«Η Σκέψη»: Στον λαβύρινθο της τρέλας

Ποια «σκέψη» οδηγεί στην τρέλα; Facebook Twitter
Ο Κωνσταντίνος Αβαρικιώτης υιοθετεί και αναδεικνύει την αμφισημία της συνθήκης με δαιμόνια μαεστρία, δουλεμένη στρατηγική, αμείωτη προσήλωση, φρενήρη θέρμη. Φωτ.: Φίλιππος Πανούλης
0

Τι ήταν αυτό που οδήγησε τον γιατρό Κερζέντσεφ στο έγκλημα; Τι τον ώθησε να λιώσει το κρανίο του παιδικού του φίλου, Αλεξέι Σαβιέλοφ, μ’ ένα πρες παπιέ; Μήπως επιθυμούσε να ανταποδώσει το χτύπημα που είχε υποστεί προ πενταετίας από τη σύζυγο του θύματος, Τατιάνα, όταν η τελευταία, ανύπανδρη ακόμη τότε, είχε απορρίψει μετά χλεύης την πρόταση γάμου του Κερζέντσεφ; Μήπως επειδή ο Σαβιέλοφ εισέπραττε υμνητικές κριτικές για το λογοτεχνικό του έργο, ενώ ο Κερζέντσεφ το έκρινε απλώς «φτηνό κι ασήμαντο»; Μήπως επειδή ο πρώτος ήταν αδύναμος και ασθενικός με άσχημα μάτια, «χωρίς φλόγα κι ενέργεια»; Μήπως, απλούστατα, επειδή ο γιατρός ήταν τρελός;

Έγκλειστος πλέον στο Ελισαβετιανό Ψυχιατρείο, ο ήρωας θα ξετυλίξει ενώπιόν μας το νήμα της σκέψης του. Θα μιλήσει για όλα. Για το πότε εμφανίστηκε αθόρυβα στο μυαλό του η ιδέα του φόνου και πόσο οικεία αισθάνθηκε μαζί της από την πρώτη στιγμή. Για τη μοναξιά που τον τύλιγε παντού και για την απόσταση που κρατούσε από τους ανθρώπους. Για το πώς αποφάσισε να αξιοποιήσει την κλίση του στην υποκριτική –θεωρούσε εαυτόν εξόχως ταλαντούχο–, σκηνοθετώντας ψεύτικες εκρήξεις παράνοιας που έπεισαν τον περίγυρό του ότι είναι ψυχασθενής. Για τη θλίψη που του προκαλεί η ανάμνηση του διαλυμένου κρανίου του θύματος αλλά και για την απόλυτη αδυναμία του να αισθανθεί οποιαδήποτε μετάνοια έκτοτε. Για τον πατέρα του, λαμπρό δικηγόρο και μέγα μέθυσο, που δεν τον κατάλαβε ποτέ, και για την αδελφή του που ήταν επιληπτική. Για τις ατελείωτες ώρες που περνούσε μόνος συντροφιά με τη σκέψη του, την πιο αφοσιωμένη φίλη, σκλάβα κι ερωμένη του. Για τον τρόμο που εισέβαλε στην ψυχή του τη βραδιά του φόνου, όταν, επιστρέφοντας σπίτι με τα νεύρα του τεντωμένα, αναρωτήθηκε για πρώτη φορά μήπως είχε ξεπεράσει τα όρια. Κι αν αυτό που φοβόταν είχε συμβεί πράγματι; Κι αν, ενώ πίστευε ότι προσποιούνταν, είχε γίνει όντως τρελός; «“Είσαι μικρός, είσαι κακός, είσαι χαζός, είσαι ο γιατρός Κερζέντσεφ!”. Έτσι φώναζε η σκέψη μου κι εγώ δεν ήξερα από που βγαίνει αυτή η τερατώδης φωνή», γράφει στην απολογία του.

Ο Χάρης Φραγκούλης δεν πλοήγησε απλώς τον ηθοποιό του μέσα από τα μανιασμένα κύματα αλλά μας παρέδωσε, επίσης, μια υποδειγματική εργασία επάνω στο δύσκολο είδος του μονολόγου.

