες. Σε ενός άλλου θα δεις το ρολόι του, που το βγάζει επειδή είναι αριστερόχειρας και τον εκνευρίζει όταν γράφει. Όλα θα έπαιζαν τον ρόλο τους, γιατί μπορεί τα ονόματα να είναι αλλαγμένα, αλλά οι χαρακτήρες είναι ίδιοι με τους πραγματικούς. Ρωτούσα για το καθετί, δεν βιαζόμουν, παρατηρούσα μανιερισμούς, πρέπει να έγινα και creepy κάποια στιγμή. Σίγουρα τις πρώτες φορές πρέπει να ένιωσαν πολύ αμήχανα. Ήξερα ότι η διαδικασία θα έπαιρνε καιρό και όντως κράτησε μέχρι το πρώτο lockdown ‒ μετά συνεχίστηκε με mail».

 

679
Το νέο τεύχος της LiFO δωρεάν στην πόρτα σας με ένα κλικ.

Τελικά, το αποτέλεσμα προέκυψε εντελώς ανθρωποκεντρικό: πέντε ενότητες, πέντε υποθέσεις, ιδωμένες μέσα από τον εκάστοτε αστυνομικό που τις εξιχνίασε, με έμφαση στο στοιχείο της έρευνας στο οποίο ειδικεύεται. «Αρχικά πίστευα ότι το κέντρο βάρους του βιβλίου θα ήταν γενικά η λειτουργία του τμήματος, κάπως σαν CSI. Προέκυψαν, όμως, περιγραφές πολύ ανθρώπινες και θα ήταν κρίμα να μείνω μόνο στο ερευνητικό κομμάτι. Με ενδιέφεραν όχι μόνο τα θύματα αλλά και οι ερευνητές και αυτοί που έμειναν πίσω, οι συγγενείς.

 

Η αστυνομική λογοτεχνία και η ποπ κουλτούρα γύρω από αυτήν έχουν ένα μεγάλο μειονέκτημα για εμένα: θεοποιούμε το έγκλημα και τους εγκληματίες. Σκέψου τι είχε γίνει όταν βγήκε η ταινία με τον Ζακ Έφρον για τον Τεντ Μπάντι. Είναι κρίμα που ξεχνάμε τα θύματα. Αν σε ρωτήσω για την υπόθεση του Σορίν Ματέι, θυμάσαι ποια ήταν τα θύματα; Το προχωρώ και στο επόμενο βιβλίο, που έχω γράψει ήδη και είναι τελείως fiction, από τη σειρά του Άντερς». 

 

Με αφορμή την αναφορά του στον Άντερς Οικονομίδη, τον Ελληνοσουηδό επιθεωρητή που πρωταγωνιστεί σε πέντε από τα επτά βιβλία που έχει κυκλοφορήσει μέχρι τώρα ο Βαγγέλης, τον ρωτώ, τώρα που γνώρισε καλά αληθινούς αξιωματικούς του Ανθρωποκτονιών, στην πραγματική τους ζωή και δραστηριότητά τους, πόσο κοντά βρίσκονται σε αυτόν και ποια στερεότυπα του αστυνομικού που ερευνά δολοφονίες καταρρίφθηκαν.

 

«Ο Άντερς, ούτως ή άλλως, ήταν δομημένος ως ο άνθρωπος της διπλανής πόρτας. Δεν ξέρω αν έχεις γείτονα αστυνομικό – εγώ δεν έχω, αλλά φανταζόμουν ότι στο διπλανό διαμέρισμα, στη Σουηδία, είχα έναν. Πώς θα ήταν; Είναι πολύ κοντά σε πολλούς από αυτούς που συνάντησα: οι τρεις από τους πέντε έχουν οικογένεια, είδα πώς παλεύουν να ισορροπήσουν τη δουλειά με την οικογενειακή ζωή. Ο “Λάλος” μου είχε πει ότι, παρότι κοιμάται στο ίδιο δωμάτιο με τη γυναίκα και το παιδί τους, που τότε ήταν ενός, έχει πάντα το κινητό έστω στο χαμηλό, όχι στη δόνηση, για να είναι alert. Οι υπόλοιποι βάζουν πλάτη σε αυτόν που είναι πατέρας. Υπάρχει κλίμα συνεργασίας, όπως και στον Άντερς με τους συνεργάτες του.

