ΕΙΧΑ ΝΑ ΠΕΡΑΣΩ ΑΡΚΕΤΟ ΚΑΙΡΟ
από το σπίτι των φίλων που μένουν εδώ και δεκαετίες, από την εποχή που ήμασταν φοιτητές (εκεί μέσα, σ' αυτό το διαμέρισμα, φάγαμε τα νιάτα μας), λίγο πιο πέρα από μένα, στα πέριξ της πλατείας Μαβίλη.

 

Πήγα, λοιπόν, για μια σύντομη επίσκεψη στο πλαίσιο της «σωματικής άσκησης» (στη Μαβίλη δεν επιτρέπεται να σταθείς πουθενά γύρω από την πλατεία, έχουν βάλει απαγορευτικές κορδέλες οπουδήποτε θα μπορούσε να λειτουργήσει έστω και ως σύντομο meeting point) και είδα με θλίψη έξω από την είσοδο της πολυκατοικίας το αγγελτήριο κηδείας της ηθοποιού Μιράντας Κουνελάκη που έμενε –μια ζωή– πάνω από το διαμέρισμα των φίλων μου και λειτουργούσε ως, άφαντη τον τελευταίο καιρό, πυργοδέσποινα του κτιρίου.


Ήταν ήδη κάπως φθαρμένο το κηδειόσημο, καθώς είχαν περάσει καμιά δεκαριά μέρες από το μοιραίο. Δεν είχε τύχει να δω κάπου την είδηση του θανάτου της, ούτε και πρόσεξα κάποια σχετική αναφορά στο χρονολόγιο των social media, το οποίο συνήθως πάλλεται από νεκρολογίες και κατευόδια όταν φύγει από τη ζωή κάποιος διάσημος.

 

Οι μεγαλύτεροι την είχαν ξεχάσει και στους νεότερους ήταν άγνωστη. Κι όμως, υπήρξε πραγματικά διάσημη, τόσο από τον κινηματογράφο και το θέατρο όσο και από την τηλεόραση, ενώ τα τελευταία χρόνια ασχολούνταν κυρίως με το γράψιμο ιδιοσυγκρασιακών μυθιστορημάτων, εμπνευσμένων από τις εμπειρίες της στον χώρο του θεάματος. Το τελευταίο της βιβλίο είχε κυκλοφορήσει το 2017 με τίτλο Χαρούμενα Γενέθλια.

 

Υπέγραφε «Μιράντα» και δίπλα, αντί για το επίθετο, ζωγραφισμένο ένα κουνελάκι. Το πιο χαριτωμένο πράγμα που έχω δει ποτέ. Αργότερα θα μάθαινα ότι κάπως έτσι υπέγραφε τα αυτόγραφα στις μεγάλες της δόξες.


Στα γενέθλια των φίλων μου ήταν που την είχα πετύχει κάποιες φορές στα τέλη του προηγούμενου αιώνα, είτε αυτοπροσώπως είτε μέσω των δώρων (ποτά, γλυκά) που άφηνε έξω από την πόρτα και συνοδεύονταν από ευχετήρια σημειώματα, τα οποία κατέληγαν με την υπογραφή «Μιράντα» και δίπλα, αντί για το επίθετο, ζωγραφισμένο ένα κουνελάκι. Το πιο χαριτωμένο πράγμα που έχω δει ποτέ. Αργότερα θα μάθαινα ότι κάπως έτσι υπέγραφε τα αυτόγραφα στις μεγάλες της δόξες.

 

Δεν ήταν η μόνη «ηλικιωμένη αστή» της τυπικής για τα στενά ανάμεσα στη Βασιλίσσης Σοφίας και τη Μιχαλακοπούλου πολυκατοικίας (ιατρεία, ελάχιστες ή καθόλου οικογένειες, συνθήκες αραιής συγκατοίκησης ανάμεσα στους κατοίκους) που μας έστελνε ευχές όποτε χαλάγαμε τον κόσμο μέχρι το πρωί, αντί να διαμαρτύρεται ή να καλεί την αστυνομία. Θυμάμαι κι έναν πάντα χαμογελαστό, υπερήλικα κύριο (έχει φύγει προ πολλού από τον μάταιο τούτο κόσμο) που παρακολουθούσε, περνώντας, τον χαμό που συνέβαινε εντός και εκτός του διαμερίσματος των φίλων μου και μας έλεγε να είμαστε πάντα ζωντανοί και ακμαίοι και να χαιρόμαστε τα νιάτα μας που δεν κρατάνε για πάντα (το τελευταίο το απέκρυπτε επιμελώς, αποφεύγοντας να μας βαρύνει με θυμοσοφίες και γεροντικές πικρίες). 


Με εντυπωσίαζε και με συγκινούσε θυμάμαι μια τέτοιου είδους γενναιόδωρη αντίληψη, προερχόμενος καθώς ήμουν από στενά, μικροαστικά, νευρικά, ανασφαλή, συμπλεγματικά συστήματα. Σ' αυτό το σπίτι, η ελευθερία και η ανεμελιά έμοιαζαν να επιβραβεύονται. Στα προάστια, αντιθέτως, μοναδική αρετή φαινόταν να είναι πάντα η κοινή ησυχία και ένα πάρτι μπορούσε να σου βγει από τη μύτη εξαιτίας των αντιδράσεων της «γειτονιάς».


Δεν υπάρχει ίσως πιο κλισέ και πιο αόριστη φράση από το «τέλος εποχής» με αφορμή κάποια λήξη ή απώλεια. Αυτό ακριβώς, όμως, μου ήρθε ως γνήσια συναισθηματική αντίδραση όταν είδα το τοιχοκολλημένο χαρτί στην εξώπορτα του σπιτιού που για τόσα χρόνια υπήρξε ο χώρος της θορυβώδους νεανικής μας έκφρασης, πάντα υπό τη στοργική, διακριτική «επίβλεψη» της κυρίας Μιράντας Κουνελάκη που έμενε από πάνω.

 

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO.

 

Το νέο τεύχος της LiFO δωρεάν στην πόρτα σας με ένα κλικ.