ΜΑΡΙΑ ΔΑΜΑΝΑΚΗ
Ένα χαμογελαστό πρόσωπο

Οι ψηφοφόροι [...] έπαιρναν στα σοβαρά τη Δαμανάκη επειδή χαμογελούσε. Προτιμούσαν ένα χαμογελαστό από ένα σκυθρωπό πρόσωπο, ακόμα κι όταν δεν πίστευαν λέξη απ' όσα τους έλεγε. Το κόμμα την έβγαζε στο μπαλκόνι, στην Πλατεία Συντάγματος, επειδή χαμογελούσε. Ήταν ένα κορίτσι δροσερό, ευχάριστο, δίχως τίποτε το επιτηδευμένο, το μοιραίο ή το προκλητικό. Έτσι δεν θα ήθελε να είναι και το ίδιο το κόμμα; [...] Όσοι τη γνωρίζουν από κοντά ισχυρίζονται ότι διαφέρει το δημόσιο από το ιδιωτικό της πρόσωπο. Στο φιλικό της περιβάλλον διακρίνεται για το χιούμορ της, την αισθαντικότητα, ακόμα και την αθυροστομία της. Δεν σου δίνει ασφαλώς τέτοια εντύπωση όταν την πλησιάζεις πρώτη φορά, με δεδηλωμένο σκοπό μάλιστα να γράψεις γι' αυτήν. Οχυρώνεται πίσω από τα μυωπικά της γυαλιά και σε κοιτάζει με το πιο αυστηρό βλέμμα, εκείνο που δεν θα σου αφήσει περιθώρια να προσπελάσεις. Διατηρεί κάτι από την παλιά κομμουνιστική σεμνοτυφία. [...] Είναι αλήθεια πως τίποτε δεν θέλει να συζητήσει μαζί μου, εκτός από πολιτική.

ΚΩΣΤΑΣ ΤΑΧΤΣΗΣ
Η ζωή ως πρόκληση

Για τον Κώστα Ταχτσή δεν ένιωσα ποτέ κανένα ακραίο αίσθημα. Ούτε αγάπη ούτε μίσος. [...] Δεν θα ισχυριζόμουν επίσης πως τον συμπαθούσα -όπως συμπαθούσα, λόγου χάριν, τον Κωστή Παπαγιώργη-, αλλά ασφαλώς και δεν τον αντιπαθούσα. Έτρεφα σεβασμό για τη δουλειά του, όχι πάντως στην έκταση που θα το επιθυμούσε. [...] Δεν με σκανδάλιζε η διπλή του ζωή. Με σκανδάλιζε η μικροπρέπειά του. Ο Κώστας Ταχτσής ήταν ένας από τους ελάχιστους αληθινά μικροπρεπείς ανθρώπους που έχω γνωρίσει, ανόθευτα μικροπρεπής - ένας βασιλιάς, θα λέγαμε, της μικροπρέπειας [...]. Ήταν βασανισμένος άνθρωπος, ήταν και βασανιστής. Μαχητής επί ματαίω. Κακολογούσε και τον κακολογούσαν, ταλαιπωρούσε και τον ταλαιπωρούσαν, ξυλοκοπούσε και τον ξυλοκοπούσαν. Καθώς στεκόσουν αντίκρυ στο ισοζύγιο των πράξεών του, δεν μπορούσες να νιώσεις ούτε οργή ούτε συμπόνια. Μονάχα αμηχανία.