 

Τα περισσότερα στερεότυπα δεν ισχύουν. Δεν θα δεις αστυνομικό, τουλάχιστον στο συγκεκριμένο τμήμα, που θα έρθει αξύριστος, κακοντυμένος, πιωμένος. Είδα μόνο επαγγελματίες, με σακάκι, πουκάμισο, γραβάτα, σαν να δουλεύουν σε πολυεθνική. Όταν βγαίνουν έξω, εκπροσωπούν μια υπηρεσία και φροντίζουν να είναι όσο το δυνατόν πιο ευπαρουσίαστοι, γιατί αυτό τους βοηθά στη δουλειά τους. Δεν είδα κάπνισμα πουθενά, μόνο στους ειδικούς χώρους, τα γραφεία ήταν τακτοποιημένα, το υλικό σε φακέλους, σε κλασέρ. Δεν είδα ανθρώπους ψυχικά κατεστραμμένους – τουλάχιστον όχι τόσο που να φαίνεται. Βέβαια, ο “Ευαγγέλου” μου είχε επισημάνει ότι καθημερινά έρχονται σε επαφή με τον θάνατο και με τον άνθρωπο στα χειρότερά του, οπότε αυτό μπορεί κάτι να τους αφήνει. Τους απασχολεί σίγουρα. Είδα, επίσης, από πρώτο χέρι πως μια έρευνα μπορεί να κρατήσει πολύ καιρό και πως, πέρα από τη σκληρή δουλειά, συχνά χρειάζεται και μια έμπνευση της στιγμής. Μπορεί να παιδεύονται ένα εξάμηνο με μια ιστορία και κάποια στιγμή να γίνει ένα κλικ και να φτάσουν στον δράστη.

 

Όσο γραφόταν το βιβλίο, είχα συνεχή επικοινωνία και λάμβανα feedback από κάθε αξιωματικό που τον αφορούσε η ιστορία, για να με διορθώνουν επί πρακτικών θεμάτων. Θυμάμαι χαρακτηριστικά να έχω γράψει ότι “μπήκαν σε ένα Toyota”. Μου είπαν ότι δεν έχουν Toyota στην υπηρεσία. Ήθελα μέχρι και οι διάλογοι να είναι ακριβείς, να αποδίδουν τα πράγματα όπως είναι. Στην πρώτη ιστορία περιέγραφα σε ένα σημείο τον αστυφύλακα “να αισθάνεται το παγωμένο μέταλλο από τη λαβή του πιστολιού του”. Μου είπε ότι η λαβή είναι πλαστική.

 

Από την αρχή είχαμε ξεκαθαρίσει ότι θα αλλάξω τις περιοχές και τα ονόματα των θυμάτων, των δραστών και των αστυνομικών – πέρα από την ιδιωτικότητα, ήθελα το βιβλίο να αφορά όσους έχουν προηγηθεί και όσους θα ακολουθήσουν στην υπηρεσία».

 

Βαγγέλη Γιαννίση, πώς λειτουργεί το Τμήμα Ανθρωποκτονιών της Ελληνικής Αστυνομίας;
Μου είχε πει, για παράδειγμα, ένας αξιωματικός ότι θα μπορούσε να μου μιλήσει για την υπόθεση του Σεργιανόπουλου, καθώς εκείνος την είχε εξιχνιάσει. Όμως για τον Σεργιανόπουλο έχουν γραφτεί και θα γράφονται πράγματα στους αιώνες των αιώνων. Δεν ήθελα το “ποπ” στοιχείο στο βιβλίο. Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO
 
 

 

Σκέφτομαι ότι το βιβλίο κυκλοφορεί σε ένα timing αυξημένης αστυνομικής επιτήρησης, λόγω πανδημίας και περιοριστικών μέτρων – αστυνομοκρατίας για πολλούς. Βέβαια, ο Βαγγέλης βρέθηκε στον εντέκατο όροφο της ΓΑΔΑ, ανάμεσα σε ανθρώπους χωρίς στολή, που κάνουν κάτι εντελώς διαφορετικό από τους αστυνομικούς που κατηγορούνται συχνότατα για κατάχρηση εξουσίας. Πώς λειτουργεί όμως για εκείνον το γεγονός ότι το βιβλίο του μιλά για υπαλλήλους μιας υπηρεσίας που γίνεται συνολικά δέκτης κριτικής και αγανάκτησης από τους πολίτες;