Ένα μεθυσμένο φίδι γίνεται χίλια φίδια που δαγκώνουν το ίδιο τους το σώμα: «Δεν μπορώ να εκφράσω σε ανθρώπινη γλώσσα τη φρίκη που μέσα της συνέχεια ζούσα». Μετά τη διάπραξη του εγκλήματος, σε κάθε στροφή, η σκέψη του, η αλλοτινή θεά του, άρχισε να του στήνει διαρκώς παγίδες. «Τι είμαι, κύριοι ειδικοί, είμαι τρελός ή όχι;» ρωτά με πάθος έναν μήνα μετά το συμβάν, αναζητώντας μάταια μια καθησυχαστική επιβεβαίωση. Μάταια, καθώς το ερώτημα αυτό δεν απαντάται ποτέ... «Όταν σας αποδεικνύω ότι είμαι τρελός, εσάς σας φαίνεται ότι δεν είμαι, και όταν σας αποδεικνύω ότι δεν είμαι, εσείς ακούτε έναν τρελό». Η folie du doute δεν εξαφανίζεται ποτέ, ούτε με τη λήψη των πιο δραστικών μέτρων ούτε καν με τη διάπραξη ενός φόνου.

Ποια «σκέψη» οδηγεί στην τρέλα; Facebook Twitter
Φωτ.: Φίλιππος Πανούλης

Ίσως επειδή δεν υπάρχει σαφής διαχωριστική γραμμή μεταξύ «κανονικής» και «τρελής» σκέψης. «Τα γράμματα, οι λέξεις και οι γλώσσες είναι οι ίδιες τρελές. Όπως τα συμπτώματα της μελαγχολίας, έτσι κι αυτές φέρουν μια πληθώρα σημασιών, ένα πλεόνασμα ερμηνειών, εξαλείφοντας τη διαφορά μεταξύ γλώσσας και τρέλας – παρόλο που, φαινομενικά, η πρώτη καθυποτάσσει τη δεύτερη» (A. Findlay).

Αυτό, νομίζω, είναι και το ζητούμενο όσον αφορά τον θεατή. παρακολουθώντας τη Σκέψη του Αντρέγιεφ, τη σκέψη του Κερζέντσεφ, τη σκέψη του ηθοποιού που τον ενσαρκώνει αλλά και του σκηνοθέτη που τον καθοδηγεί ώστε να παρασυρθεί σε έναν ανεμοστρόβιλο γόνιμων αμφιβολιών, να εντοπίσει συνδέσεις και να δημιουργήσει προσοικειώσεις που διαρρηγνύουν την επίπλαστη ενότητα ενός κανονικού «εγώ». «Ας μη φανταστεί ποτέ κανείς ότι μπορούμε να συναντήσουμε την πραγματική τρέλα, ούτε ότι είμαστε όντως υγιείς πνευματικά», τόνιζε ο Laing δεκαετίες μετά τον Αντρέγιεφ. Υπό μία παραπλήσια έννοια, «ίσως μια μέρα να μην ξέρουμε τι ήταν τρέλα», ανακοίνωνε με τη σειρά του ο Φουκό.

Ποια «σκέψη» οδηγεί στην τρέλα; Facebook Twitter
Φωτ.: Φίλιππος Πανούλης

Ο Κωνσταντίνος Αβαρικιώτης υιοθετεί και αναδεικνύει την αμφισημία της συνθήκης με δαιμόνια μαεστρία, δουλεμένη στρατηγική, αμείωτη προσήλωση, φρενήρη θέρμη. Αρνείται να «κάνει» τον τρελό, αλλά αρνείται και να μην τον κάνει. Τον παρακολουθούμε με ενδιαφέρον, γοητευμένοι, περίεργοι, ανήσυχοι, αναμένοντας τη στιγμή της «απόδειξης», τη στιγμή που μια γκροτέσκα σύσπαση του προσώπου, μια παράφορη ανατάραξη του σώματος, μια αδιανόητη χειρονομία, θα διαλύσουν το μυστήριο, θα προδώσουν την «αλήθεια» της πνευματικής κατάστασης του ήρωα. Όμως ο ηθοποιός αποφεύγει να μας διευκολύνει ως προς τη διεξαγωγή γρήγορων, βολικών συμπερασμάτων που θα ενισχύσουν εκ νέου τους αγαπημένους μας δυϊσμούς. Αντιθέτως, δοκιμάζει τα όρια και τις διαχωριστικές γραμμές: παίζει «κανονικά» ή παίζει ότι «παίζει»;