ΤΖΕΝΗ ΧΕΙΛΟΥΔΑΚΗ
Το φύλον της έριδος

«Το κατάλαβα νωρίς νωρίς» ισχυρίζεται. «Ήδη από τον παιδικό σταθμό. Ήθελα να βρίσκομαι συνέχεια ανάμεσα στα κορίτσια. Να παίζουμε κούκλες και όλα τα κλασικά. Και κάποια στιγμή, στο δημοτικό, συνειδητοποιώ ότι μου αρέσουν τα αγόρια ερωτικά. Αργότερα, στις πρώτες μου ερωτικές φαντασιώσεις, όταν αυνανιζόμουν, σκεφτόμουν στιβαρά χέρια να με φυλακίζουν».
«Κανένας δεν ξέρει τι θα του ξημερώσει. Ένα πράγμα ξέρω. Ξέρω την Τζένη Χειλουδάκη. Ξέρω πως έχω ανεξάντλητα αποθέματα. Μπορεί να συμβούν όσα τρελά φαντασιώνω. Μπορεί και να μη συμβούν. Τότε με βλέπω στο χωριό μου. Να μαζεύω χόρτα. Να παίζω με τις κατσίκες μου».
«Κανένας δεν θα μάθει ποτέ ποια είναι η Τζένη Χειλουδάκη. Η πραγματική είναι αυτή που υπάρχει μέσα στην ψυχή μου. Να θυμάσαι μονάχα: όλοι οι στόχοι που έχω βάλει μέχρι σήμερα έχουν επιτευχθεί».

ΓΙΩΡΓΟΣ ΤΣΑΛΙΚΗΣ
Ο έφηβος και η νύχτα

Όταν σκόνταψα πρώτη φορά πάνω στη μουρίτσα του Τσαλίκη, παίζοντας με το τηλεκοντρόλ, κοντοστάθηκα παραξενεμένος, λες και αίφνης ατένιζα ένα από τα πιο πρόσφατα επιτεύγματα της γενετικής μηχανικής, ανώτερο από το λαγό με τα βράγχια ή τη χήνα με τη χαίτη. [...] Ίσως το μυστικό της τσαλίκειας συνταγής να βρίσκεται εξαρχής στην αυθεντικότητά της. Ο Τσαλίκης δεν κατασκευάστηκε στα άδυτα κάποιας εταιρείας, σύμφωνα με τις νεολαιίστικες προδιαγραφές. Δεν προβάλλει τη νεανικότητά του ούτε τις ρηξικέλευθές του αντιλήψεις. Δεν είναι πιο ριζοσπάστης από τον μέσο νεαρό Έλληνα σήμερα (δηλαδή καθόλου) ούτε πιο άγριος αρσενικός (δηλαδή, σχεδόν καθόλου). Δεν το παίζει νέος. Είναι νέος. Είναι ένας από τους ξενιτεμένους φοιτητές που κάθε βράδυ μεράκλωναν με την πατρίδα. Κάποιος από τους νεαρούς θαμώνες που ανέβηκε να χορέψει στην πίστα κι εκεί πάνω ξεχάστηκε. Κάποιος από το κοινό του.

ΝΙΚΟΣ ΜΑΣΤΟΡΑΚΗΣ
Το στίγμα

Όταν ενέσκηψαν οι εθνοσωτήρες, την 21 Απριλίου του 1967, ο Νίκος Μαστοράκης ήταν μόλις είκοσι έξι χρόνων. Εξαιρετικά επιτυχημένος, για τα μέτρα της εποχής. Εδώ που τα λέμε, για τα μέτρα οποιασδήποτε εποχής. Νεολαίος ο ίδιος και, ταυτοχρόνως, μέντορας της νεολαίας. Εάν είχε κουκούτσι μυαλό -αυτός, ο τετραπέρατος- ή μια στάλα, έστω, διορατικότητα, δεν θα συνεργαζόταν ποτέ μ' εκείνους που καταδίωξαν εξαρχής το πιστό του πλήρωμα -που κούρεψαν τους μακρυμάλληδες, που απαγόρευσαν τις μίνι φούστες, που λογόκριναν τον Ευριπίδη και τον Σοφοκλή. Γιατί το έκανε; Κατά πρώτον, επειδή φοβήθηκε. «Δεν ήμουν αντιστασιακός» παραδέχεται. «Ήμουν χέστης». Κατά δεύτερον, επειδή οι συνταγματάρχες κρατούσαν και τους τρεις άσσους στο μανίκι: και τις εφημερίδες και το ραδιόφωνο και την -αρτιγέννητη- τηλεόραση. «Δεν συνεργάστηκα με τη δικτατορία» επιμένει, ακόμη και σήμερα, ο Μαστοράκης. «Συνέχισα απλώς να εργάζομαι. Να βγάζω το ψωμί μου με το μόνο τρόπο που ήξερα. Όπως έκαναν οκτώ εκατομμύρια Έλληνες. Με ελάχιστες τιμητικές εξαιρέσεις».