 

«Οι άνθρωποι διάβαζαν πάντα αστυνομική λογοτεχνία επειδή αφορά ένα κομμάτι της αστυνομίας που όλοι το σέβονται. Όλοι μπορούν να καταλάβουν ότι δεν ασχολούμαι με τα ΜΑΤ ή τη ΔΙΑΣ ή με τμήματα που έχουν λάβει αρνητικό πρόσημο από τους περισσότερους. Και πάλι, όμως, μία από τις πρώτες ερωτήσεις που τους είχα κάνει ήταν πώς τους αντιμετωπίζει η κοινωνία. Μου απάντησαν ότι ο κόσμος γνωρίζει τον ρόλο τους, που δεν είναι κατασταλτικός, αλλά η απονομή δικαιοσύνης».

 

Λεωφόρος Αλεξάνδρας 173
Βαγγέλης Γιαννίσης, Λεωφόρος Αλεξάνδρας 173, εκδόσεις Διόπτρα

Έχοντας σπουδάσει παιδαγωγικά, ο Βαγγέλης βρέθηκε στη Σουηδία με σκοπό να συνεχίσει τις σπουδές του, χωρίς να έχει άλλη επαφή με τη χώρα. Αφού δεν κατάφερε να βρει αγγλόφωνη δουλειά, ανακάλυψε πως έπρεπε να μάθει γρήγορα σουηδικά. Επέστρεψε όταν πια εκδόθηκε το πρώτο του βιβλίο, το 2014, και έχοντας ξεκινήσει ήδη τις μεταφράσεις, αλλά σήμερα συνειδητοποιεί πως αν δεν είχε πάει στη σκανδιναβική χώρα, δεν θα είχε δημιουργήσει τελικά τον ήρωά του.

 

«Ο πρώτος Άντερς γράφτηκε τότε που δεν είχα δουλειά, δεν ήξερα τη γλώσσα. Δεν έκανα τίποτε άλλο, διάβαζα τη μέρα, έβγαινα μια βόλτα, για να μη λαλήσω, και έγραφα τα βράδια. Αν δεν είχα γνωρίσει την καθημερινότητα της πόλης εκεί, δεν θα μπορούσα να γράψω. Το μεγαλύτερο καλό που μου έκανε η Σουηδία ήταν που πήρα τον Άντερς και το κλίμα. Το πρώτο βιβλίο ήταν ξεκάθαρα ένα love letter στο Έρεμπρο». 

 

Τελικά, τι είναι αυτό που κάνει το σκανδιναβικό crime τόσο αγαπητό στο ελληνικό κοινό; «Η εξωτικότητά του» μου απαντά. «Όλοι έχουν κάποια στερεότυπα στο μυαλό τους: παράδεισος, ψυχροί άνθρωποι, χιόνι, αντίθετα πράγματα από τον ευρωπαϊκό Νότο, ακόμα και από την κεντροδυτική Ευρώπη. Αυτό το άγνωστο νομίζω μας τραβάει, ειδικά όταν ξέρουμε ότι το μυθιστόρημα που θα διαβάσουμε διαλύει την ουτοπία, κάπως ικανοποιούμαστε με αυτήν τη σκοτεινή πλευρά ανθρώπων που νομίζουμε ότι είναι καλύτερα από εμάς, αλλά τελικά είναι το ίδιο σκατά.

 

Ο πρώτος που είχα διαβάσει ήταν ο Στιγκ Λάρσον. Είχα αγοράσει το “Κορίτσι με το Τατουάζ” σε ένα πανηγύρι στο Αγκίστρι, τελείως κατά τύχη, τότε που έπαιζε παντού. Άμεση σύνδεση. Μετά ήρθε και ο Νέσμπο, ο Νταλ, ο Μανκέλ, έδεσε το γλυκό».