Στην αρχή στέκεται μαζεμένος πίσω από το ξύλινο εδώλιο, με το βλέμμα καρφωμένο στα χαρτιά του, και μας διαβάζει την απολογία του. Η φωνή του είναι ελαφρώς βραχνή. Βήχει, διακόπτει, πίνει λίγο γάλα, συνεχίζει. Μας κοιτάζει ήρεμος. Σιγά σιγά «ξεθαρρεύει», ανοίγεται. Βάζει λευκή πούδρα στο πρόσωπό του, σαν βετεράνος ηθοποιός του πάλαι ποτέ, και αρχίζει να αναπαριστά την ιστορία του χρησιμοποιώντας κούκλες-ομοιώματα∙ μετά τρέμει, δονείται, βάζει «καλάθια» με τις πέρλες που ξεχύθηκαν από το τελευταίο συρτάρι του εδωλίου, χύνει το γάλα που του έφερε η νοσοκόμα, κατεβάζει τα παντελόνια του, στροβιλίζεται, θωπεύει το είδωλό του στον καθρέφτη, δραπετεύει προς το φουαγέ του θεάτρου, ξαναγυρνά, στέκεται πάλι στο εδώλιο, αγορεύει με ψυχραιμία τη μια στιγμή, βρίζει το κοινό την επομένη, επιτίθεται στην ψευτο-υγεία μας, γίνεται θεατής της υποκρισίας μας, μας χειροκροτεί, σιωπά, βυθίζεται στο σκοτάδι απ’ το οποίο εξαρχής ξεπήδησε.

Ποια «σκέψη» οδηγεί στην τρέλα; Facebook Twitter
Φωτ.: Φίλιππος Πανούλης

Συναρπαστικές εναλλαγές ρυθμού και ύφους, σμίλεμα κάθε φράσης, κάθε λέξης, ερωτοτροπία με την πολλαπλότητα των νοημάτων, γραμμές περάσματος και γραμμές φραγμού, ποικίλες βαθμίδες ειρωνείας, αλλεπάλληλοι αμλετικοί απόηχοι, παθιασμένη αίσθηση ακροβασίας, μια ηλεκτρισμένη παρουσία που υλοποιεί το παράδοξο της τέχνης του ηθοποιού, κάνοντάς μας ν’ αναφωνήσουμε, μαζί με τον Πολώνιο: «Μα, υπάρχει μέθοδος σε αυτή την τρέλα»!

Ο Χάρης Φραγκούλης δεν πλοήγησε απλώς τον ηθοποιό του μέσα από τα μανιασμένα κύματα αλλά μας παρέδωσε, επίσης, μια υποδειγματική εργασία επάνω στο δύσκολο είδος του μονολόγου. «Έσπασε» αβίαστα το κείμενο, το μοίρασε σε επεισόδια, φώτισε διαφορετικά τον χαρακτήρα κάθε κομματιού, τα διαπότισε με χιούμορ και σασπένς, άναψε πολλές μικρές εστίες, συνέθεσε μια πολλαπλότητα, ένα μαγικό κουτί, το θέατρο μέσα στο θέατρο, την ερμηνεία μέσα στην ερμηνεία∙ πήρε τους ομόκεντρους κύκλους που απλώνονται γύρω από ένα ταραγμένο μυαλό και τους έδωσε σχήμα, χρώμα, ένταση, προσανατολισμό (μοναδική παραφωνία, το «κοριτσάκι» με την κόκκινη κορδέλα στο τέλος).  

Η μουσική του Κορνήλιου Σελαμσή, εύστοχο σχόλιο στην έννοια της θεατρικότητας, παρασύρει τον θεατή σε μια ηδονική τσουλήθρα απρόβλεπτων μετατοπίσεων.

