Μουσική (σαν) για τσίρκο

Μουσική (σαν) για τσίρκο Facebook Twitter
Μίνως Μάτσας
0

Την περασμένη άνοιξη ένα τηλεφώνημα από την Αθήνα άλλαξε τα σχέδια του Μίνου Μάτσα. Να γράψει τη μουσική για μια κωμωδία του Αριστοφάνη που θα παρουσιαστεί στην Επίδαυρο; «Η πρώτη αυθόρμητη απάντηση ήταν φυσικά "ναι". Aμέσως μετά σκέφτηκα ότι για τους Όρνιθες είχε γράψει ο αγαπημένος μου συνθέτης, ο Μάνος Χατζιδάκις, ένα από τα πιο αγαπημένα μου έργα του, και στιγμιαία έκανα πίσω, ξανασκέφτηκα το ναι που είπα, δίστασα. Αλλά συμφώνησα τελικά, γιατί, αν έργο αποδοθεί εξαιρετικά κάποια στιγμή, τι σημαίνει; Δεν το ξαναπιάνουμε; Νομίζω κι ο Χατζιδάκις, αν ζούσε και κάποιος άλλος του έλεγε "δεν το αγγίζω γιατί σε σέβομαι", θα γελούσε. Τα έκραζε κάτι τέτοια, περί σεβασμού. Έτσι μπήκα σ' αυτή την περιπέτεια».

Το σκηνοθέτη Σωτήρη Χατζάκη δεν τον γνώριζε. Όταν του έστειλε τη μετάφραση (του Κώστα Γεωργουσόπουλου) κι άρχισε το διάβασμα ξεκίνησαν τα «ωχ». «Έπρεπε να είμαι εδώ κι αυτό έκανα. Πήγα στις πρόβες, εγκλιματίστηκα, και μετά από 8 μέρες κάθισα να γράψω. Εντάξει, δεν ήταν εύκολο. Μ' έπιασε το άγχος της λευκής σελίδας, ο πανικός της αρχής, ήταν και περιορισμένο το διάστημα που είχα στη διάθεσή μου. Ένας επιπλέον λόγος είναι ότι αποφασίσαμε στα πρώτα χορικά, έως και την πλήρη επικράτηση της δικτατορίας του Πεισθέτερου, να κρατήσουμε ως γλώσσα των πουλιών τα αρχαία ελληνικά. Για μια εβδομάδα κοιτούσα τους στίχους των χορικών και απορούσα, γιατί ήθελα με τη μουσική μου να καταστήσω τον λόγο κατανοητό. Αφού είδα ότι δεν υπήρχε περίπτωση να επιβληθώ εγώ στις λέξεις, είπα θα μείνω πίσω και θ' αφήσω αυτές να με οδηγήσουν. Καθόμουν στο πιάνο κι έπαιζα, ακολουθώντας τις συλλαβές».

Στο Λος Άντζελες ασχολείται με film music. Λέει πως στον κινηματογράφο ο σκηνοθέτης στέλνει στο συνθέτη το rough-cut, συζητά μαζί του και κάθεται να γράψει χωρίς να έχει παρακολουθήσει γυρίσματα. Μπορεί να δίνεται η εντύπωση ότι η εικόνα αφήνει μεγαλύτερο πεδίο ελευθερίας απ' ό,τι ο λόγος, αλλά κι η εικόνα έχει ένα ρυθμό που πρέπει να ακολουθήσει ο συνθέτης στη μουσική του. «Στο θέατρο είναι αλλιώς, το έργο εξελίσσεται μπροστά σου, βλέπεις πώς η μουσική δένει με την πράξη και πώς από μέρα σε μέρα ο ρυθμός των σκηνών μπορεί ν' αλλάξει - είναι κάτι ζωντανό και μεταβαλλόμενο γι' αυτό κι η χαρά που παίρνεις δημιουργώντας είναι πιο "ζωντανή". Έπαιρνα τρομερό feed-back από τους ηθοποιούς: παρακολουθούσα τις πρόβες έως τις 11 το βράδυ, και μετά 12 με 5 το πρωί καθόμουν να γράψω για να εκμεταλλευτώ την ενέργεια που μου έδιναν».

