KODE 9

Ο Σκοτσέζος Steve Goodman που κρύβεται πίσω από το ψευδώνυμο Kode 9 είναι ένας από τους ανθρώπους που όρισαν το dubstep ως νέο «είδος» από τα σπάργανά του, το 2001. Από τότε που δεν είχε ακόμα αποκτήσει όνομα, και στους πειρατικούς του Λονδίνου το grime άρχισε να παίζεται σε πιο αργές στροφές, ν' αποκτάει κενά με τη χαρακτηριστική ηχώ και να γίνεται περισσότερο λυρικό. Ο Kode 9 δικαιούται το χαρακτηρισμό «πρωτοπόρος του dubstep», παρ' όλο που ο ίδιος τον αρνείται πια κατηγορηματικά. «Όταν πρόκειται να μιλήσεις για μουσική, είναι απαραίτητο να χρησιμοποιήσεις λέξεις», μου λέει, «και η χρήση τους μπορεί να είναι λίγο πολύ ακριβής. Δεν μου αρέσει η ιδέα να είμαι πρωτοπόρος του dubstep. Η εμφάνιση ενός είδους είναι συνήθως συλλογική προσπάθεια και το dubstep δεν διαφέρει σ' αυτό. Να σου πω την αλήθεια, ούτε καν δεν ξέρω τι είναι το dubstep πια».
Ο Kode 9, που έχει σπουδάσει φιλοσοφία στο Πανεπιστήμιο του Warwick, έχει δουλέψει ως ακαδημαϊκός και έχει συνεργαστεί με το Cybernetics Culture Research Unit στο ίδιο πανεπιστήμιο για τη μελέτη της ρέιβ κουλτούρας, με ιδέες που εμπλέκουν την «κυβερνητική», μεταμοντέρνες θεωρίες, την επιστημονική φαντασία και τον «Αφροφουτουρισμό». Από το 2006 δουλεύει στο Πανεπιστήμιο του Ανατολικού Λονδίνου, σε ένα πρόγραμμα για την κουλτούρα του ήχου και γράφει ένα βιβλίο με τίτλο Ο Ηχητικός Πόλεμος. «Το βιβλίο μιλάει για την κατάχρηση των ηχητικών συστημάτων», εξηγεί, «από την αμερικάνικη έρευνα στον ακουστικό οπλισμό στο Ιράκ μέχρι ποικίλα συστήματα που βασίζονται στο μπάσο από διάφορα μέρη του κόσμου. Μιλάει επίσης για το όλο και περισσότερο αναπτυσσόμενο πεδίο των δονήσεων που δεν μπορούμε -ωστόσο- να ακούσουμε».

Ο Kode 9, που δηλώνει ότι προτιμάει να τον χαρακτηρίζεις απλά DJ, ξεκίνησε να ασχολείται με τη μείξη ήχων το 1991 στο Εδιμβούργο. «Έπαιζα hip hop, funk, house, reggae και πρώιμο χάρντκορ» λέει. «Άρχισα να παίζω jungle το 1995 και από το 1999 αγγλικό garage, που μετεξελίχθηκε σ' αυτό που παίζω σήμερα. Με ενδιαφέρουν όμως όλα τα είδη μουσικής». Το 1994 ξεκίνησε τη δικιά του δισκογραφική εταιρεία, την Hyperdub -μία από τις πιο πετυχημένες στο είδος-, στην οποία εκτός από τις προσωπικές του δουλειές κυκλοφορούν οι δίσκοι του Burial. «Η πρώτη κυκλοφορία της Hyperdub ήταν το Sine Of The Dub, μια διασκευή στο Sign Of The Times του Prince, το 2003» λέει. «Η φράση "Low End Theory", που πήραμε από τον ομώνυμο δίσκο των A Tribe Called Quest, περιγράφει με έναν πιο γενικό τρόπο τη σχέση ανάμεσα στα μουσικά και στα συγγραφικά μου ενδιαφέροντα».

«Τα τελευταία τέσσερα χρόνια ήταν αρκετά σουρεαλιστικά» συνεχίζει. «Όταν πρωτάρχισα με τον συγκεκριμένο ήχο πριν από 8 χρόνια, υπήρχαν ελάχιστοι άνθρωποι που έκαναν αυτό που αγαπούσαν, όπως ο Scream, oι Horsepower κ.λπ. Τώρα υπάρχουν τόσες παραλλαγές που είναι πολύ δύσκολο να διατηρήσεις την ίδια αγάπη ή ακόμα και να παρακολουθήσεις περισσότερο από ένα μικρό μέρος του. Έτσι, συνεχίζουμε απλά να κάνουμε αυτό που αγαπάμε με την Hyperdub, με τις παραγωγές μου και τις ζωντανές εμφανίσεις με τον Spaceape. Είναι δύσκολο να κάνω μια γενική επισκόπηση του είδους ως σύνολο».