Δείτε εδώ περισσότερες πληροφορίες για την παράσταση

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO. 

Το νέο τεύχος της LiFO δωρεάν στην πόρτα σας με ένα κλικ.

Θέατρο
0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

Ο Νίκος Καραθάνος ετοιμάζει ένα ρέκβιεμ και μια γιορτή με αφορμή την ταινία «Τζένη Τζένη»

Θέατρο / To «Τζένη Τζένη» του '26 δεν είναι αυτό που περιμένεις

Στην ταινία του 1966 θριάμβευε το φως, το ελληνικό καλοκαίρι και η αγάπη. Στην παράσταση που σκηνοθετεί σήμερα ο Νίκος Καραθάνος βλέπει «το τελευταίο δειλινό πριν έρθει η νύχτα», ψάχνει το happy end και κοιτάζει με νοσταλγία μια εποχή αθωότητας που έχει οριστικά χαθεί.
ΑΡΓΥΡΩ ΜΠΟΖΩΝΗ
Η Κίττυ Παϊταζόγλου πιστεύει ότι η συναίνεση είναι μια πολύ εύθραυστη λέξη

Θέατρο / Κανείς δεν θα κάνει την Κίττυ στην άκρη

Μια από τις πιο ταλαντούχες και ιδιαίτερες ηθοποιούς της γενιάς της, η Κίττυ Παϊταζόγλου, μιλά στη LifO για το τολμηρό έργο «Συναίνεση» στο οποίο πρωταγωνιστεί αλλά και για την εμπειρία της με τον σκηνοθέτη Ούλριχ Ράσε το καλοκαίρι που μας πέρασε.
ΑΡΓΥΡΩ ΜΠΟΖΩΝΗ
Λέσλι Τράβερς: «Η όπερα είναι ένας κόσμος χωρίς όρια»

Θέατρο / Ο Λέσλι Τράβερς πήγε τη σκηνογραφία σε άλλο επίπεδο. Δες εδώ μαγεία

Με αφορμή τη νέα παραγωγή της «Άννα Μπολένα» στην Εθνική Λυρική Σκηνή, ο διακεκριμένος σκηνογράφος μιλά για τη δύναμη της μουσικής να γεννά εικόνες και την όπερα ως ένα από τα πιο ζωντανά καλλιτεχνικά πεδία.
ΑΡΓΥΡΩ ΜΠΟΖΩΝΗ
Εύη Σαουλίδου: «Θέλουμε τα πάντα. Όλα όσα υπάρχουν στη ζωή. Βουλιμικά»

Εύη Σαουλίδου / Εύη Σαουλίδου: «Θέλουμε τα πάντα. Όλα όσα υπάρχουν στη ζωή. Βουλιμικά»

Μια από τις πιο προσηλωμένες στην τέχνη της ηθοποιούς της γενιάς της θα ζωντανέψει επί σκηνής μαζί με τέσσερις άντρες, σε μια ελεύθερη θεατρική διασκευή, την ταινία του Μάρκο Φερέρι «Το μεγάλο φαγοπότι».
ΑΡΓΥΡΩ ΜΠΟΖΩΝΗ
Σάββας Στρούμπος: «Οι λογαριασμοί μας με τον Κάφκα παραμένουν ανοιχτοί»

Θέατρο / Σάββας Στρούμπος: «Οι λογαριασμοί μας με τον Κάφκα παραμένουν ανοιχτοί»

Ένας από τους σημαντικότερους εκπροσώπους του σύγχρονου ελληνικού θεάτρου ανεβάζει στην Εναλλακτική Σκηνή της ΕΛΣ το τελευταίο διήγημα του Κάφκα, βλέποντας σε αυτό μια εξαιρετικά επίκαιρη αλληγορία για την προσπάθεια της τέχνης να επιβιώσει σε έναν κόσμο που δεν τη θεωρεί απαραίτητη.
ΑΡΓΥΡΩ ΜΠΟΖΩΝΗ
«Βυσσινόκηπος» στο Εθνικό με νέα, φρέσκια ματιά