Λέει πως συνεργάζεται στενά με τους σκηνοθέτες γιατί αυτοί έχουν το όραμα της ταινίας ή της σκηνικής πράξης ως συνόλου. «Με τον Σωτήρη αρχίσαμε να μιλάμε όταν ήρθα εδώ κι ευτυχώς από την αρχή είχαμε πολύ καλό contact. Eίναι έξυπνος, ξέρει τι κάνει, και, το σημαντικότερο, έχει κινηματογραφική αίσθηση της μουσικής. Μου άρεσε αυτό που σκεφτόταν για την παράσταση, τους Όρνιθες, ως μια ουτοπία των ακροβατών που θέλουν να πετάξουν. Έγραψα μουσική που φέρει τον κόσμο του τσίρκου (ακόμη και ως προς την ενορχήστρωση, με τρομπέτες και κρουστά) και δεν έχει λυρικά μέρη όπως το χατζιδακικό προηγούμενο. Έτσι, η σκηνοθετική άποψη κι αυτή η φελινική ματιά που τη χαρακτηρίζει με απελευθέρωσαν από την επιρροή του Χατζιδάκι. Και το ωραίο που συνέβη εδώ είναι ότι ολοκλήρωσα μουσικά θέματα που χρόνια με απασχολούσαν, όπως η "είσοδος" των ακροβατών, το τάνγκο, πιο κάτω. Ήταν η συγκυρία, υποθέτω, και η διάθεσή μου να τα δώσω όλα». Δεν κρύβει τη χαρά του για το αποτέλεσμα.

Στα 24 του ξεκίνησε να γράφει τραγούδια, αλλά τελικά ερωτεύτηκε τη μουσική για τον κινηματογράφο, όταν του πρότειναν να γράψει μουσική για να συνοδεύσει μία προβολή της βουβής ταινίας του Παμπστ με τη Λουίζ Μπρουκς. «Τότε ερωτεύτηκα την εικόνα. Και αποφάσισα να ασχοληθώ με τη μουσική για ταινίες. Κάπως έτσι, στα 30 μου, αποφάσισα να συνεχίσω τις σπουδές μου στη Νέα Υόρκη. Όταν έφτασα στο Τζούλιαρντ, είπα μέσα μου "Θεέ μου τι έκανα;". Είχα φρικάρει, εκ των υστέρων, με τις πιθανές συνέπειες της απόφασής μου. Αλλά μόνο για καλό ήταν τελικά. Το επίπεδό μου ήταν καλύτερο απ' όσο νόμιζα, γιατί στα ελληνικά ωδεία ακολουθείται το γαλλικό σύστημα, που είναι πιο χρονοβόρο μεν αλλά υπηρετεί την εις βάθος γνώση της μουσικής. Είχα γερές βάσεις και καλύτερη κρίση από πολλούς άλλους εκεί. Στο Τζούλιαρντ υπήρχε ένας σνομπισμός σε σχέση με ό,τι δεν αφορούσε την κλασική μουσική. Όταν μιλούσα για film music με κοιτούσαν κάπως. Τέλος πάντων, όταν πέρασαν τα δύο χρόνια, ετοιμαζόμουν να επιτρέψω στην Ελλάδα. Αλλά είχα κανονίσει κάποια ραντεβού στο Λος Άντζελες - δεν είχα ξαναπάει West Coast, ήταν η σωστή στιγμή. Μόλις βγήκα από το αεροπλάνο και ανέπνευσα Λος Άντζελες, είχα μια αίσθηση ότι είχα ξαναβρεθεί εκεί. Επειδή είχαμε σπίτι στη Γλυφάδα και πηγαίναμε μια εποχή, που λόγω της Αμερικανικής Βάσης κυκλοφορούσε πολύς ξένος κόσμος, συν το κλίμα, ένιωσα σαν στο σπίτι μου, μια οικειότητα. Στη Νέα Υόρκη μού αρέσει αλλά δεν μπορώ να ζήσω. Είναι σαν μια γυναίκα που τη θέλεις, που σε ελκύει, αλλά καταλαβαίνεις ότι σε ξεπερνά, δεν μπορείς να παίξεις μαζί της. Με "καπάκωνε". Γύρναγα σπίτι μου στους 57 δρόμους κι έτρεμα από την ενέργεια της πόλης».