 

Κινούμενος από το κομμάτι του αμιγούς fiction σε αυτό της μετάφρασης, όπου καλείται κάθε φορά να βάλει στην άκρη τις δικές του συγγραφικές φιλοδοξίες και να ακολουθήσει το όραμα του συγγραφέα, ποια δημιουργική του ανάγκη εξυπηρέτησε τελικά αυτή η δουλειά, για χάρη της οποίας στην ουσία κλήθηκε να γίνει και λίγο δημοσιογράφος;

 

«Είναι η ανάγκη μου να μην τυποποιούμαι, να μη λιμνάζω και να ξεφεύγω κάπως. Έχω τον Άντερς, τον βασικό πρωταγωνιστή των βιβλίων μου, υπάρχουν όμως και ιστορίες που δεν μπορούν να μπουν στο χρονικό και χωρικό πλαίσιο της σειράς, όπως η “Γυναίκα του Ίσνταλ” ή το θέμα ενός βιβλίου που σκοπεύω να γράψω το καλοκαίρι. Θα τις πετάξω στα σκουπίδια; Ιστορίες που δεν χωράνε στο σύμπαν του Άντερς θα γίνουν αυτόνομα βιβλία. Οι περισσότερες θα είναι fiction, δεν ξέρω αν θα συνεχίσω με non-fiction στο ίδιο στυλ. Ίσως στο μέλλον να ασχοληθώ με το δικαστικό σύστημα. Ευτυχώς, το αστυνομικό έχει πολλά υποείδη που θα ήθελα να ανακαλύψω. Μπορεί στο μέλλον να γράψω ένα crime drama, ένα κατασκοπικό, αν μου έρθει».

 

Βαγγέλη Γιαννίση, πώς λειτουργεί το Τμήμα Ανθρωποκτονιών της Ελληνικής Αστυνομίας;
Αρχικά πίστευα ότι το κέντρο βάρους του βιβλίου θα ήταν γενικά η λειτουργία του τμήματος, κάπως σαν CSI. Προέκυψαν, όμως, περιγραφές πολύ ανθρώπινες και θα ήταν κρίμα να μείνω μόνο στο ερευνητικό κομμάτι. Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO
 
 

 

Το θέμα της λήθης, του θανάτου, απασχολεί ιδιαίτερα τον Βαγγέλη – παραδέχεται πως είναι ο λόγος για τον οποίο γράφει. «Όταν οι άνθρωποι πεθαίνουν, άλλους τους θυμούνται άλλους όχι, αλλά, συνήθως, η μεγάλη πλειονότητα ξεχνιέται όταν πεθάνει και ο τελευταίος άνθρωπος που τους θυμόταν. Μέσω της γραφής μου εξυπηρετώ δύο πράγματα: να μην ξεχαστούν άλλοι άνθρωποι και κάτι πιο προσωπικό. Δεν ξέρω πόσοι θα με θυμούνται, ακόμα και σε πέντε-δέκα χρόνια, αλλά τουλάχιστον το υλικό μου θα υπάρχει, όσο υπάρχει Ίντερνετ και είναι ανεβασμένα εκεί τα βιβλία μου. Είναι μια παρηγοριά».

 

Προτού τον αποχαιρετήσω, τον ρωτώ, μια και έχει μελετήσει αρκετά τα σκοτεινά μονοπάτια της ανθρώπινης ψυχοσύνθεσης, ποιο πιστεύει ότι θα είναι το συλλογικό αποτύπωμα της πανδημίας. «Στην αρχή ήμουν λίγο αισιόδοξος, σκεφτόμουν πως μετά τους παγκόσμιους πολέμους είχαμε άνθηση και ανάταση. Τελικά, τώρα είμαστε ο καθένας για τον εαυτό του. Ο Τζεφ Μπέζος έχει βγάλει άλλα 20 δισ. μέσα στην πανδημία. Πιστεύω ότι αν συνεχιστεί αυτό θα γίνουμε ακόμα χειρότεροι. Μας έχει κάνει πολύ κακό στην ψυχή».

 

Η «Λεωφόρος Αλεξάνδρας 173», όπως και τα προηγούμενα βιβλία του Βαγγέλη Γιαννίση, κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Διόπτρα.

 

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO.

 

Το νέο τεύχος της LiFO δωρεάν στην πόρτα σας με ένα κλικ.