The Review / Σε κάποιους άρεσε ο «Βυσσινόκηπος» στο Εθνικό

Η Βένα Γεωργακοπούλου και ο Χρήστος Παρίδης διαβάζουν, ο καθένας με τον τρόπο του, την παράσταση του Εθνικού, θυμούνται τους «Βυσσινόκηπους» που έχουν δει και ξεφυλλίζουν τη θαυμάσια μετάφραση της Χρύσας Προκοπάκη.
ΒΕΝΑ ΓΕΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟΥ
Πόσο εύκολα «βγαίνει» μια ελληνική παράσταση στο εξωτερικό;

Έρευνα / Πόσο εύκολα «βγαίνει» μια ελληνική παράσταση στο εξωτερικό;

Τι χρειάζεται, τελικά, για να βγει μια παράσταση έξω από την Ελλάδα; Ποιος στηρίζει τους καλλιτέχνες; Ποια έργα «αρέσουν» στους ξένους; Ζητήσαμε από τους Έλληνες δημιουργούς Δημήτρη Παπαϊωάννου, Πρόδρομο Τσινικόρη, Ανέστη Αζά, Γιώργο Βαλαή, Χρήστο Παπαδόπουλο, Ευριπίδη Λασκαρίδη, Πατρίσια Απέργη και Μάριο Μπανούσι να μοιραστούν την πορεία του ταξιδιού τους.
ΑΡΓΥΡΩ ΜΠΟΖΩΝΗ
Μπήκαμε στις πρόβες της «Άννα Μπολένα» στην Εθνική Λυρική Σκηνή

Θέατρο / Στις πρόβες της «Άννα Μπολένα» στην Εθνική Λυρική Σκηνή

Ο σκηνοθέτης Θέμελης Γλυνάτσης εξηγεί τον ρηξικέλευθο τρόπο με τον οποίο προσέγγισε την όπερα του Ντονιτσέτι, «μουτζουρώνοντας» το μπελ κάντο του συνθέτη με ηχητικές παρεμβολές πρωτοφανείς για τα ελληνικά δεδομένα.
ΧΡΗΣΤΟΣ ΠΑΡΙΔΗΣ
O Θύμιος Ατζακάς έκανε το «Κτίσμα» του Κάφκα μουσική περφόρμανς

Θέατρο / O Θύμιος Ατζακάς έκανε το «Κτίσμα» του Κάφκα μουσική περφόρμανς

Ο μουσικός εξηγεί πώς από το έργο του Φραντς Κάφκα εμπνεύστηκε την ομώνυμη μουσική περφόρμανς θέλοντας να μιλήσει για τον τρόπο που ακόμα και η υποψία του φόβου παραλύει τον άνθρωπο, ενώ ουσιαστικά παγιδεύεται από τον ίδιο του τον εαυτό.
M. HULOT
Κωνσταντίνος Σκουρλέτης: «Πώς γίνεται να μην παρατηρείς όσα συμβαίνουν γύρω σου και να μην τα εισάγεις στην τέχνη σου;»

Θέατρο / Ένας από τους καλύτερους σκηνογράφους μας είναι μόλις 31 ετών

Λίγο προτού ανέβει το «Τζένη Τζένη», ο Κωνσταντίνος Σκουρλέτης της ομάδας bijoux de kant, του φιλμικού σύμπαντος του Βασίλη Κεκάτου, των αριστουργηματικών κόσμων του Γκολντόνι αλλά και της Μαρίνας Σάττι, αποκωδικοποιεί την ανοδική του πορεία.
ΧΡΗΣΤΟΣ ΠΑΡΙΔΗΣ
Ο Θωμάς Μοσχόπουλος μιλά για το «Shopping and Fucking»

Θέατρο / «Shopping and Fucking»: Έτσι στήθηκε μια από τις πιο σοκαριστικές παραστάσεις των ’90s

Ο σκηνοθέτης Θωμάς Μοσχόπουλος θυμάται τις συνθήκες και την απήχηση της παράστασης του θεάτρου Αμόρε την περίοδο 1996-97 που υπήρξε ένα από τα πιο προκλητικά έργα που ανέβηκαν στην Αθήνα.
ΑΡΓΥΡΩ ΜΠΟΖΩΝΗ