«Παλιά έβλεπα πολύ σινεμά και για σκηνοθέτης στον κινηματογράφο πήγαινα. Γι' αυτό και από τη φιλολογία συνέχισα στη Σχολή Σταυράκου. Ήρθαν όμως τα πράγματα κάπως, και βρέθηκα να ασχολούμαι μόνο με το θέατρο. Πρώτα ανέλαβα βοηθός του Καλογρίδηαπό το 1999 έως το 2001, μετά ήμουν βοηθός του Λευτέρη Βογιατζή στο Λαχταρώ, και λίγο στο Καθαροί πια. Σκηνοθέτησα την πρώτη μου παράσταση το 2005, το έργο του Σκωτσέζου Γκάρι Όουεν Ο κόσμος στο βυθόστις Δοκιμές του θεάτρου Αμόρε» λέει ο 32χρονος σκηνοθέτης λίγες μέρες πριν την πρεμιέρα των Βρικολάκων στο Σχολείον. Πέρσι έκανε στον Εξώστη, πάλι στο Αμόρε, το Οι Άγριοι ή ο Άνδρας με τα θλιμμένα μάτια και το χειμώνα που πέρασε τον Ιμπίτου Ζαρί στο Θεατρικό Εργαστήρι του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος. Το Μάιο του 2008 σκηνοθέτησε τον Τροβατόρεστο Bios με πέντε όργανα και τους τραγουδιστές στα τρία μέτρα, «ένα περίεργο μείγμα αμηχανίας και επιδεξιότητας» λέει o ίδιος, που συζητήθηκε γιατί έδειξε τη δυναμική της ερμηνείας της όπερας εκτός του συμβατικού χώρου και τρόπου.

Έπειτα από μονοσέλιδη πρόταση με πέντε έργα που κατέθεσε στο Φεστιβάλ Αθηνών, οΓιώργος Λούκος επέλεξε τους Βρικόλακες. «Ήθελα να κάνω τους Βρικόλακες πρώτα απ' όλα γιατί είναι τέλειο έργο, ένα αριστούργημα. Με συγκινούσε από παλιά το δράμα του Όσβαλντ. Αργότερα αναγνώρισα άλλα χαρακτηριστικά της δραματουργίας: Τον κωμικό τρόπο που έχει γράψει τον πάστορα και τον Ένγκστραντ, την ειρωνεία με την οποία αντιμετωπίζει τα πρόσωπα. Ας πούμε, ενώ βάζει την κυρία Άλβινγκνα λέει στην αρχή ότι θέλει την ελευθερία της, να ζήσει εκτός κανόνων, στο τέλος τη φέρνει αντιμέτωπη μ' ένα τρομερό δίλημμα που δεν απαντιέται: Αν είναι σωστό να σκοτώνουμε το παιδί μας όταν βασανίζεται ή όχι. Έπειτα, ενώ φαίνεται τόσο συμπαγής η μορφή του, ένα ρεαλιστικό δράμα, νομίζω ότι ο Ίψεν παίζει με τα είδη: την κομεντί, το δράμα, το δικαστικό δράμα, τους αγώνες λόγου της τραγωδίας, το γκροτέσκ. Οι διαφοροποιήσεις είναι ευδιάκριτες όχι μόνο σε επίπεδο συγγραφικής διάθεσης αλλά και γραφής. Πιστεύω δηλαδή ότι ο Ίψεν, ακολουθώντας φαινομενικά τη σύμβαση του τρίπρακτου δράματος, δεν χάνει ευκαιρία να την υπονομεύσει. Ίσως γι' αυτό οι Βρικόλακες έχουν κατηγορηθεί κατά το παρελθόν για «τρύπες» και κενά».

Λέει ότι στην παράσταση εστίασε στο θέμα της θρησκείας, της ανάγκης να πιστέψουμε σε κάτι. «Το έργο προέρχεται και προβάλλει την προτεσταντική κουλτούρα. Ο προτεσταντισμός είναι η κατεξοχήν θρησκεία που βάζει κανόνες στην καθημερινή ζωή. Γι' αυτό και το πυρηνικό ζήτημα που θίγεται είναι, νομίζω, τι γίνεται με το προσωπικό αίτημα της ελευθερίας και πώς περιορίζεται ή και αναιρείται μέσα στην κοινωνική συνθήκη. Είναι χαρακτηριστικό αυτό που λέει σε κάποιο σημείο ο πάστορας: «Άλλο τι πιστεύουμε μέσα στο σπίτι μας κι άλλο όταν ανοίγουμε τα παράθυρα». Μπορεί τελικά να ελευθερωθεί κάποιος από τους κανόνες όταν εξακολουθεί να ζει μέσα στο πλαίσιο της κοινότητας; Ιδανική λύση δεν υπάρχει, κι αν φτάσεις το ζήτημα στα άκρα του, προκύπτει το εξής δίλημμα: ερημισμός ή συμβιβασμός».

