1. Με δίχως διάθεση: Μετά το λεγόμενο τέλος των μεγάλων αφηγήσεων διαπιστώνουμε ότι, σιγά-σιγά στην αρχή και μετά απότομα, επήλθε και το τέλος των μικρών, αλλά τόσο πολύτιμων, ποιητικών περιπετειών της καθημερινότητας. Οι άνθρωποι, μουδιασμένοι, αν όχι φοβισμένοι, από τα αλλεπάλληλα πονταρίσματα σε λάθος υποθέσεις, σε εγχειρήματα που στράβωσαν (ή και ήσαν στραβωμένα από την αρχή, αλλά δεν το βλέπαμε ή/και δεν θέλαμε να το δούμε), προτίμησαν μιαν οικόσιτη εσωστρέφεια, την ασφάλεια που τόσο χλεύασε ο κουρελής αριστοκράτης Μιχάλης Κατσαρός («Αντισταθείτε σ’ αυτόν που χτίζει το σπιτάκι του και λέει καλά είμαι εδώ»), τα δόκανα των διευθετήσεων, ό,τι, τέλος πάντων, τους προφυλάσσει από το απρόβλεπτο, το αναπάντεχο, το απροσδόκητο. Ο έρωτας στραγγαλίζεται προτού καν βγάλει ανθάκια, στην κούνια, εν τη γενέσει του. Αμέσως μόλις γίνει αντιληπτό το πρώτο του σκίρτημα, καταφτάνει το εκτελεστικό απόσπασμα. Το Ξεχασμένο Βαλς (μτφρ. Τόνια Κοβαλένκο, εκδ. Καστανιώτη) της Δουβλινέζας Ανν Ένραϊτ δεν είναι το χρονικό μιας παρεκτροπής, δεν είναι η ιστορία μιας σύγχρονης απιστίας, δεν είναι η ανατομία μιας μοιχείας, αλλά, ενώ μιλάει για όλα αυτά, με μια παράξενα ψύχραιμη φωνή, είναι η (ακούσια, ενδεχομένως) ελεγεία του έρωτα, είναι ο βουβός, στεγνός θρήνος για την παρέλευση μιας εποχής όπου τα πάντα μπορούσαν να έχουν μιαν αλήτικη μαρμαρυγή, όπου επέτρεπες στον εαυτό σου να μαγευτεί από την άλω του άλλου και να κάνει λυτρωτικές, λυρικές κοπάνες από την πεζή πραγματικότητα.

 

2. Με δίχως δράμα: Η Τζίνα Μόιναχαν, που είναι αδελφή της Φιόνας Μόιναχαν, παντρεύεται τον Κόνορ Σιλς, αλλά γνωρίζει τον Σον Βάλελι που είναι παντρεμένος με την Αϊλίν κι έχουν μια θυγατέρα την Έβι, και είναι γείτονες της Φιόνας, και συνάπτει σχέση μαζί του, τον αποκαλεί «καταστροφή» και «πεπρωμένο» της, ενώ δεν διακρίνεται ούτε από χιλιόμετρα μακριά το παραμικρό ανθυπομόριο καταστροφής, η δε ζωή της διόλου δεν διακυμαίνεται δραματικά, για να μπορούμε να μιλήσουμε για πεπρωμένο. Η (ας πούμε) μοιχαλίδα Τζίνα απλώς συναντιέται με τον (ας πούμε) μοιχό Σον και «κάνουν σεξ» (μια ανυπόφορα πολιτικώς ορθή φράση που επαναλαμβάνεται με εξοργιστική συχνότητα στις 252 σελίδες του Ξεχασμένου Βαλς, από τις οποίες, εντούτοις, απουσιάζουν ανησυχητικά το πάθος, η αγάπη και το οποιοδήποτε βαλς. Πεζή εποχή, πεζά πεζογραφήματα. Λες και όλη η ιστορία έγκειται σε μια σκυταλοδρομία πλήξης κι εκνευρισμού και το όλο στοίχημα είναι η αντικατάσταση ενός συζύγου, που ποτέ δεν συνειδητοποίησε η ηρωίδα γιατί θέλησε να ενώσει τη ζωή της με τη δική του, με έναν άλλο, για τον οποίο διαρκώς αναρωτιέται πώς και γιατί βρίσκεται μαζί του, αφού τίποτα δεν μοιάζει να τους ενώνει. Γραμμένο με στρωτά ρεαλιστικό τρόπο, το μυθιστόρημα της Ανν Ένραϊτ έρχεται να μας εξοικειώσει με τον απόλυτο παραλογισμό μιας ολοένα και πιο άχρωμης καθημερινότητας που δεν επιτρέπει καμιά ανάταση, καμιά κατάβαση, καμιά εξύψωση, καμιά καταβύθιση, παρά μονάχα συνεχείς τακτοποιήσεις που, ωστόσο, τίποτα, καμιά εκκρεμότητα δεν τακτοποιούν. Χαμόγελα χαζανπλάστ, απανωτές αποστειρώσεις, λογιστική των συναισθημάτων, οι πάντες να γίνονται διαρκώς διάκονοι διακανονισμών.

 

3. Με δίχως δάκρυ: Και αναρωτιέμαι: γιατί η Τζίνα να συνάψει σχέση και να παντρευτεί κάποιον, τον Κόνορ, για τον οποίο αποφαίνεται ότι είναι «επίφαση κι επίδειξη, αέρας κοπανιστός»; Και γιατί πλαγιάζει με τον Σον, που «δεν είναι ακόμη ερωτευμένη» μαζί του, αλλά ούτε και τον αγαπά, και «για την ακρίβεια την απωθεί κάπως»; Και τι να πεις για τη μεταφεμινιστική, μεταμοντέρνα κατάσταση, όταν βρίσκεσαι αντιμέτωπος με φράσεις που τη χαρτογραφούν πιστά, όπως: «Εγκατέλειπα τον άντρα μου, παρόλο που μπορεί να τον είχα ήδη εγκαταλείψει. Ίσως να μην ήμασταν ποτέ μαζί – όλες εκείνες τις φορές που νομίζαμε ότι ήμασταν», και «Ήταν ήδη κακό το σεξ τότε, ή μήπως έγινε κακό από τη στιγμή που άρχισα να κάνω έρωτα με τον Σον;», και «Έσπαγα τους τοίχους ενός κουτιού μόνο και μόνο για να βρεθώ μέσα σ’ ένα άλλο», και «Αν ο έρωτας είναι μια ιστορία που λέμε στον εαυτό μας, τότε εγώ την είχα πει λάθος στον δικό μου. Ίσως πάλι το πάθος να είναι, εξαρχής και πάντα, ένα σφάλμα της λογικής»; Βγάλε άκρη! Βγάζω άκρη: ζωή δίχως διάθεση για άνοιγμα είναι κουτσουρεμένη, έρωτας δίχως δράμι δράμα είναι ασφυκτικά κουστουμαρισμένος, άοσμος, άγευστος, άχαρος. Δίχως δάκρυα δεν έχεις ούτε γέλια, τίποτα δεν έχεις, μονάχα διευθετήσεις.