Το dubstep είναι ο κατεξοχήν αστικός ήχος της Αγγλίας του σήμερα, ένα είδος που γεννήθηκε υπόγεια στα λονδρέζικα soundsystem και εξακολουθεί να αφορά μικρό μερίδιο του κοινού. «Σίγουρα το περιβάλλον επηρεάζει πολύ τη γέννηση ενός ήχου», λέει ο Kode 9, «το κλίμα, η αρχιτεκτονική, οι κοινωνικές εμπειρίες που έχεις στις πόλεις παίζουν σημαντικό ρόλο στη δημιουργία της μουσικής. Το ίδιο σημαντικό ρόλο παίζουν όμως και φανταστικές εμπειρίες που έχεις από μέρη που δεν έχεις πάει ποτέ, βαθιά κάτω απ' τη θάλασσα, το απώτερο διάστημα ή η... Αθήνα».

PINCH

Ιδιοκτήτης της θρυλικής Tectonic records και ένας από τους πρώτους παραγωγούς που έδωσε μια techno άποψη στον ήχο του dubstep. To Qawwali στην Planet Mu απέδειξε σε όλους ότι η συγκεκριμένη μουσική μπορεί να αφομοιώσει ακόμα και τον ήχο του Maurizio, ενώ η Mary Anne Hobbs συνεχίζει να θεωρεί το mix του Pinch ως ένα από τα καλύτερα που παρουσιάστηκαν στην εκπομπή της. Σύμφωνα με τον ίδιο, ο τελευταίος του δίσκος είναι ένα συνονθύλευμα από επιρροές όπως οι Basic Channel, o Photek, η dark speed garage και οι Autechre, ενώ χαίρεται πάρα πολύ που άνθρωποι όπως ο Surgeon, o Ricardo Villalobos και ο Laurent Garnier συνεχίζουν να παίζουν τα κομμάτια του. Οι τελευταίες του κυκλοφορίες στη Soul Jazz και στην Punch Drunk Records φεύγουν χωρίς ανάσα από τα ράφια των περισσοτέρων δισκοπωλείων, ενώ μεγάλο θόρυβο έχει δημιουργήσει το remix του για τους Simian Mobile Disco.

PEVERELIST

Τον τελευταίο καιρό ο Peverelist δηλώνει ευχάριστα καταβεβλημένος από τις διάφορες ασχολίες του. Πώς να μην είναι κουρασμένος όταν αποτελεί έναν από τους πλέον αναγνωρίσιμους παραγωγούς της πόλης του Μπρίστολ και είναι ιδιοκτήτης της Punch Drunk, μια από τις πιο δυνατές δισκογραφικές της πόλης. Εκτός από τα να κυκλοφορεί τα δικά του κομμάτια, αλλά και τα κομμάτια άλλων παραγωγών όπως του RSD (το νέο nickname του θρυλικού Rob Smith των Smith and Mighty) και του Pinch, ο ίδιος «διοικεί» με μεγάλη δόση ευγένειας το Rooted Records, ένα από τα πρώτα internet δισκάδικα που στόκαραν τις πρώτες dubstep κυκλοφορίες. O ίδιος δηλώνει μεγάλος fan του Detroit techno και ακόμα προσπαθεί να καταλάβει πώς ο Pole, ένας από τους πιο γνωστούς εκπροσώπους της dub techno σχολής της Γερμανίας, του ζήτησε να κάνει ένα remix για την τελευταία του κυκλοφορία. Το συγκεκριμένο κομμάτι καθώς και το «Infinity Is Now» (στην Tectonic records του Pinch) εμφανίσθηκε σε πολλά top 10 διαφόρων μεγάλων ονομάτων της techno σκηνής και απέδειξε ότι το Μπρίστολ δεν περιορίζεται μόνο στους Massive Attack.

HEADHUNTER

Σύμφωνα με τον Tony James (aka Headhunter) όταν σε παίρνουν τηλέφωνο παραγωγοί και DJ όπως ο Laurent Garnier και ο Mr. Scruff για να σε παρακαλέσουν να τους δώσεις μερικά καινούργια σου κομμάτια, τότε κάτι σωστό κάνεις στη μουσική σου. Ο Headhunter αποτελεί έναν από τους πρώτους techno/dubstep καλλιτέχνες που υπέγραψε στην Τempa records (μαζί με την dmz αποτελούν τις πιο αναγνωρισμένες εταιρείες της σκηνής) και μετά από μόνο ένα ep υπέγραψε συμβόλαιο για ένα ολόκληρο άλμπουμ, σε μια εταιρεία που έχει κυκλοφορήσει θρυλικά LP από καλλιτέχνες όπως ο Skream, οι Horsepower Production και ο Benga. To remix που έκανε για τον γνωστό techno παραγωγό Martin Buttrich «έκαψε» πολλά dance floors και, όπως μας αποκάλυψε, «η Αθήνα ήταν το καλύτερο τεστ για το συγκεκριμένο κομμάτι». Πάντως, όπως δήλωσε και ο ίδιος, η δεύτερη επίσκεψή του στην χώρα μας είναι πολύ ιδιαίτερη, αφού θα μπορέσει να παίξει δίπλα στον Moritz Von Oswald, έναν από τους μεγαλύτερους ήρωες του.

Gismo