Γι' αυτό αποφάσισαν με τη σκηνογράφο Μαγιού Τρικεριώτη το σκηνικό της παράστασης να θυμίζει εκκλησία δυτικού τύπου και δικαστήριο. Οι θεατές θα κάθονται από τη μία και από την άλλη πλευρά και η δράση θα εξελίσσεται στη μέση. «Χρησιμοποιούμε στοιχεία των θρησκευτικών λειτουργιών που ευημερούν στις ΗΠΑ, με τους ιεραπόστολους που κάνουν την κατήχηση σόου. Τα πρόσωπα, με τις σχετικές προσθαφαιρέσεις, είναι σημερινοί άνθρωποι και σε μεγάλο μέρος της παράστασης απευθύνονται στο κοινό. Επιδιώκω την απόλυτη ροή, όλα να εξηγούνται βάσει ενός στοιχείου. Κάθε ήρωας έχει ένα βασικό ερώτημα, ένα βασικό θέλω, σ' όλο το έργο, και κάθε λέξη που λέει και κάθε του κίνηση αναφέρονται σ' αυτό».

Δεν ξέρει την απάντηση στο ερώτημα αν υπάρχουν όρια στην ερμηνεία ενός κλασικού έργου. «Σίγουρα η δομή του πρωτοτύπου είναι η ταυτότητά του, άρα αν επέμβεις πάνω της το έργο δεν είναι το ίδιο. Από την άλλη, αυτή η διαδικασία μόνο μπορεί να αποδειχθεί πολύ γόνιμη -επιπλέον έως ένα βαθμό επιβάλλεται από τις ίδιες τις εξελίξεις στον τρόπο ζωής μας. Χρειάζεσαι δηλαδή ένα άλλο σύστημα για να αφηγηθείς την παλιά ιστορία. Ένας τρόπος είναι να παίξεις με τα είδη, λ.χ. να παρουσιάσεις ένα δράμα σαν παρωδία. Σε κάθε περίπτωση η ιστορία πρέπει να είναι αναγνωρίσιμη ώστε να μπορεί να λειτουργήσει η κόντρα με τα καινούργια στοιχεία της ανάγνωσης» λέει.

Προσπαθώντας να διακρίνουμε γενιές στην ελληνική θεατρική σκηνή, μου λέει ότι δεν βλέπει να υπάρχουν γενιές με συγκεκριμένη ταυτότητα. «Η δική μου σίγουρα δεν έχει κι αυτό είναι νομίζω συνέπεια του γεγονότος ότι δεν υπάρχουν σχολές με ποιότητα και κύρος που να συντηρούν κάποιου είδους διαδοχή από τη μια γενιά στην άλλη, όπως λ.χ. συμβαίνει στηΓερμανία. Εδώ ο νέος σκηνοθέτης προσπαθεί πρώτα να αναπτύξει πολύ έντονα ένα προσωπικό του στοιχείο και να το δείξει προς τα έξω, αρχικά πολύ άγαρμπα. Ε, ναι, υπάρχει πολύ «ατεχνίλα» στην Ελλάδα, η οποία είναι καταρχάς ενδιαφέρουσα, αλλά πρέπει να οργανωθεί, να κωδικοποιηθεί για να μπορέσει να επικοινωνηθεί το έργο. Εμένα, ας πούμε, μου λείπουν πολλές γνώσεις οργάνωσης μιας παράστασης, πρακτικά πράγματα που έπρεπε να είχα διδαχθεί. Όσο για τους παλαιότερους, αναγνωρισμένους σκηνοθέτες, καθένας έχει τον τρόπο του, αλλά όχι σφαιρική πρόταση που να μπορεί να βασιστεί ο νεότερος. Υπάρχουν παραστάσεις που με γοήτευσαν, αλλά που μου άνοιξαν τα μάτια, όχι».

Παρ' ότι ήθελε να ασχοληθεί με τον κινηματογράφο, δεν του αρέσει να συνδυάζει τους δύο κώδικες. «Μισώ το βίντεο στις παραστάσεις. Δεν μου αρέσει καθόλου το κινηματογραφικό παίξιμο. Δεν μ' ενδιαφέρει καθόλου η ψευδαίσθηση, η αληθοφάνεια. Προσπαθώ να διώχνω από το μυαλό μου την οποιαδήποτε σχέση γιατί στο θεάτρο αυτό που μ' ενδιαφέρει είναι ο μη ρεαλισμός του. Όπως και να το κάνουμε μπαίνεις σε μία τελετή όταν κάθεσαι για να δεις μια παράσταση».

Ο Έκτωρ Λυγίζος το χειμώνα θα ασχοληθεί με δύο έργα: ένα καινούργιο ιρλανδέζικο έργο του Έντα Γουόλς που έχει τίτλο Η φάρσα της οδού Γουόλγορθ, μια γκροτέσκ φάρσα με πολλές αναφορές στον Λαμπίς στο Από Μηχανής θέατρο (που ανέλαβε πια ο Άκης Βλουτής) και τις Ευτυχισμένες μέρες του Μπέκετ με τη Μίνα Αδαμάκη στο θέατρο Χώρα. «Αισθάνομαι ευλογήμενος που ασχολούμαι με το θέατρο και τα ζητήματά του, παρ' ότι υπάρχουν άλλες δουλειές που δίνουν μια άλλη ασφάλεια και κανονικότητα, ώρες ώρες ζηλευτή» καταλήγει.