Τον ρωτώ πώς φαίνεται στη ζωή της πόλης η οικονομική κρίση. Μου λέει ότι η κρίση προϋπήρχε στην αντίθεση μεταξύ των απίστευτης πολυτέλειας σπιτιών και της παράπλευρης πόλης από χαρτόκουτα ή στα γκέτο των μαύρων, όπου ούτε η αστυνομία πλησιάζει. Έπειτα, επί Ρίγκαν έκλεισαν όλα τα τρελάδικα κι όλοι οι τρόφιμοι βρέθηκαν άστεγοι στους δρόμους. «Αλλά τώρα η συνθήκη αγρίεψε. Μένω πολύ κοντά στη Μελρόουζ και κάθε μήνα βλέπω να κλείνει κι ένα μαγαζί. Φίλοι μου απολύθηκαν. Στην Dreamworks μου έλεγε ένας φίλος μου πως κόπηκε η δαπάνη για τα λουλούδια που κάθε πρωί έβαζαν πάνω στα γραφεία. Έκοψαν και τις συνδρομές καλωδιακής τηλεόρασης, κάτι που μπορεί να μη φαίνεται σημαντικό, αλλά συμπαρασύρει άλλες θέσεις εργασίας. Επικρατεί μια τρέλα. Ένας φτασμένος συνθέτης που παίρνει 300.000 δολάρια για κάθε δουλειά του, τώρα δέχεται να γράψει και με 80.000. Που σημαίνει ότι κατεβαίνουν και οι αμοιβές των νεότερων και «μικρότερων». Αλλά για μένα είναι τεράστιος πλούτος το γεγονός ότι για κάθε νέα δουλειά μου έρχομαι σε επαφή μ' ένα πλήθος ανθρώπων απ' όλον τον κόσμο. Μαθαίνεις πολλά, μόνο συζητώντας. Δεν είμαι συνθέτης του γραφείου, θέλω να επικοινωνώ με τους ανθρώπους. Υπάρχει και μοναχική φάση στη συνθετική διαδικασία, αλλά όχι συνέχεια - θέλω να παίρνω και να μοιράζομαι».

0

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

Σάββας Στρούμπος: «Οι λογαριασμοί μας με τον Κάφκα παραμένουν ανοιχτοί»

Θέατρο / Σάββας Στρούμπος: «Οι λογαριασμοί μας με τον Κάφκα παραμένουν ανοιχτοί»

Ένας από τους σημαντικότερους εκπροσώπους του σύγχρονου ελληνικού θεάτρου ανεβάζει στην Εναλλακτική Σκηνή της ΕΛΣ το τελευταίο διήγημα του Κάφκα, βλέποντας σε αυτό μια εξαιρετικά επίκαιρη αλληγορία για την προσπάθεια της τέχνης να επιβιώσει σε έναν κόσμο που δεν τη θεωρεί απαραίτητη.
ΑΡΓΥΡΩ ΜΠΟΖΩΝΗ
Πόσο εύκολα «βγαίνει» μια ελληνική παράσταση στο εξωτερικό;

Έρευνα / Πόσο εύκολα «βγαίνει» μια ελληνική παράσταση στο εξωτερικό;

Τι χρειάζεται, τελικά, για να βγει μια παράσταση έξω από την Ελλάδα; Ποιος στηρίζει τους καλλιτέχνες; Ποια έργα «αρέσουν» στους ξένους; Ζητήσαμε από τους Έλληνες δημιουργούς Δημήτρη Παπαϊωάννου, Πρόδρομο Τσινικόρη, Ανέστη Αζά, Γιώργο Βαλαή, Χρήστο Παπαδόπουλο, Ευριπίδη Λασκαρίδη, Πατρίσια Απέργη και Μάριο Μπανούσι να μοιραστούν την πορεία του ταξιδιού τους.
ΑΡΓΥΡΩ ΜΠΟΖΩΝΗ
Μπήκαμε στις πρόβες της «Άννα Μπολένα» στην Εθνική Λυρική Σκηνή

Θέατρο / Στις πρόβες της «Άννα Μπολένα» στην Εθνική Λυρική Σκηνή

Ο σκηνοθέτης Θέμελης Γλυνάτσης εξηγεί τον ρηξικέλευθο τρόπο με τον οποίο προσέγγισε την όπερα του Ντονιτσέτι, «μουτζουρώνοντας» το μπελ κάντο του συνθέτη με ηχητικές παρεμβολές πρωτοφανείς για τα ελληνικά δεδομένα.
ΧΡΗΣΤΟΣ ΠΑΡΙΔΗΣ
O Θύμιος Ατζακάς έκανε το «Κτίσμα» του Κάφκα μουσική περφόρμανς

Θέατρο / O Θύμιος Ατζακάς έκανε το «Κτίσμα» του Κάφκα μουσική περφόρμανς

Ο μουσικός εξηγεί πώς από το έργο του Φραντς Κάφκα εμπνεύστηκε την ομώνυμη μουσική περφόρμανς θέλοντας να μιλήσει για τον τρόπο που ακόμα και η υποψία του φόβου παραλύει τον άνθρωπο, ενώ ουσιαστικά παγιδεύεται από τον ίδιο του τον εαυτό.
M. HULOT
Κωνσταντίνος Σκουρλέτης: «Πώς γίνεται να μην παρατηρείς όσα συμβαίνουν γύρω σου και να μην τα εισάγεις στην τέχνη σου;»

Θέατρο / Ένας από τους καλύτερους σκηνογράφους μας είναι μόλις 31 ετών

Λίγο προτού ανέβει το «Τζένη Τζένη», ο Κωνσταντίνος Σκουρλέτης της ομάδας bijoux de kant, του φιλμικού σύμπαντος του Βασίλη Κεκάτου, των αριστουργηματικών κόσμων του Γκολντόνι αλλά και της Μαρίνας Σάττι, αποκωδικοποιεί την ανοδική του πορεία.
ΧΡΗΣΤΟΣ ΠΑΡΙΔΗΣ
Ο Θωμάς Μοσχόπουλος μιλά για το «Shopping and Fucking»

Θέατρο / «Shopping and Fucking»: Έτσι στήθηκε μια από τις πιο σοκαριστικές παραστάσεις των ’90s

Ο σκηνοθέτης Θωμάς Μοσχόπουλος θυμάται τις συνθήκες και την απήχηση της παράστασης του θεάτρου Αμόρε την περίοδο 1996-97 που υπήρξε ένα από τα πιο προκλητικά έργα που ανέβηκαν στην Αθήνα.
ΑΡΓΥΡΩ ΜΠΟΖΩΝΗ
Όλη η ζωή του Άντον Τσέχοφ οδήγησε στον «Βυσσινόκηπο»

Θέατρο / Όλη η ζωή του Aντόν Τσέχοφ οδήγησε στον «Βυσσινόκηπο»

Αναμένοντας τις δύο πρεμιέρες του «Βυσσινόκηπου» που θα ανέβουν στο Εθνικό Θέατρο και στο Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος, διαβάζουμε για τη ζωή του σπουδαίου Ρώσου συγγραφέα και την ιστορία του τελευταίου του έργου.
ΧΡΗΣΤΟΣ ΠΑΡΙΔΗΣ
Τι θα γίνει αν ανέβω στο πιο ψηλό βουνό;

Θέατρο / Τι θα γίνει αν ανέβω στο πιο ψηλό βουνό;

Στην «Αχόρταγη σκιά» του Μαριάνο Πενσότι ο Γιάννης Νιάρρος και ο Κώστας Νικούλι υποδύονται δύο ορειβάτες. Η κατάκτηση της κορυφής, η πτώση, η μνήμη, η φιγούρα του πατέρα ζωντανεύουν σε ένα συναρπαστικό έργο.
ΑΡΓΥΡΩ ΜΠΟΖΩΝΗ
73 λεπτά με τη Βίκυ Βολιώτη

Θέατρο / «Βίκυ, πώς το έκανες αυτό;»

Η Βίκυ Βολιώτη είναι η μοναδική γνωστή Ελληνίδα ηθοποιός όπου, χωρίς προηγούμενη εμπειρία με το χορό, κατόρθωσε να περάσει τις αυστηρές οντισιόν για την παράσταση «Kontakthof». Πώς τα κατάφερε; Και τι σημαίνει να είσαι μέλος ενός θιάσου που ζει στον κόσμο της Πίνα Μπάους;
ΑΡΓΥΡΩ ΜΠΟΖΩΝΗ
«Το ξενοδοχείο “Η νύχτα που πέφτει”»: Ένα άγνωστο έργο του Νάνου Βαλαωρίτη ανεβαίνει στον Πειραιά

Θέατρο / Ένα άγνωστο έργο του Νάνου Βαλαωρίτη ανεβαίνει στον Πειραιά

Το «Ξενοδοχείο "Η νύχτα που πέφτει"», μια μοντέρνα και σουρεαλιστική προσέγγιση του «Ρωμαίου και της Ιουλιέτας», που έγραψε και ανέβασε στο Παρίσι το 1959 ο Έλληνας ποιητής, παρουσιάζεται για πρώτη φορά στα ελληνικά.
ΧΡΗΣΤΟΣ ΠΑΡΙΔΗΣ